Υπάρχει, ακόμη, χαραμάδα ελπίδας για την Αριστερά, κύριε Νίκο; Του Νίκου Δαμιανάκη

Στον Νίκο Σερβετά


«Μην μπερδεύετε τους εκδότες με το περιεχόμενο των εφημερίδων τους. Μπορείς να είσαι ανθοπώλης ακόμα κι αν δεν σ αρέσουν τα λουλούδια», Νίκος Σερβετάς- 2023

Το άρθρο αυτό γράφεται πάνω σε μια λεπτή γραμμή, ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και την πολιτική ανάλυση, ανάμεσα στη μνήμη και την επικαιρότητα, ανάμεσα στο συναίσθημα και την ανάγκη να κατανοήσουμε την πολιτική πραγματικότητα όπως πραγματικά είναι. Τις τελευταίες ημέρες βρέθηκα πολλές φορές να επιστρέφω στις διαδικτυακές μας συνομιλίες, σε παλιά μηνύματα, σε ηλεκτρονικές επιστολές που ανταλλάξαμε και σε εκείνο το τελευταίο email που έμεινε αναπάντητο – ένα μικρό βάρος που σήμερα μοιάζει μεγαλύτερο απ’ όσο του αναλογεί. Επέστρεψα ακόμη και στην τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία μας, λίγους μόλις μήνες πριν, όταν τίποτα δεν προμήνυε ότι θα ήταν από τις τελευταίες.

Δεν θα επικαλεστώ μια στενή προσωπική φιλία ούτε μια οικειότητα που δεν είχαμε. Θα επικαλεστώ όμως τη σταθερή, γενναιόδωρη και ανιδιοτελή στήριξη που μου προσέφερε ο Νίκος Σερβετάς  αυτά τα τελευταία χρόνια, που γνωριστήκαμε, είτε σε δικές μου ερευνητικές αναζητήσεις, είτε στην προώθηση άρθρων και παρεμβάσεων, είτε στις δραστηριότητες του Ινστιτούτου Δημήτρης Μπάτσης, για το οποίο έδειχνε πάντοτε ειλικρινές ενδιαφέρον. Η παρουσία του ήταν από εκείνες που δεν επιδιώκουν το προσκήνιο, αλλά συμβάλλουν ουσιαστικά ώστε άνθρωποι, ιδέες και συλλογικές προσπάθειες να βρουν χώρο και φωνή στον δημόσιο διάλογο.

Οι γραμμές που ακολουθούν – όπως και μια συνέντευξη που μου παραχώρησε κάποια στιγμή και η οποία ίσως κάποτε δημοσιευθεί, εφόσον το επιτρέψει η οικογένειά του – δεν γράφονται ως αποχαιρετισμός ούτε ως επιμύθιο μιας διαδρομής που ολοκληρώθηκε, αλλά ως μια πράξη μνήμης και ευγνωμοσύνης, ως ένα βαθύ και ειλικρινές «ευχαριστώ» σε έναν άνθρωπο που υπηρέτησε τη δημοσιογραφία, τον δημόσιο διάλογο και την Αριστερά με σοβαρότητα, διακριτικότητα και ήθος. Ίσως, άλλωστε, μέσα από τις σκέψεις που ακολουθούν για την κρίση της Κεντροαριστεράς, τις νέες πολιτικές αναζητήσεις και τα αδιέξοδα της εποχής μας, να συνεχίζεται με έναν διαφορετικό τρόπο ένας διάλογος που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, στο προοδευτικό πολιτικό σκηνικό;

Οι σκέψεις που ακολουθούν αποτελούν συνέχεια ενός ευρύτερου προβληματισμού για την πορεία της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς στη σημερινή συγκυρία. Ένας κοινός άξονας που διαπέρασε αυτή τη συζήτηση ήταν ότι η ανασύνθεση πολιτικών φορέων και κομματικών σχηματισμών δεν αρκεί από μόνη της να απαντήσει στην κρίση του χώρου, όσο παραμένουν ανοιχτά τα ερωτήματα της κοινωνικής εκπροσώπησης, της στρατηγικής κατεύθυνσης και του περιεχομένου μιας σύγχρονης προοδευτικής πρότασης.

Σαν σε έναν γνώριμο «καφκικό διάδρομο», η αναζήτηση της εξόδου μοιάζει συχνά να οδηγεί ξανά στην αφετηρία της. Η ίδρυση της ΕΛΑΣ και η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ως κεντρικού παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη έκφραση αυτής της τάσης. Ωστόσο, το πραγματικό διακύβευμα δεν βρίσκεται μόνο στο αν μπορεί να συγκροτηθεί ένας νέος πολιτικός πόλος, αλλά στο αν μπορεί να διατυπωθεί ένα κοινωνικό και πολιτικό σχέδιο που να υπερβαίνει τα όρια της διαχείρισης και να απαντά στις αντιφάσεις που γέννησαν την ίδια την κρίση του χώρου.

Από τις έως τώρα δημόσιες παρεμβάσεις και τις προγραμματικές αναφορές της, η ΕΛΑΣ (όπως αυτές προβάλλονται από τα φιλικά προς αυτήν ΜΜΕ) φαίνεται να δίνει έμφαση στη διεύρυνση, στην επανένωση δυνάμεων και στη συγκρότηση ενός ευρύτερου προοδευτικού πόλου, αντανακλώντας την αγωνία ανασυγκρότησης του χώρου, όχι όμως κατ’ ανάγκην και την επεξεργασία ενός νέου ιστορικού σχεδίου. Στην πραγματικότητα, όμως, η στάση του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ, δείχνει ότι θέλει να απορροφήσει, πολιτικά και κομματικά το ΣΥΡΙΖΑ, την Νέα Αριστερά και ό,τι μπορεί από το ΠΑΣΟΚ. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το σημείο συνάντησης της κριτικής προς την ΕΛΑΣ και  της κριτικής που συνοδεύει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της ανόδου του έως τη σημερινή του κρίση.

Η αναφορά στις κοινωνικές ανισότητες και στον νεοφιλελευθερισμό συχνά αποσυνδέεται από τις δομές εξουσίας που τις αναπαράγουν, από τις σχέσεις μεταξύ κράτους, κεφαλαίου και εργασίας, από τους μηχανισμούς συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Το ίδιο ισχύει και για τις μνημονιακές πολιτικές της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κοινωνική δικαιοσύνη εμφανίζεται περισσότερο ως στόχος ηθικής αποκατάστασης παρά ως αποτέλεσμα κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων.

Η αντίφαση αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στη σημερινή συγκυρία. Ενώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκφράζει με σχετική συνοχή ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και οικονομικό μπλοκ εξουσίας, η προοδευτική αντιπολίτευση δυσκολεύεται να αντιπαραθέσει ένα αντίστοιχα συνεκτικό εναλλακτικό σχέδιο. Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται διαρκώς γύρω από δημοσκοπήσεις, μετακινήσεις στελεχών, νέα κομματικά σχήματα και εκλογικές ισορροπίες.

Η αναζήτηση της πολιτικής διεξόδου μοιάζει συχνά να εξαντλείται στη διαχείριση της ίδιας της κρίσης εκπροσώπησης που τη γέννησε. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιος μπορεί να αμφισβητήσει εκλογικά τη Νέα Δημοκρατία, αλλά αν μπορεί να συγκροτηθεί ένα πολιτικό σχέδιο που να αμφισβητεί τις κοινωνικές σχέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η σημερινή ηγεμονία.

Ο προοδευτικός χώρος συζητά αδιάκοπα για τη μορφή της επανεκκίνησής του, για τα πρόσωπα που θα τον στελεχώσουν και για τους πολιτικούς συσχετισμούς, ενώ παραμένει ανοιχτό το ερώτημα του ιστορικού του σκοπού. Αναζητείται η πολιτική αρχιτεκτονική πριν αποσαφηνιστεί το κοινωνικό σχέδιο και συζητείται ο φορέας πριν προσδιοριστεί το περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, η πολιτική οργάνωση προηγείται της πολιτικής ιδέας. Η ανασύνθεση οργανωτικών μορφών δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από μια σαφή στρατηγική επιλογή ως προς τις κοινωνικές δυνάμεις που επιδιώκεται να εκπροσωπηθούν, τις κοινωνικές συμμαχίες που επιδιώκεται να συγκροτηθούν και το είδος της κοινωνικής αλλαγής που προτείνεται.

Αναφορικά με το νέο κόμμα της Κεντροαριστεράς, η μέχρι σήμερα φυσιογνωμία της ΕΛΑΣ δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η νέα παράταξη εμφανίζεται ως απάντηση στην αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ και στην κρίση του προοδευτικού χώρου, περισσότερο όμως ως εγχείρημα πολιτικής ανασύνθεσης παρά ως αποτέλεσμα μιας νέας στρατηγικής επεξεργασίας των κοινωνικών αντιθέσεων της εποχής. Η έμφαση δίνεται κυρίως στη θεσμική ανασυγκρότηση, στη διαφάνεια, στη δημοκρατική λειτουργία και στην αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση. Πρόκειται για στόχους σημαντικούς, οι οποίοι όμως δύσκολα συγκροτούν από μόνοι τους ένα σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού.

Σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου ανόδου του, που συγκροτήθηκε γύρω από μια αφήγηση ρήξης με τη λιτότητα, η ΕΛΑΣ φαίνεται να εκκινεί από μια πιο μετριοπαθή αφετηρία, όπου η αναζήτηση συναινέσεων προηγείται της οριοθέτησης των κοινωνικών συγκρούσεων. Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται από τις σχέσεις εξουσίας στις μορφές διακυβέρνησης και από τη σύγκρουση κοινωνικών συμφερόντων στη διαχείριση της συναίνεσης.

Η εμπειρία του 2015 δεν οδήγησε μόνο σε μια κυβερνητική προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ. Επηρέασε βαθύτερα την ίδια την πολιτική φαντασία της ελληνικής Αριστεράς, μετατοπίζοντας σταδιακά το κέντρο βάρους από τη ρήξη προς τη διαχείριση. Η στρατηγική της διαρκούς διεύρυνσης προς το Κέντρο και της τεχνοκρατικής προσαρμογής δεν ανέκοψε αυτή την πορεία, αλλά συνδέθηκε με τη σταδιακή εκλογική και κοινωνική συρρίκνωση του κόμματος από το 32% του 2019 στο 18% του 2023 (ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε ακολούθημα ΝΔ)..

Αναφορικά με τα παλαιότερα κόμματα, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια διαδικασία αναδιάταξης των πολιτικών, οργανωτικών και συμβολικών του πόρων, η οποία επιταχύνεται από την εμφάνιση του νέου κομματικού φορέα. Οι αντιπαραθέσεις που καταγράφονται δεν αφορούν μόνο πρόσωπα ή συγκυριακές επιλογές, αλλά διαφορετικές αντιλήψεις για τη συγκρότηση του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, τις μορφές πολιτικής εκπροσώπησης και τις στρατηγικές κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Η εν εξελίξει μετακίνηση στελεχών και ψηφοφόρων προς το νέο εγχείρημα ενισχύει τις φυγόκεντρες τάσεις και επηρεάζει τη συνοχή του κομματικού οργανισμού.

Με βάση την πορεία ΣΥΡΙΖΑ (τα τελευταία 15 χρόνια) και της ΕΛΑΣ (αυτό το λίγο διάστημα ζωής της),  η Αριστερά, που θέλει να ξαναποκτήσει ιστορικό βάρος και κοινωνική αναφορά, δεν αρκεί να εμφανιστεί ως η δικαιότερη ή αποτελεσματικότερη εκδοχή της υπάρχουσας διακυβέρνησης. Οφείλει να διατυπώσει ένα συνεκτικό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού που να απαντά στις μεγάλες αντιφάσεις της εποχής: στη διεύρυνση των ανισοτήτων, στη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος σε ολοένα και λιγότερα οικονομικά κέντρα, στην αποδυνάμωση της εργασίας, στην κρίση στέγης, στην εμπορευματοποίηση βασικών δημόσιων αγαθών και στην αίσθηση κοινωνικής ανασφάλειας που διαπερνά μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.

Αυτό προϋποθέτει πολιτικές αναδιανομής, ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της θέσης της εργασίας, ισχυρές δημόσιες πολιτικές για την κατοικία, την υγεία και την παιδεία, δημοκρατικό έλεγχο σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο που να υπηρετεί κοινωνικές ανάγκες και όχι αποκλειστικά τη λογική της αγοράς. Χωρίς μια τέτοια προγραμματική πυξίδα, η ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου κινδυνεύει να παραμείνει μια αναδιάταξη πολιτικών δυνάμεων χωρίς αντίστοιχη ανασύνθεση πολιτικού νοήματος.

Γιατί η κρίση της ελληνικής Αριστεράς είναι κρίση στρατηγικής. Και καμία ανασύνθεση, όσο ενθαρρυντική κι αν εμφανίζεται δημοσκοπικά, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για ένα νέο, συνεκτικό και πραγματικά ανατρεπτικό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού. Γιατί αν δεν υπάρξει μια πραγματική σύγκρουση και προσπάθεια (έστω) ανατροπής του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, οποιαδήποτε δημοσκοπική ή εκλογική επιτυχία σε «διαχειριστικό πλαίσιο», θα είναι επισφαλής και βραχύβια. Και να σημειωθεί πως η Άκρα Δεξιά και οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ» καιροφυλακτούν για τέτοιες «αποτυχίες».

Μια Αριστερά που δεν συγκρούεται με τις δομές που παράγουν την ανισότητα κινδυνεύει να περιοριστεί στη διαχείριση των συνεπειών τους. Και τότε, όσο κι αν αλλάζουν τα ονόματα, τα λογότυπα ή οι συμμαχίες, η πολιτική συζήτηση θα συνεχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ίδιο αδιέξοδο. Δηλαδή, την αναζήτηση μιας εναλλακτικής διαχείρισης εκεί όπου το ζητούμενο είναι μια διαφορετική κοινωνική προοπτική. Συνεπώς, το πρόβλημα του χώρου είναι ότι δυσκολεύεται να επεξεργαστεί ένα σχέδιο κοινωνικής σύγκρουσης αντίστοιχο με το βάθος των κοινωνικών αντιθέσεων που περιγράφει.

Η επιτυχία της ΕΛΑΣ, επομένως, δεν θα πρέπει να κριθεί από τις δημοσκοπικές επιδόσεις ή την ανασύνθεση του χώρου, αλλά από το αν μπορεί να συγκροτήσει ένα νέο κοινωνικό μπλοκ και να προτείνει ένα σχέδιο που να μεταβάλλει τους όρους άσκησης της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και όχι απλώς τους διαχειριστές της. Γιατί οι δημοσκοπικές επιδόσεις ή τα αποτελέσματα στις εκλογές γρήγορα μπορούν να «ξεφουσκώσουν» όταν ένα κόμμα (εν προκειμένου η ΕΛΑΣ) δεν συγκροτήσει μια ισχυρή πολιτική και ιδεολογική βάση και γείωση με την κοινωνία και εντός της κοινωνίας.

Τελικά, δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικά τμήματα του πολιτικού, οικονομικού και μιντιακού κατεστημένου αντιμετωπίζουν (ή προβάλλουν) την ΕΛΑΣ ως τον πιθανότερο και πλέον αποδεκτό αντίπαλο πόλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Όχι επειδή ταυτίζονται πολιτικά μαζί της, αλλά επειδή η αντιπαράθεση παραμένει, προς το παρόν, εντός των ορίων μιας εναλλακτικής διαχείρισης του υπάρχοντος πλαισίου και όχι μιας ουσιαστικής αμφισβήτησης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που το συγκροτούν.

Και να μην διαφύγει της προσοχής και της σκέψης, πως μια ενδεχόμενη εναλλαγή στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας  θα μπορούσε να επιφέρει ένα νέο «μοίρασμα» της χρηματοδοτικής και επιχειρηματικής «τράπουλας». Με τέτοιον τρόπο, δε, ώστε να δημιουργήσει τις προοπτικές επαναπροσέγγισης και (επανα)προσεταιρισμού   του συγκεκριμένου κατεστημένου (μιντιακού, ναυτιλιακού, κατασκευαστικού) στην πλευρά της (γαλάζιας) κυβερνώσας παράταξης.  Και κατ’ επέκταση, το «εγχείρημα Τσίπρα» στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

Και ίσως, κύριε Νίκο, αυτό να είναι που θα πρέπει να μας απασχολήσει.

Όχι αν θα εμφανιστεί ένας νέος φορέας, ένας νέος αρχηγός ή μια νέα εκλογική ισορροπία, αλλά αν η Αριστερά θα βρει ξανά το θάρρος να μιλήσει για τον κόσμο όχι όπως είναι, αλλά όπως θα μπορούσε να γίνει. Θέλω να πιστεύω ότι σε αυτή τη συζήτηση θα επιμένατε να αναζητάτε, ακόμη και μέσα στις αντιφάσεις και τις διαψεύσεις της συγκυρίας, εκείνη τη μικρή χαραμάδα ελπίδας που δεν βρισκόταν ποτέ στις δημοσκοπήσεις, αλλά στους ανθρώπους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους.

Υ. Σ

Η σταδιακή διάλυση της Νέας Αριστεράς και η μετακίνηση βουλευτών, στελεχών και υποστηρικτών προς την ΕΛΑΣ δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη πολιτικής αναγέννησης του χώρου. Περισσότερο θυμίζει την επιβεβαίωση μιας παλιάς παθογένειας της ελληνικής Κεντροαριστεράς και Αριστεράς, όπου η αναζήτηση πολιτικής διεξόδου μεταφράζεται συχνά σε μετακινήσεις προσώπων και ανασυνθέσεις μηχανισμών χωρίς αντίστοιχη θεωρητική και προγραμματική επεξεργασία.

Αν η Νέα Αριστερά δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει διακριτό πολιτικό στίγμα απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, η σχεδόν φυσική επανένταξη σημαντικού μέρους των δυνάμεών της στην ΕΛΑΣ υποδηλώνει ότι οι διαχωριστικές γραμμές υπήρξαν περισσότερο οργανωτικές παρά στρατηγικές. Η ευκολία με την οποία μετακινούνται στελέχη από φορέα σε φορέα ίσως δεν αποκαλύπτει μόνο την κρίση ενός κόμματος αλλά και κάτι βαθύτερο.

Την αδυναμία του χώρου να παράγει ένα νέο πολιτικό σχέδιο που να υπερβαίνει τον κύκλο των διασπάσεων, των ανασυνθέσεων και της διαρκούς ανακύκλωσης του ίδιου πολιτικού προσωπικού.

Αντί να ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος, υπάρχει ο κίνδυνος να παρακολουθούμε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου έργου με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ