Τοποθέτηση στην εκδήλωση του Rproject στις 17/6/26 “H Ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να βγει μπροστά»
Ευχαριστούμε για την πρόσκληση, πάντα χαιρόμαστε να τα λέμε πολιτικά και ακόμα περισσότερο να συνεργαζόμαστε με τις συντρόφισσες και τους συντρόφους του Rproject και της ΔΕΑ.
Η συζήτηση γίνεται ενώ έχουμε γεγονότα πρωτοφανούς ιστορικής σημασίας (πόσες φορές δεν το έχουμε πει αυτό άραγε τα τελευταία χρόνια;). Η συμφωνία Ιράν-ΗΠΑ που υπογράφτηκε αποτυπώνει μία πρωτοφανή ήττα για τις ΗΠΑ και τον Τραμπ, όσο και αν θέλουν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις. Δείχνει περίτρανα ότι η αντίσταση στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα μπορεί να βάλει φρένο στις ορέξεις του τέρατος. Τα γεγονότα ίσως αποδειχθούν ένα σημείο καμπής σε έναν κόσμο που φλέγεται, με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και συγκρούσεις να οξύνονται, με τη σιωνιστική γενοκτονία στην Παλαιστίνη να συνεχίζεται, ακόμα και αν φρέναρε εξαιτίας του ελπιδοφόρου κινήματος που ξέσπασε ενάντιά της διεθνώς.
Βρισκόμαστε εν μέσω κοσμογονικών αλλαγών. Ο κύριος ιμπεριαλιστικός πόλος, οι ΗΠΑ και ο ευρωατλαντικός άξονας, κλονίζεται οικονομικά και γεωπολιτικά από την άνοδο, ειδικά μετά την κρίση του 2008, των κύριων ανταγωνιστών του, της Κίνας και των συμμάχων της. Η ηγεμονία του απειλείται από τον αναδυόμενο αντίπαλο και επιχειρεί να εμποδίσει την ανάπτυξη του σε πολλά μέτωπα, παρακάμπτοντας πλέον και το φύλλο συκής του «διεθνούς δικαίου» (απαγωγή Μαδούρο, γενοκτονία στη Γάζα, επιθέσεις στο Ιράν, εμπάργκο στην Κούβα κλπ.). Το ιμπεριαλιστικό «θηρίο» είναι ακόμα πιο επικίνδυνο σε τέτοιους καιρούς, όταν νιώθει ότι απειλείται. Αλλά όπως φάνηκε μπορεί και να πληγωθεί σημαντικά από την επίμονη αντίσταση των λαών και των πληττόμενων χωρών όπως το Ιράν, και φυσικά από τον ηρωϊκό αγώνα της παλαιστινιακής και λιβανέζικης αντίστασης κόντρα στο σιωνιστικό μόρφωμα. Ελπίζουμε οι εξελίξεις να μην ωθήσουν τους σιωνιστές σε μία νέα πολεμική φυγή προς τα εμπρός για να τις τορπιλίσουν, αλλά να σφραγίσουν μία νέα πολιτική και στρατιωτική ήττα τους.
Όλα αυτά θέτουν στους λαούς και στην Αριστερά το καθήκον συγκρότησης ενός ενωτικού αντιπολεμικού – αντιιμπεριαλιστικού κινήματος που θα βάλει φραγμό στον πολεμικό όλεθρο. Οι εμπειρίες του March to Gaza και του Global Sumud Flotilla έδωσαν σημαντική ώθηση και το κοινό βήμα με τη δημιουργία της Αντιπολεμικής Δράσης πρέπει να πάρει σάρκα και οστά με διαρκείς πρωτοβουλίες στο επόμενο διάστημα. Και αυτό θα είναι ένα πεδίο δοκιμασίας για να δείξουμε όλες και όλοι την ενωτική διάθεση που επιδείξαμε για τη δημιουργία της. Η ανάγκη για αυτό είναι μεγάλη, αφού ο καπιταλισμός δεν έχει βγει από την καθοδική κρισιακή τροχιά του και για αυτό αναζητά διέξοδο στον πόλεμο και τον ακροδεξιό εθνικισμό. Αυτή η πορεία τείνει προς γεγονότα αντεπαναστατικού αλλά δυνητικά και επαναστατικού χαρακτήρα, ειδικά στην ΕΕ, που έχει μετατραπεί στον Μεγάλο Ασθενή της εποχής μας. Για αυτά απαιτείται να προετοιμαστούμε πολύπλευρα, με μια σημαντική για εμάς πλευρά να είναι και η τεράστια προσπάθεια για ένα νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα, κόμμα και κυρίως, κίνημα.
Την ίδια ώρα στη χώρα μας «μυρίζει» εκλογές και εν όψει αυτών το πολιτικό σύστημα ρευστοποιείται σημαντικά μετά και από την ίδρυση των νέων κομμάτων ΕΛΑΣ του Α.Τσίπρα και Ελπίδα της Μ.Καρυστιανού. Οι πιέσεις που δέχεται ο κόσμος του κινήματος και της μαχόμενης και ανατρεπτικής Αριστεράς εντείνονται και αυτό κάνει ακόμα πιο επιτακτική την συγκρότηση και παρέμβαση μίας πραγματικής αριστερής ανατρεπτικής εναλλακτικής κόντρα στις χρεοκοπημένες, αλλά δυστυχώς και παρ’ όλα αυτά ακόμα παρούσες σειρήνες του οπορτουνισμού και του σεχταρισμού. Βρισκόμαστε σε μία σημαντική καμπή, όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη κλονίζεται σημαντικά, τυπικά από τα σκάνδαλα που ανακύπτουν, αλλά ουσιαστικά από την εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια για τα αποτέλεσματα της πολιτικής της με την εκτίναξη της ακρίβειας, της ελαστικής εργασίας, της στεγαστικής κρίσης κλπ. Επιχειρεί μία φυγή προς τα μπρος στην υλοποίηση ακόμα πιο αντιδραστικών πολιτικών και με την βαθύτερη πρόσδεση στα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και Ισραήλ στην περιοχή, χωρίς όμως να μπορεί να επιτύχει μία αλλαγή της πολιτικής κατάστασης υπέρ της. Πρέπει να φύγει χθες, αλλά όπως πολύ σωστά λέει και ο υπέρτιτλος της εκδήλωσης σήμερα μαζί με το Μητσοτάκη πρέπει να φύγει και η πολιτική του αν θέλουμε να δούμε πραγματική αλλαγή της κατάστασης.
Ο κύριος λόγος που η κυβέρνηση παραμένει όρθια είναι η πρωτοφανής κρίση των αντιπάλων της στο αστικό στρατόπεδο. Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας δεν την αφήνει να γίνει σοβαρό αντίπαλο δέος, ενώ και η ακροδεξιά δείχνει συγκεκριμένα όρια, όπως και οι νεοπαγείς προσωποπαγείς σχηματισμοί. Αυτή η μακρά πορεία κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας με την αλλαγή κοινωνικών εκπροσωπήσεων (από την εργατική στη νέα μικροαστική τάξη και νέα αστικά στρώματα), την καρτελοποίηση του κόμματος γύρω από το κράτος και την πλήρη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξή της μπορεί δυστυχώς να μας αφορά. De te fabula narratur («για σένα μιλάει ο μύθος») έλεγαν οι γνωστοί στίχοι του Οράτιου που ανέφερε ο Μάρξ στον πρόλογο του Κεφαλαίου και δυστυχώς το γεωγραφικά και χρονικά (με όρους ιστορικού χρόνου) παράδειγμα της Ιταλίας πρέπει να μας κάνει να επαγρυπνούμε. Δεν διαλύθηκε μόνο η σοσιαλδημοκρατία εκεί, πήρε μαζί της και μία Αριστερά που δεν μπόρεσε να απαντήσει στις προκλήσεις της νέας εποχής. Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο είμαστε και εμείς, ειδικά μετά τη στιγμή του 2015, αλλά και την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ του 2015-19, της (μη) αντιπολίτευσής του το 2019-23 που οδήγησε στη συντριβή του 2023 και την μετέπειτα κρισιακή κατάρρευσή του. Όλα αυτά επιδρούν δυστυχώς σε όλη την Αριστερά, όλους μας παίρνει η μπάλα όπως μας πήρε και στην περίοδο των καταρρεύσεων το 1989-91.
Όπως, βέβαια, ορθά έγραψε σε άρθρο του στο Jacobin ο σ.Μινωτάκης[1] από την Ανυπακοή, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται και ο σημερινός συσχετισμός έχει αλλάξει και καλό είναι να τον λάβουμε σοβαρά υπόψη για να είναι αποτελεσματική η προσπάθεια να τον αλλάξουμε. Αν ισχύουν, όμως, τα προηγούμενα για την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας και της Αριστεράς, τότε μάλλον χρειάζονται αρκετά περισσότερα από την υπόμνησή του ότι για να επιτευχθεί αυτό βασικά πρέπει να αφήσουμε πίσω το σεχταρισμό και την επιμονή σε ζητήματα όπως π.χ. η ΕΕ και τα πολύπλευρα συμπεράσματα της εμπειρίας του 2015. Κατανοώ την ανάγκη του σ. Αλέξανδρου για αυτό, επειδή κι εγώ μάλλον πιο κοντά στο ολίσθημα του αριστερισμού υπήρξα μέχρι το 2015, και όπως έγραφε ο Τουργκένιεφ «φωνάζει κανείς δυνατότερα ενάντια στην κακία που νιώθει ό,τι έχει», σε μία στροφή από ποίημά του που άρεσε στον Λένιν να αναφέρει[2]. Όμως δεν αρκεί να διυλίζουμε τον κώνωπα του αριστερισμού καταπίνοντας την κάμηλο του διαρκούς τακτικισμού και του αρχηγισμού, γιατί πολύ απλά γλυτώνοντας από τα δικά μας λάθη το 2015 θα επαναλάβουμε αυτά άλλων που αποδείχθηκαν ακόμα πιο ολέθρια για όλη την κοινωνία. Καλό είναι να θυμόμαστε αυτό που προφητικά και διορατικά έγραψε ο Σουν Τσου περίπου 2.500 χρόνια πριν: «Η στρατηγική χωρίς τακτική είναι η πιο αργή διαδρομή προς τη νίκη. Η τακτική χωρίς στρατηγική είναι ο θόρυβος πριν την ήττα». Και αυτό ίσως δεν αφορά μόνο όσους ακολουθούν πλέον το ακραία προσωποπαγές και κεντροαριστερό μόρφωμα της ΕΛΑΣ, που όπως θα έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης «από τη σκοπιά του σοσιαλισμού μας αφήνει παγερά αδιάφορους». Καλό θα ήταν να μην το ξεχνούν και οι συντρόφισσες και σύντροφοι που στο βωμό του δύσκολου συσχετισμού κλείνουν τα μάτια σε προτάσεις του Γ.Βαρουφάκη για στρατιωτικό βραχίονα της ΕΕ προκειμένου να γλυτώσουμε από το ΝΑΤΟ και στην (διόλου τυχαία) προσωπική πρόταση του για το πώς βλέπει την ενότητα της Αριστεράς, πρακτικά ως κατά μόνας συμμετοχή προσώπων σε ψηφοδέλτια είτε με είτε και χωρίς (!!!) τη συναίνεση των συλλογικοτήτων στις οποίες ανήκουν. Αναρωτιέται κανείς πόσο διαφέρει τελικά (στη μορφή, όχι στο περιεχόμενο, για να μην παρεξηγηθώ!) μία τέτοια πρόταση από την αντίστοιχη πρόταση που εκφωνεί ο αρχηγός της ΕΛΑΣ.
Επιμένουμε σε αυτά επειδή η ελληνική Αριστερά, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, αποδεικνύεται κατώτερη των προκλήσεων. Το ΚΚΕ διέψευσε τις ελπίδες που γέννησε η ενίσχυσή του στη βουλή και τα συνδικάτα μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, με την ανθενωτική στάση, την άρνηση να υιοθετήσει το αίτημα για κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων, τη λαθεμένη πολιτική στο αντιπολεμικό κίνημα και την ακραία συντηρητική στάση στο ζήτημα του γάμου ομοφύλων και γενικά στο έμφυλο ζήτημα. Το ΜεΡΑ25 συνεχίζει να ισορροπεί μεταξύ αριστερού ευρωπαϊσμού και ριζοσπαστικής Αριστεράς, αφαίρεσε τη «ρήξη» και τώρα τη λέξη «ανατρεπτική» από την Αριστερά στον τίτλο του για να την αντικαταστήσει με τη λέξη «ενωτική», ενώ στην πράξη εμφανίζει έναν αρχηγικό χαρακτήρα, καλώντας στελέχη άλλων κομμάτων να μπουν στα ψηφοδέλτιά του κατά μόνας. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνεχίζει σεχταριστικά και ακόμη πιο διαιρεμένη εσωτερικά, ενώ με τη επιλογή διάσπασης στο συνέδριο του ΕΚΑ χρεώθηκε την απουσία των ταξικών αγωνιστικών δυνάμεων από τη διοίκηση του μεγαλύτερου εργατικού κέντρου της χώρας μετά από 16 χρόνια. Η ΛΑΕ έκανε την επιλογή να συρθεί στη δικαιολόγηση της ενδοκινηματικής βίας και να επιτίθεται σε αριστερές οργανώσεις με την κατηγορία του «φιλοδυτικού» τη στιγμή που τις καλεί σε εκλογική συνεργασία. Και η Νέα Αριστερά εξαερώνεται από την ΕΛΑΣ, καθώς δεν τολμά ακόμα να ψελλίσει μια στοιχειώδη αυτοκριτική για τη μνημονιακή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σίγουρα δεν περίμενε κανείς κάτι περισσότερο από τους πρώην 6+6 του ΣΥΡΙΖΑ (τάση Αχτσιόγλου, Χαρίτση, Ηλιόπουλου, Τζανακόπουλου κλπ.), που πλέον θυμίζουν το θεατρικό του Πιραντέλλο «6 πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», όπου 6 θεατρικά πρόσωπα από ένα ημιτελές έργο ζητούν απεγνωσμένα από έναν θιασάρχη να ολοκληρώσει την υπόθεση του έργου τους μπας και καταφέρουν τελικά να υπάρξουν έτσι. Όμως στους εναπομείναντες στο κόμμα αναλογεί κάτι παραπάνω, και δεν το ακούμε έως τώρα, αντιθέτως στην πρόσφατη εκδήλωσή τους ακούσαμε το Γαβριήλ Σακελλαρίδη να περιγράφει κάτι που δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς σε τι διαφέρει από το Συνασπισμό προ ΣΥΡΙΖΑ κι ενώ έχουν περάσει τόσα από τότε.
Μία «παλαιοκομμουνιστική» τοποθέτηση θα καλούσε κάπου εδώ «να βγουν συμπεράσματα». Δεν την ενστερνίζομαι, όχι τόσο επειδή αισθητικά με απωθεί, όσο κυρίως επειδή πολιτικά προϋποθέτει τη βεβαιότητα των δικών σου συμπερασμάτων στα οποία τελικά καλείς τους άλλους να προσέλθουν. Προτιμώ να πω ότι για όλους και όλες μας χρειάστηκε και χρειάζεται διαρκής αναστοχασμός για μία ανατρεπτική Αριστερά που θα πάει αλλιώς.
Σε αυτό το τοπίο όλες και όλοι μας έχουμε να πάρουμε μία βασική θεμελιακή απόφαση. Αφενός, αν θα γίνουμε έρμαιο των πιέσεων, συνεχίζοντας τη μακρά σισσύφεια πορεία όσων επιλέγουν, λιγότερο ή περισσότερο απογοητευμένοι/ες και χωρίς πολιτική αυτοπεποίθηση πλέον να γίνουν πολιτικοί «δωρητές/τριες σώματος» ή ακόμα χειρότερα απλοί ψηφοφόροι. Αφετέρου, αν θα προσπαθήσουμε, όσο δύσκολο και αν δείχνει αρχικά, να φτιάξουμε ένα νέο πολιτικό πόλο έλξης (προγραμματικά, οργανωτικά, φυσιογνωμικά) για το διάχυτο απογοητευμένο δυναμικό του κινήματος και της ανατρεπτικής Αριστεράς. Έναν πόλο που θα ακολουθήσει μια μαζική πολιτική διεκδίκησης κατακτήσεων και ανατροπής, ξεκινώντας από την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και όλων των διαχειριστών, με ένα μεταβατικό πρόγραμμα έμπνευσης ενός ενωτικού αγωνιστικού κινήματος. Πιστεύουμε το δεύτερο, και ξέρουμε ότι βαδίζουμε μαζί σε αυτό το δρόμο μαζί και με άλλες συλλογικότητες, συντρόφισσες και συντρόφους στην Πρωτοβουλία για μία νέα, ενωτική και ανατρεπτική Αριστερά. Χωρίς φυσικά το δυναμικό που αναζητά κάτι τέτοιο να εξαντλείται σε αυτή. Και το πιστεύουμε επειδή, όπως έλεγε ο Ρωμαίος φιλόσοφος και πολιτικός Σενέκας «Δεν υπάρχει ούριος άνεμος για όποιον δεν γνωρίζει πού θέλει να πάει». Γιατί πολύ απλά στην πολιτική κανείς δεν θα κάνει για σένα όσα εσύ θες να κάνεις και δεν μπορείς απλά να «κόψεις δρόμο» με τακτικισμούς και ευκολίες.
Βέβαια, ο ίδιος φιλόσοφος είπε και κάτι άλλο: «Δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο, αλλά ότι χάνουμε πολύ… Η ζωή είναι αρκετά μακροσκελής αν ξέρεις πώς να τη χρησιμοποιήσεις.». Και για αυτό πρέπει να ανεβάσουμε ταχύτητες για κάτι τέτοιο γιατί μπροστά μας θα ανοίξουν σημαντικές προκλήσεις, τις οποίες οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε με στρατηγικό βάθος αλλά και με τόλμη, παρά τα τραύματα και τις εμπειρίες του παρελθόντος που ωθούν πιο εύκολα προς την ασφάλεια της αδράνειας ή του δισταγμού να κάνει κανείς και καμία όσα η συγκυρία και η εποχή επιτάσσουν.
Η ενότητα είναι αναγκαία, όχι όμως ικανή προϋπόθεση από μόνη της. Χρειάζεται και μετασχηματισμός για να μην καταλήξουμε σε μία διαρκή ανακύκλωση «ηττημένων υλικών» που αρνούνται πεισματικά να αλλάξουν και βαλτώνουν διαρκώς αναμασώντας τακτικές ευκολίες. Χρειάζεται ριζική ανασύνθεση και ανασυγκρότηση κοινωνικών χώρων, κινημάτων και συλλογικοτήτων, για να οικοδομηθεί ξανά μέσα στο κίνημα ένα ισχυρό και μαζικό μπλοκ της ρήξης. Χρειάζεται οικοδόμηση προγραμματικών όρων και συγκλίσεων σε ανοικτές πλατιές συνελεύσεις, με συμμέτοχους αγωνιστές και αγωνίστριες με γνώση από κάθε πεδίο, με ουσιαστική πολιτική συζήτηση με όλο το εμπλεκόμενο δυναμικό. Είναι αναγκαία μια αριστερή πολιτική που θα διεκδικεί άμεσα, εδώ και τώρα, νίκες και υλικές κατακτήσεις, που λειτουργούν και παραδειγματικά. Που θα παραμένει ανυποχώρητη στη στρατηγική της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας. Θεωρούμε όλα αυτά κρίσιμες προϋποθέσεις για το χτίσιμο ενός πολιτικού φορέα της ανατρεπτικής Αριστεράς που να μπορέσει να αποκτήσει σταδιακά μαζική απήχηση. Από αυτή τη σκοπιά, δεν αρκούν οι συνήθεις κινήσεις και προσπάθειες ενότητας μόνο στο εκλογικό πεδίο ή αποκλειστικά από τα πάνω, χωρίς ουσιαστική κινηματική και προγραμματική αναβάπτιση. Η εκλογική συμπόρευση θα είναι χρήσιμη αν μπορεί να ανταποκριθεί σε τρεις θετικές και αναγκαίες προκλήσεις: α) την κατεύθυνση σύγκρουσης και ρήξης στην προοπτική τελικά της εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, β) την κατεύθυνση ενός ενιαίου αγωνιστικού κινήματος από όλη την Αριστερά με λογική ειλικρινούς κοινής δράσης, γ) την ισοτιμία και συνδιαμόρφωση του εκλογικού προγράμματος και των αρχών με ανοιχτές διαδικασίες συγκρότησης. Με αυτά τα σημεία εμείς παραμένουμε ανοιχτοί/ες για συνεργασία προς όλη τη μαχόμενη Αριστερά, το ΚΚΕ, το ΜεΡΑ25, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τις μικρότερες εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις, ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες, γνωρίζοντας φυσικά τα προβλήματα.
Σίγουρα έχει την αυτοτέλειά του κάτι τέτοιο, αλλά πιστεύουμε ότι μπορεί και πρέπει να συμβάλει και στην κύρια ανάγκη να υπάρξει προχώρημα σε τρία βασικά πεδία.
- στο πεδίο του αγωνιστικού συντονισμού και της κοινής δράσης όλων των δυνάμεων της μαχόμενης Αριστεράς και όποιου κόσμου θέλει να αγωνιστεί ενάντια στις αντιδραστικές πολιτικές και να παλέψει για υλικές νίκες και κατακτήσεις σήμερα. Κοινή δράση για εμάς σημαίνει συντροφικός συντονισμός δυνάμεων, χωρίς αποκλεισμούς (παρά μόνο για αξιακά ζητήματα όπως π.χ. η ενδοκινηματική βία), σχεδιασμός και ουσιαστική συνεννόηση για να τίθενται από κοινού στόχοι πάλης, κινητοποιήσεις και συντονισμός σε όλα τα πεδία του αγώνα και όχι απλά κοινά ραντεβού. Ακόμα καλύτερα, σημαίνει και όσο το δυνατόν πιο κοινά και ενωτικά σχήματα σε κάθε κοινωνικό χώρο, πάντα με βάση τις ιδιαιτερότητές του.
- στο άνοιγμα με δημόσιους και ενωτικούς όρους της προγραμματικής συζήτησης που η συγκυρία και η εποχή απαιτεί. Με σκοπό να βαθύνουν και να κατακτηθούν όσο γίνεται από κοινού εκτιμήσεις, προγραμματικές επεξεργασίες και αιτήματα, σε διαρκή διάλογο με τα υπαρκτά κινήματα και τροφοδοτώντας πολιτικά τους αγώνες τους.
- στην δημιουργία κοινού χώρου οργανωτικά, ώστε όλο το δυναμικό που ενδιαφέρεται να συμβάλλει στα παραπάνω να συζητά, να κρίνει, να οργανώνει, να αποτιμά και να αποφασίζει από κοινού με ανοικτό, δημοκρατικό τρόπο. Σήμερα, υπάρχει σοβαρό έλλειμμα ύπαρξης μίας τέτοιας ουσιαστικής λειτουργίας που να εμπλέκει οργανωμένο και ανένταχτο δυναμικό με συντροφικούς όρους.
Σε αυτά τα πεδία πιστεύουμε ότι η ανάγκη βοά για κάτι νέο. Ελπίζουμε και θα δώσουμε όλες τις δυνάμεις μας, εντός και μαζί με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Πρωτοβουλίας για μία νέα, ενωτική και ανατρεπτική Αριστερά για να συμβάλλουμε καταλυτικά σε αυτές τις ανάγκες του κινήματος και της πολιτικής Αριστεράς.
[1] https://jacobin.gr/i-istoria-den-epanalamvanetai/
[2] Όπως, συμπτωματικά, το έκανε στη μπροσούρα «Επαναστατικός Τυχοδιωκτισμός», όπου ασκεί κριτική στους εσέρους.

