Το χαιρέκακο «καλά να πάθουν» δεν είναι ριζοσπαστισμός! , του Διονύση Ελευθεράτου

Η ατάκα κοφτή: «Σκέφτομαι να ψηφίσω τη Θάτσερ για να γελάω όταν η κυβέρνησή της θα τους πηδάει». Την εκστόμιζε ο αείμνηστός Γιώργος Κοτανίδης, υποδυόμενος τον μαρξιστή καθηγητή φιλοσοφίας (στο Κέιμπριτζ) Μαξ Μόροου, στη θεατρική μεταφορά του έργου του Τομ Στόπαρντ, «Rock and Roll». Ο Μόροου, απογοητευμένος απ’ όλους και απ’ όλα, είχε συρρικνώσει τις προσδοκίες του μέχρι το μπόι μιας «επαναστατικής», «ρηξικέλευθης» χαιρεκακίας: Να μπορεί να λέει «καλά να πάθετε» σε όσους καταλόγιζε πολιτική ανοησία και ταξική ασυνειδησία.

Θυμάμαι το γέλιο του κοινού, στο θέατρο «Πόρτα», στο άκουσμα της ατάκας του Κοτανίδη. Ήταν Νοέμβριος του 2008. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η λογική του Μόροου  αναβιώνει στα σοβαρά στο ελληνικό Διαδίκτυο –  και όχι μόνο σε αυτό:  «Κούλης μέχρι να σβήσει ο ήλιος, αυτό σας αξίζει». «Κανέναν δεν λυπάμαι». Και ένα αδιαλείπτως επαναλαμβανόμενο «καλά να πάθουν», όταν οι νεοφιλελεύθερες επιλογές αποδεικνύονται  – βαθύτατα, ξετσίπωτα και βάναυσα – αντικοινωνικές.

«Καλά να πάθουν», ποιοι ακριβώς; Αυτό ποικίλει. «Καλά να πάθουν» όσοι ψήφισαν τη ΝΔ. Όσοι δεν πήγαν καν σε εκλογικό κέντρο. Όσοι πήγαν, αλλά δεν επέλεξαν αυτό που υποστηρίζει καθένας εκ των πιστών του «καλά να πάθουν». Διότι, βλέπετε, τώρα έχουμε και τις «αριστερές» διαλαλήσεις του δόγματος της  «χαμένης ψήφου». Το  «ή εμείς ή κανένας»…

«Καλά να πάθουν» και όσοι  δεν συμμετείχαν σε κάποια απεργία ή  κινητοποίηση, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους απείχαν. Οι λόγοι αυτοί, φυσικά, αφθονούν. Ας θέσουμε στο ένα άκρο τη «δομική» αδιαφορία, τον παγιωμένο ατομικισμό, τη μόνιμη ιδιώτευση. Και στο άλλο άκρο τον φόβο (που κι αυτός σε πολλά μέρη επιμερίζεται) , τη δυσπιστία – πχ απέναντι στον συνδικαλιστικό φορέα που διοργανώνει κάποια απεργιακή κινητοποίηση –  ή το έλλειμμα ελπίδας για το αν θα τελεσφορήσει μια διεκδίκηση. Ε, ανάμεσα στα δύο όρια θα δούμε πολλά – και μεικτά. Διότι στη συνείδηση των ανθρώπων δεν εγγράφονται αποκλειστικά τα «καθαρά», τα «αμιγή».

Μια πολλαπλή, «βολική» απαλλαγή

Τι τα θέλετε, όμως… Έρχεται αυτό το αγριεμένο «καλά να πάθουν» και προσφέρει την ευκολία μιας γενικής… απαλλαγής. «Απαλλάσσει» την πραγματικότητα από τη διαλεκτική της υπόσταση και τη σφίγγει σε ένα νοερό μανιχαϊστικό κορσέ, πάνω στον οποίον αναγράφεται «καλό», «κακό» (και έτερον ουδέν). Απαλλάσσει τους αριστερούς και προοδευτικούς «πιστούς» του από τον αναγκαίο κόπο να εξετάσουν όλα τα «τι» και τα «πώς» μιας ουσιαστικής πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης, που, αν αποδειχθεί καλά γειωμένη και συνάμα ριζοσπαστική, θα μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει ελπιδοφόρα.

Αν το καλοσκεφθούμε, αυτή η χρήση και κατάχρηση του «καλά να πάθουν» τείνει να απαλλάξει τον ίδιο τον επιθετικότερο πυρήνα του  συστημικού μπλοκ από την υποχρέωση να ανανεώνει με διαρκή update τα σοφίσματα και θεωρητικά κατασκευάσματα που κρατούν ισχυρό και διεισδυτικό το «There Is No Alternative» (ΤΙΝΑ).

Γιατί; Διότι μια χαρά εξυπηρετείται το ΤΙΝΑ, εάν από τα αριστερά – προοδευτικά πληκτρολόγια και χείλη εκπορεύεται τόσο συχνά ένα άτεγκτο «δεν υπάρχει σωτηρία».  Και – εδώ βρίσκεται η ουσία- «δεν υπάρχει σωτηρία», όχι επειδή σήμερα οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι αυτοί που βλέπουμε, αλλά διότι η ελληνική κοινωνία παραδόθηκε (και μάλλον… αμετακλήτως) στην αποχαύνωση, τον εκμαυλισμό και τη διαφθορά.

«Τεκμαίρεται» ευκολότερα και απλούστερα το ΤΙΝΑ, όταν οι λίγοι που πρεσβεύουν το «Α» του ακρωνυμίου διακηρύσσουν απελπισμένα ότι δεν έχουν πού να απευθυνθούν. Έτσι όμως είναι τα πράγματα; Έτσι τα βλέπουμε;

Στο στόχαστρο ακόμη και κινητοποιούμενοι – και απεργοί…   

Το εξωφρενικό είναι ότι ο αφορισμός του «καλά να πάθουν» ενίοτε στρέφεται και εναντίον ανθρώπων που κινητοποιούνται, δίνοντας μάχες για το βιοτικό τους επίπεδο. Ο γράφων έχει «ζήσει» τέτοια παραδείγματα κι όχι μόνο στο Διαδίκτυο, όπου η απολυτοποίηση, η επιθετικότητα και οι μονοσήμαντες θεωρήσεις ευδοκιμούν κατά τι (ή και κατά πολύ) περισσότερο από όσο αλλού. Τα έχει αποκομίσει και στις ραδιοφωνικές του εκπομπές, χάρη στην αποστολή σχολιαστικών μηνυμάτων ή ερωτημάτων για τους προσκεκλημένους.

Τα «ρεζουμέ» αυτής της λογικής; Έχουμε και λέμε: Δεν χρειαζόταν και πολλή συμπαράσταση στους απεργούς των Λιπασμάτων Καβάλας που έδωσαν πολύχρονη και τελικά νικηφόρα (κρίθηκε το 2025) μάχη για τις θέσεις εργασίας τους,  «κόντρα» στις μεθοδεύσεις του επιχειρηματία Λαυρεντάδη και τη «γραμμή» της πολιτικής εξουσίας. Ούτε στις αγροτικές κινητοποιήσεις του 2025 -2026. Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών στην Καβάλα, όπως και στην πλειονότητα των αγροτικών περιοχών, αποδείχθηκαν επαρκής λόγος για να «ξεφουρνιστεί», σε διάφορες εκδοχές, το «καλά να πάθετε» ή «καλώς τα παθαίνετε».

Νωρίτερα, στο τέλος του 2023 και στις αρχές του 2024, έγιναν μαζικότατα συλλαλητήρια στο Λασίθι και το Ρέθυμνο, για τη σωτηρία των δημόσιων νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας. Αλλά και πάλι, για αρκετούς προοδευτικούς ανθρώπους σημασία δεν είχαν τόσο τα αιτήματα και η αθρόα προσέλευση στις κινητοποιήσεις, όσο τα… εκλογικά αποτελέσματα του 2023. Αφού η ΝΔ είχε πρωτεύσει και στους δύο νομούς, τότε οι αντίστοιχες τοπικές κοινωνίες ήταν «άξιες της μοίρας τους»…

Αλήθεια, εμείς… εξαιρούμαστε;  

Για να είμαι ακριβής, οφείλω να διευκρινίσω κάτι: Ενίοτε το «άξιο της μοίρας» των κινητοποιούμενων δεν «θεμελιώνεται» μόνο σε εκλογικές συμπεριφορές, αλλά και σε άλλα. Σε προβολές στο μέλλον: «Έλα μωρέ τώρα, μόλις πάρουν κάτι λίγα θα κάτσουν στα αβγά τους». «Ναι, καλά, βγαίνουν στους δρόμους τώρα που ζορίζονται, αλλά μετά θα γλείφουν για κανένα ρουσφέτι».

Κακά τα ψέματα, όμως, τούτα είναι… επικουρικά και εν πολλοίς προσχηματικά. Σε τελική ανάλυση, οποιοσδήποτε θελήσει να στηλιτεύσει κάτι που θα θεωρήσει ως ξεπούλημα ενός αγώνα (εκ μέρους συνδικαλιστικών ή συνεταιριστικών ηγεσιών) ή, ευρύτερα, ως λανθασμένη εγκατάλειψη μιας μάχης από όσους την έδιναν νωρίτερα (κι αυτή η κριτική στα θεμιτά συγκαταλέγεται, αρκεί να θυμόμαστε πάντα πως «έξω από το χορό πολλά τραγούδια ξέρουν όλοι») λογικό είναι να το κάνει όταν αυτό συμβεί. Όχι να κηρύττει την αδιαφορία για μια σκληρή μάχη,  βάσει της πρόβλεψής του ότι αυτή θα μείνει ημιτελής.

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς. Δεν αναιρούν την ουσία τα σποραδικά άλματα, από τα εκλογικά κριτήρια σε εκτιμήσεις ή προβλέψεις για την ασυνέπεια των κινητοποιούμενων. Η ουσία βρίσκεται στον… βατήρα, όχι στα άλματα που καλούνται μόνο να προσδώσουν κάποια επίπλαστη «ριζοσπαστικότητα».

Δεν χρειάζεται να απαριθμήσουμε και να αναλύσουμε, εδώ, από πόσες πλευρές «μπάζει» αυτή η προσέγγιση. Η οποία  – κατά τα φαινόμενα- έχει «πέραση» σε ένα μη αμελητέο φάσμα προοδευτικών ανθρώπων Σίγουρα  δεν  περιορίζεται στις τάξεις εκείνων των – πρώην ή και νυν – φίλων του ΣΥΡΙΖΑ, που έχουν μετασχηματίσει σε θυμό κατά… πάντων την αδυναμία τους να ερμηνεύσουν τις αιτίες της εκλογικής συντριβής του 2023. Αρκούμαι εδώ σε δυο επισημάνσεις.

Η πρώτη: Αδυνατώ να φανταστώ πόσο χειρότερη κατάσταση θα μας είχε «κληροδοτήσει» η μεταπολιτευτική κοινωνική ζωτικότητα, εάν δέσποζαν τέτοιες νοοτροπίες. Εάν πχ «ξινίζαμε» με τις εμβληματικές απεργίες της ΜΑΔΕΜ ΛΑΚΚΟ ή της ΛΑΡΚΟ, σκεπτόμενοι τι είχαν «βγάλει» οι κάλπες των βουλευτικών εκλογών του 1974 στη Χαλκιδική και τη Λάρυμνα. Ή εάν κηρύτταμε όσους είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ στις 2 Ιουνίου 1985 ανεπιθύμητους στο  δυναμικό απεργιακό κίνημα, που το 1985 – 1986 αντιτάχθηκε στα μετεκλογικά μέτρα λιτότητας του «Σταθεροποιητικού Προγράμματος» της κυβέρνησης Α. Παπανδρέου (με «τσάρο της οικονομίας» τον Κώστα Σημίτη).

Η δεύτερη σκέψη δεν χρειάζεται αρωγές από το παρελθόν: Αλήθεια, εάν το «εκλογικίστικο» κριτήριο τα καθορίζει όλα, τότε γιατί δεν σιωπούμε και εμείς, άπαντες; Δεν ζούμε κι εμείς οι αριστεροί στη χώρα, στην οποία η ΝΔ είναι ακόμη η ισχυρότερη πολιτική δύναμη; Είμαστε εμείς η «πεφωτισμένη πρωτοπορία» κι όλοι οι άλλοι ούρησαν στο πηγάδι;

«Αφού είναι πρόβατα…»  

Το πράγμα, όμως, διακλαδώνεται πολύ… Τόσο, ώστε το «καλά να πάθουν» πέφτει και πάνω στα κεφάλια ατόμων που απλώς έχουν διαφορετικά… μουσικά γούστα από τα δικά μας.

Στην πρόσφατη (26/9/2026) συναυλία της Άννας Βίσση στο ΟΑΚΑ, αγανακτισμένο ένα τμήμα του κοινού ξέσπασε σε  αποδοκιμασίες και φώναζε «αίσχος, αίσχος». Ο λόγος: Οι άνθρωποι είχαν εισιτήρια για την αρένα, αλλά λόγω του συνωστισμού είχαν εγκλωβιστεί σε κλειστούς χώρους. Καθώς διοχέτευσαν οι ίδιοι τα σχετικά βίντεο, από νωρίς άρχισαν οι σχολιασμοί στο Διαδίκτυο.

Θα ανέμενε κανείς ότι στους σχολιασμούς αυτούς θα κυριαρχούσαν οι επικρίσεις για τους διοργανωτές, που είτε δεν ρύθμισαν καλά τα της εισόδου του κόσμου στην αρένα είτε «έβγαλαν» υπεράριθμα εισιτήρια για αυτήν – είτε αμφότερα. Όμως, όχι… Ελάχιστα σχόλια έθεσαν στο στόχαστρό τους τα της διοργάνωσης, έστω κι αν κάτι τέτοια «παρατράγουδα» θα μπορούσαν ακόμη και να θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα ανθρώπων. Η συντριπτική πλειονότητα συνέκλινε στο «καλά να πάθουν» – οι εγκλωβισμένοι. Γιατί; Διότι πήγαν να ακούσουν «αυτήν». Και σε άφθονες περιπτώσεις, αντί του «αυτήν» έλαμπαν διάφορα… κοσμητικά και χαρακτηρισμοί.  Ομοίως και για το κοινό της συναυλίας. Η λέξη «πρόβατα» ήταν από τις… ευγενέστερες.

Κάπου εδώ όμως θα πρέπει να λοξοδρομήσουμε για λίγο από το «καλά να πάθουν», διότι τα σχόλια κινήθηκαν και σε άλλες κατευθύνσεις που χρήζουν αναφοράς. Εκ των προτέρων ξεκαθαρίζω κάτι: Προσωπικά, δεν θα ξόδευα ένα ευρώ, ούτε ένα λεπτό για να ακούσω τη Βίσση. Θεωρώ δε αστείο να εκλαμβάνεται ως ελιτισμός ο προσδιορισμός των αισθητικών κριτηρίων και προτιμήσεων καθενός μας. Νομίζω όμως πως αντιπροσωπεύει κάτι χειρότερο από ελιτισμό η ελεεινολογία, για οτιδήποτε δεν αντιστοιχεί στα «δικά μας».

Αφήστε που το «μας» είναι εν μέρει κούφιο, υπό την έννοια πως για άφθονα μουσικά ρεύματα, καθώς και για καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες γενικότερα, οι διαφωνίες ανέκαθεν ήταν πολλές στις τάξεις των προσδιοριζόμενων ως αριστερών. Ανέκαθεν ξέραμε πάντα τι άρεσε σχεδόν σε όλους μας και για τα υπόλοιπα πειραζόμασταν ή και «τρώγαμε τα μουστάκια μας». Τίποτα το αφύσικο, τίποτε το μεμπτό δεν υπήρχε – ούτε υπάρχει – σε αυτό.

Ας θυμηθούμε:  Χρειαστήκαμε στην Αριστερά μια «γεμάτη» μεταπολιτευτική πενταετία για να απαλλαγούμε (σχεδόν άπαντες) από την αφελή και επιβλαβή ιδέα ότι το ροκ θα μας μετέτρεπε σε θύματα του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού. Συνεχίσαμε όμως τους «μετρημένους» διαξιφισμούς μας περί λαϊκότητας. Το 1984 τους εντείναμε αρκετά, συζητώντας για το εάν τα «Πικροσάββατα» του Μίκη Θεοδωράκη ήταν μια στροφή προς τον «μουσικό λαϊκισμό», που θυσίαζε το στοιχείο του έντεχνου. Σήμερα έχουμε αποκλίνουσες απόψεις για το hip –hop. Δεν νοείται λοιπόν κανένα απόλυτο και καθολικό «μας», όταν πρόκειται για μουσικές προτιμήσεις και απόψεις.

Λες και τους ξέρουμε, έναν – έναν…  

Ας επιστρέψουμε όμως στα σχολιαστικά «μεθεόρτια» της συναυλίας. Ένας – δημοφιλής, όπως φάνηκε – ισχυρισμός συνέδεε την κινηματική καχεξία του καιρού μας με τον «αποπροσανατολισμό των μαζών» που επιτυγχάνεται (και) μέσω της διάδοσης της «μουσικής υποκουλτούρας», τύπου Βίσση. Κάπως έτσι, τα ελεεινολογούμενα, «χαμηλής αισθητικής πρόβατα» που κατέκλυσαν το ΟΑΚΑ για τη συγκεκριμένη συναυλία καταδείχθηκαν ως ισοδύναμα της απάθειας και του «απολιτίκ». Λες και ξέρουμε προσωπικά κάθε άνθρωπο που πήγε εκεί…

Κάτι τέτοια μοιάζουν πάντως με «déjà vu». Μια φορά κι έναν καιρό «έφταιγε» το ενδιαφέρον του κόσμου για… το ποδόσφαιρο, τώρα ενδέχεται να «φταίνε» και συναυλίες (τουλάχιστον οι μη αρεστές σε εμάς) που δεν έχει γίνει στην Ελλάδα «της Ισπανίας» ή «της Γαλλίας». Έλα όμως που δεν υπάρχει κανένα ίχνος «αιτίου – αιτιατού», για να δικαιώσει τέτοια  χονδροειδή δόγματα. Αν θέλουμε να φορτώνουμε σε… νότες τις δικές μας πολιτικές αδυναμίες, απλώς κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας.

Σε τελική ανάλυση, οτιδήποτε ζωντανό – μέσα στην κοινωνία – αποκτά μεγάλες διαστάσεις, πάντα «κουβαλάει» μαζί του την αντίστοιχη πληθωρικότητα, σε όλα τα επίπεδα. Και η πληθωρικότητα δεν χωράει σε προκατασκευασμένα «κουτάκια».

Από το 1976 ως και το 1981, στα χρόνια των μεγάλων κοινωνικών διεκδικήσεων, συμμετείχε τουλάχιστον σε μία απεργία – κατά μέσο ετήσιο όρο – το 45% (ναι, σχεδόν οι μισοί!) των μισθωτών της Ελλάδας. Ε, τι να κάνουμε, δεν άκουγαν όλοι το «Κάντο Χενεράλ» όταν επέστρεφαν σπίτι, μετά τις απεργιακές συγκεντρώσεις.

Στις μεγάλες κινητοποιήσεις, οι οποίες κατάφεραν να πετάξουν στα σκουπίδια κατά τις πρώτες ημέρες του 1980 το νόμο 815 για τα πανεπιστήμια, δεν συμμετείχαν μόνο φοιτητές που άκουγαν Μάνο Λοϊζο, Θάνο Μικρούτσικο, το «Wall» των Pink Floyd ή το «London Calling» των Clash (αμφότερα τα άλμπουμ είχαν μόλις κυκλοφορήσει). Από τους ανθρώπους που ανέβασαν σε 16,4 εκατομμύρια τις απεργιακές ώρες της διετίας 1985-1986, αρκετοί στις ταβέρνες ξέδιναν τραγουδώντας και… Σαλαμπάση ή Πάριο, χωρίς να νιώθουν «παράταιροι» για αυτό.

Στη νεανική πλημμυρίδα που το 2006 – 2007 απέτρεψε την κατάργηση του Άρθρου 16, χωρούσαν μια χαρά και φοιτητές που δεν άκουγαν δέκα ώρες το 24ωρο Θανάση Παπακωνσταντίνου, Active Member ή Rage Against The Machine. Ή που προτιμούσαν άλλα, «εύπεπτα» ονόματα της μουσικής σκηνής. Είχε τύχει να γνωρίσω φοιτητές τις εποχής εκείνης που τα «έδιναν όλα» στις κινητοποιήσεις και μουσικά αρέσκονταν στον Χατζηγιάννη. Οι εγκεφαλικές «ευθυγραμμίσεις» δεν δικαιώνονται πάντα στην πραγματική ζωή.

Κατά συνέπεια τίποτα δεν προσφέρει η αφοριστική «μηδενική ανοχή» για τα μουσικά «γούστα» των «άλλων», οι οποίοι μάλιστα αναγορεύονται a priori σε «απέναντι». Απλώς, προσθέτει μερικούς ακόμη τεχνητούς διαχωρισμούς, πάνω σε ένα κοινωνικό σύνολο ήδη κατακερματισμένο.

Εν κατακλείδι…

Τα παραπάνω δεν είναι αμιγώς μουσικά. Συνδέονται στενά με τη «μόδα» του «καλά να πάθετε», διότι αποτελούν παρακλάδια του ίδιου φαινομένου (κι έχει πολλά ακόμη –  ανάθεμά το…). Δηλαδή της απογοήτευσης  που αναζητά κρυψώνες ή βαλβίδες εκτόνωσης σε καρικατούρες και υποκατάστατα «μαχητικότητας». Της αμηχανίας, η οποία «μηχανεύεται» ξεσπάσματα εναντίον εκείνων που θα έπρεπε να πεισθούν για το αβάσιμο του ΤΙΝΑ. Αλλά…

Αλλά αντ’ αυτού  «λούζονται» ένα αντίστροφο déjà vu. Το 2010 – 11, για να μας «φορτώσουν» τα Μνημόνια μας «έβγαζαν» όλους διεφθαρμένους και… βαρυστομαχιασμένους, από όσα είχαμε νωρίτερα καταβροχθίσει – παρέα με τον Πάγκαλο. Τώρα, ακούς ή διαβάζεις κάποιους αριστερούς και προοδευτικούς και θαρρείς πως βλέπουν την κοινωνία ως άθροισμα βολεμένων «αρπακτικών» (τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ) και… κορόιδων, εσαεί  ανίκανων να καταλάβουν τι γίνεται.

Τα γυαλισμένα από θυμό μάτια δεν αρκούν για να φωτίσουν «τα πέριξ», ούτε βοηθούν να διακρίνουμε κάποιες ευκαιρίες και δυνατότητες μέσα στους σωρούς των δυσκολιών, τις οποίες εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζουμε. Κι όταν αυτός ο θυμός παίρνει ένα δρόμο που αρχίζει (;) να μοιάζει με μισανθρωπία, τότε… κάθεται για τα καλά η βάρκα. Ας τα σκεφτούμε αυτά. Όλοι μας. Προτού κάνουμε πρότυπο τον θεατρικό Μαξ Μόροου. Και προτού αναγορεύσουμε σε υπόδειγμα «συνέπειας» τους κινηματογραφικούς αυτόχειρες, στις τελευταίες σκηνές της «Ζωής του Μπράιαν», των Μόντι Πάιθον…

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ