20.1 C
Athens
Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η αναζήτηση στο παρελθόν της κακοδαιμονίας του παρόντος – του Θανάση Σκαμνάκη

Στις κινηματογραφικές αίθουσες, για την ακρίβεια σε κάποιες πολύ περιορισμένες κινηματογραφικές αίθουσες, προβλήθηκε η ταινία «Επιστροφή στην πατρίδα». Ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την επίσκεψη του Τίτους Μίλεχ, ύστερα από πολλά χρόνια, στην πατρίδα του την Γερμανία. Σκηνοθέτες η Χρύσα Τζελέπη και ο Άκης Κερσανίδης.

Σε τι μας αφορά αυτό;

Ο Τίτους Μίλεχ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1947. Άρα μεγάλωσε στη μεταπολεμική Γερμανία, των ερειπίων, της ανοικοδόμησης, της διαχείρισης της ήττας και της ναζιστικής φρίκης. Και έφυγε από την πατρίδα του αρνούμενος να δεχτεί τον τρόπο με τον οποίο οι συμπατριώτες του διαχειρίστηκαν το ναζισμό, τα εκατομμύρια των θυμάτων και τη συλλογική ευθύνη. Έκτοτε εγκαταστάθηκε στη Γαλλία πρώτα και στην Ελλάδα μετά, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Αρνούμενος να μιλήσει γερμανικά, τη γλώσσα που του θυμίζει τη γερμανική βία και έχει «συνευθύνη» γι’ αυτήν.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο πολύ σημαντικά βιβλία του: Ο τόπος του εγκλήματος, Γερμανία ανοίκεια πατρίδα και Ο τόπος του εγκλήματος, οικογένεια. Και τα δύο από τις εκδόσεις Θύραθεν.

Ψυχίατρος και ψυχαναλυτής βάζει ένα βαθύ νυστέρι για να ερευνήσει τον μέσα κόσμο της γερμανικής-ναζιστικής βαρβαρότητας, αρχίζοντας από τη γλώσσα, την παράδοση, την οικογένεια, τη γερμανικότητα, όχι για το τότε, μόνο ή κυρίως. Αλλά και για το μετά και για το τώρα. Θεωρεί πως οι συμπατριώτες του δεν διαχειρίστηκαν τη ναζιστική τους υποταγή και στράτευση, άρα και ευθύνη, σαν μια βαθιά εθνική πληγή, αλλά σαν ταπεινωτική ήττα στον πόλεμο. Θα ήταν υπερήφανοι αν είχαν νικήσει. Τουτέστιν αν είχαν νικήσει οι ναζί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδέχθηκαν χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, πλην εκείνων που δήλωσαν και έδρασαν ως αντιφασίστες, εκείνων που συνειδητοποίησαν το στίγμα της ιστορίας, την παρουσία των (πρώην) ναζί αξιωματούχων στο μηχανισμό του κράτους.

Κι όμως, η απόλυτη φρίκη είναι παρούσα. Εκτυλίσσεται στις εικόνες που παρεμβάλλονται από το ντοκιμαντέρ το οποίο επεξεργάστηκε ο Αλφρεντ Χίτσκοκ από τα στρατόπεδα εξόντωσης μετά την απελευθέρωσή τους. Τα πτώματα συσσωρευμένα εικονίζουν το έγκλημα και οι γερμανοί πολίτες περνούν, υποχρεούμενοι από τους νικητές, για να δουν και να «θαυμάσουν» το έργο, εν πολλοίς το έργο τους. Και δεν βλέπεις συγκίνηση, απλώς περνούν σα μια κανονικότητα. Κάποιοι μάλιστα δεν γυρίζουν καν να κοιτάξουν. Γιατί ήξεραν, το λέει ο Χίτσκοκ στην ταινία, που δείχνει μάλιστα το χάρτη της χώρας με στίξεις στα σημεία όπου είχαν δημιουργηθεί  στρατόπεδα συγκέντρωσης (και ο χάρτης είναι γεμάτος, δεν ξεχωρίζει κάτω από τα στίγματα η χώρα). Το λένε και οι δυο σκηνοθέτες του σημερινού ντοκιμαντέρ.

Και τώρα, ο Τίτους Μίλεχ, ύστερα από σχεδόν 50 χρόνια ξαναγυρίζει στην Γερμανία για να αναζητήσει όχι μόνο τις αναμνήσεις του, αλλά και τους τόπους της ναζιστικής φρίκης, καθώς και ανθρώπους που μαζί τους διατήρησε τη μνήμη και τη συνείδηση του εγκλήματος.

Η ταινία, έχοντας τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, περιέχει τη συγκλονιστική στιγμή του παρόντος, όταν ο σημερινός καγκελάριος ανακοινώνει στην γερμανική Βουλή το σχέδιο για το μεγάλο πολεμικό επανεξοπλισμό της χώρας. Εκείνος στο βήμα εξαγγέλλει και από κάτω η μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών χειροκροτεί με ενθουσιασμό. Ο Τ. Μίχελ παρακολουθεί με ανατριχίλα! Κι εμείς με τρόμο!

Μια εξαιρετική ταινία, που μας βυθίζει στο παρελθόν για να το μάθουμε, να το καταλάβουμε και, κυρίως, να νιώσουμε.  Ίσως έτσι να δούμε με καθαρότερα μάτια το παρόν.

Την κατάλληλη εποχή.

Γιατί σε εποχές σαν κι αυτή, όπου η παρακμή εξασθενεί τις θελήσεις των ανθρώπων, αφού πρώτα εξασθενίσει τη μνήμη και την ετοιμότητα να αρνηθούμε όσα μας προτείνουν ανέμελα, είναι ανάγκη να ξέρουμε.

Την διαπιστώνουμε αυτή την ανάγκη σε πολλές περιπτώσεις.

Αλλά το παρελθόν δεν είναι ερώτηση σε τηλεπαιχνίδι. Και δεν είναι εύκολο να το διαχειριστείς. Καθώς το παρόν έχει τους δικούς του τρόπους να κοιτάζει προς τα πίσω και να δίνει δικά του χρώματα στα παρελθόντα.

Ούτως ή άλλως όμως ζητάμε συχνά τη συμβουλή στα γεγονότα που παρήλθαν προκειμένου να καταλάβουμε τα γεγονότα που «τρέχουν». Και ίσως για να προβλέψουμε τι μας περιμένει.

Κατανοώντας αυτή την ανάγκη μας, κατανοούμε (έστω προσπαθούμε να κατανοήσουμε) όλες τις απόπειρες να κοιτάξουμε στο παρελθόν. Και την απήχηση που έχουν. Βέβαια η μια όψη της είναι η ταινία για τον Τίτους Μίχελ, και οι παρόμοιες. Η άλλη όψη είναι η ταινία για τον Καποδίστρια που συγκεντρώνει τόσο μεγάλο κοινό. Μπορεί να χλευάζουμε την πολιτική και αισθητική «αφέλεια» του σκηνοθέτη της, και καλά κάνουμε. Μπορεί επίσης να ειρωνευόμαστε την όψιμη καλλιτεχνική ευαισθησία κάποιων ακροδεξιών που επισκέπτονται τις κινηματογραφικές αίθουσες όταν παίζει ταινίες «αφιερωμένες», τύπου Άγιος Παΐσιος ή Καποδίστριας.

Αλλά, ταυτόχρονα χρειάζεται να κατανοήσουμε πως οι άνθρωποι μέσα στην κακοδαιμονία του παρόντος ψάχνουν να βρουν στο παρελθόν από που αρχίζει το κακό. Δεν θα το βρουν σε αυτή την ταινία, είναι αλήθεια, εκεί θα βρουν την κακοδαιμονία της πατριδοκαπηλείας και της ιστορικής αφέλειας και απλούστευσης, αλλά ωστόσο αναζητούν.

Όπως έλεγε κι ο ποιητής «Η μνήμη όπου και να την αγγίζεις πονεί». Κι ως φαίνεται, έχουμε μεγάλη ανάγκη να πονέσουμε για το παρελθόν, μήπως και ανακουφίσουμε, (και αποτρέψουμε;) τους πόνους του παρόντος!

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ