Πηγή: Ο αναγνώστης
Spread the love
στο πνεύμα του Ρομπέρτο Μπολάνιο
Είχε πολύ υψηλό πυρετό. Ένιωθε πως το πρόσωπο του θα πρέπει να ήταν ένα κόκκινο της φωτιάς, σαν το βαρύ φανελένιο πουκάμισο που φορούσε και δεν τον ζέσταινε. Και όμως, σκυμμένος στο τραπέζι έγραφε και έγραφε, από έναν άλλο πυρετό. Τον πυρετό των ιδεών στο μυαλό του. Κάτι που δεν συνέβαινε συχνά. Με αναρρωτική στο σπίτι, λόγω της γρίπης του, δεν θα άφηνε το «οχτάωρο» να πάει χαμένο χωρίς γράψιμο. Καθόταν στο μικρό δωμάτιο, με το γραφείο και τη βιβλιοθήκη του, δίπλα από την εξώπορτα του διαμερίσματος. Το κορίτσι του καθόταν στο τραπέζι σχεδίου στο μπροστινό δωμάτιο. Ζωγράφιζε τους δικούς της κόσμους με τις παστέλ των απαλών χρωμάτων της. Το φως απέξω ήταν λαμπρό. Όμως έμπαινε στο δωμάτιο ένα μείγμα με τον παγωμένο αέρα που τρύπωνε από τις ατέλειες στα παλιά ξύλινα κουφώματα των παραθύρων. Στο διαμέρισμα, οι σιδερένιοι σωλήνες τού υδρατμού της θέρμανσης βογκούσαν με το παραπάνω. Και ανάμεσα στους θορύβους αυτούς άκουσε κάτι διαφορετικό. «Τι ήταν αυτό; Χτύπημα πόρτας;», είπε από μέσα του. «Δεν περιμένουμε κανέναν επισκέπτη…»
Κοίταξε από το ματάκι τής πόρτας και δεν είδε κανέναν. Καθώς έστριψε να γυρίσει στο δωμάτιο του, όμως, τον σταμάτησε επί τόπου η άμεση μνήμη. Γύρισε αμέσως και ξανακοίταξε. Η πόρτα τού απέναντι διαμερίσματος ήταν διάπλατα ανοιχτή! «Μα ο Ρότζερ δουλεύει αυτή την ώρα», αναλογίστηκε, και του μπήκαν ψύλλοι στα αυτιά. Καθώς φορούσε τα παπούτσια του να βγει να ελέγξει, άκουσε την πόρτα να κλείνει και απέξω στον διάδρομο γρήγορα βήματα. Πήγε αμέσως στο παράθυρο της κουζίνας που έβλεπε τον φωταγωγό και τις εσωτερικές σκάλες και είδε, δυο ορόφους πιο κάτω, έναν λιγνό μακρυμάλλη να κατεβαίνει στα γρήγορα με μια μικρή τηλεόραση υπό μάλης. Βγήκε αστραπή από το διαμέρισμα και κατέβηκε γρήγορα και αυτός τους έξη ορόφους. Άνοιξε με φούρια τη βαριά εξώπορτα του κτιρίου, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα πουθενά ο μακρυμάλλης ύποπτος. Περπάτησε τα λίγα βήματα μέχρι τη γωνία και κοίταξε και προς τις δυο κατευθύνσεις την οδό την κάθετο. Και τότε τον είδε να βγαίνει από μια πόρτα, στη μέση του τετραγώνου, με μια μαύρη πλαστική σακούλα στα χέρια με κάτι βαρύ, φαινόταν, μέσα («σίγουρα η τηλεόραση», σκέφτηκε), και να βαδίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκεί όπου στεκόταν αυτός.
Μια και δυο, τον πήρε από πίσω. Από την προηγούμενη βραδιά η θερμοκρασία είχε πέσει κατακόρυφα, στα κατάβαθα υπό το μηδέν. Όσο και αν έλαμπε ο ήλιος, στα πεζοδρόμια τα χιόνια δεν έλιωναν, είχαν μετατραπεί σε ανώμαλα, σκληρά παγόβουνα. Έστριψε ο ύποπτος, με βήμα τσακιστό, αριστερά στη Γουέστ Μπρόντγουεϊ, τον πλατύ δρόμο όπου ο αέρας έπεφτε επάνω σου δυνατά σαν μαστίγιο. Και αυτός ακολούθησε σε απόσταση, συντονισμένος με το ρυθμό τού άλλου. Και τότε διαπίστωσε έναν άλλο ρυθμό μέσα του. Ήταν το ποίημα που είχε αρχίσει στο σπίτι του, λίγο προτού ξεκινήσει αυτή εδώ η παρακολούθηση. Όπως φαίνεται είχε έρθει και αυτό μαζί του. Οι λέξεις που προσπαθούσε να βάλει σε τάξη στο μυαλό του, και ο κινούμενος στόχος μπροστά του, φαίνεται να είχαν βάλει φωτιά στο αίμα του. Και έτσι το υπερβολικό κρύο δεν τον άγγιζε καθόλου. Σίγουρα, αν είχε τραβήξει τα βλέμματα των λίγων εκείνων μαζί του στο πεζοδρόμιο, με τα μάλλινα σκουφιά τους κατεβασμένα ως τα μάτια, τα βαριά παλτό, τα περιτυλιγμένα σφιχτά κασκόλ, και τα γάντια, θα έβγαζαν εύκολα το συμπέρασμα πως ο νεαρός δίπλα τους, ντυμένος μόνο με το κόκκινο πουκάμισο και το μπλε ξεθωριασμένο μπλουτζίν, θα ήταν άλλος ένας ακόμη ψυχοπαθής Νεοϋρκέζος άστεγος …
Είδε τον ύποπτο να στρίβει δεξιά και να βαδίζει ανατολικά στη Χάουστον Στρητ, την μεγάλη διπλή αρτηρία με τη νησίδα στη μέση. Και άνοιξε βήμα ταχύ να στρίψει γρήγορα και αυτός μην τυχόν και τον χάσει. Έλπιζε πως σε αυτόν τον πολυσύχναστο δρόμο θα περνούσε κάποιο περιπολικό της αστυνομίας. Και αυτός θα τους έκανε σινιάλο για να τους δείξει τον νεαρό κλέφτη. Και θα αναλάμβαναν αυτοί από εκεί και πέρα, γιατί τώρα είχε αρχίσει να τον τραβάει πιο δυνατά η άλλη η περιπέτεια με το ποίημα, που είχε ήδη αρχίσει να παίρνει μορφή μέσα του. Και το επαναλάμβανε ολόκληρο, με κάθε νέο στίχο που έφτιαχνε στο μυαλό του. Μήπως το ξεχάσει πριν γυρίσει σπίτι του και προλάβει να το βάλει κάτω στο χαρτί. Για κακή του τύχη, όμως, ήταν σαν η αστυνομία να είχε εκείνη τη μέρα απεργία. Επί τρία ολόκληρα μεγάλα τετράγωνα, πουθενά να φανεί ένα από εκείνα τα αυτοκίνητα με τα πολυπόθητα μπλε κεφαλαία γράμματα στα πλευρά του: NYPD.
Σαν πέρασε την οδό Μέρσερ, τον είδε να σταματάει στην άλλη άκρη του τετραγώνου. Το φανάρι της Μπρόντγουεϊ, εκεί, είχε ανάψει κόκκινο και η κυκλοφορία ξανάρχισε να κατεβαίνει ασταμάτητη τη λεωφόρο. Αν προχωρούσε θα έπεφτε επάνω του. Και αν σταματούσε εκεί μάλλον δεν θα πρόφταινε το φανάρι, να διασχίσει τη λεωφόρο εγκαίρως ώστε να μην τον χάσει. Αποφάσισε λοιπόν να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και να τον παρακολουθεί από εκεί. Διασχίσανε τη λεωφόρο σχεδόν μαζί και συνέχισαν να προχωρούν προς την άκρη της γειτονιάς Little Italy. Και εκεί που συναντιέται η οδός Χάουστον με την οδό Ελίζαμπεθ τον είδε να μπαίνει σε ένα μαγαζί. Πλησίασε λίγο πιο κοντά και είδε πως επρόκειτο για μια πιτσαρία. Ξαφνικά, άρχισε να τουρτουρίζει από το κρύο. Θυμήθηκε πως είχε προσπεράσει έναν αλουμινένιο τηλεφωνικό θάλαμο λίγο πριν. Επέστρεψε εκεί, μπήκε μέσα στον θάλαμο, έκλεισε την πόρτα και, από το γρατσουνισμένο διάφανο πλαστικό που ήταν η «τζαμαρία» του, συνέχισε να παρακολουθεί την πόρτα της πιτσαρίας απέναντι όπου είχε μπει ο ύποπτος.
Τότε σκέφτηκε να πάρει τη σύντροφο του τηλέφωνο. Έψαξε τις τσέπες του και βρήκε κάτι ψιλά και με τα παγωμένα δάχτυλα του άρχισε να σχηματίζει τον αριθμό στης σακατεμένης τηλεφωνικής συσκευής το ταμπλό. «Πού είσαι;» του φώναξε δυνατά αυτή από την άλλη άκρη της γραμμής. «Θα σου εξηγήσω, αλλά πάρε τηλέφωνο την αστυνομία», της απάντησε. «Η αστυνομία είναι ήδη εδώ!», του είπε αυτή. Και συνέχισε: «Σε καλούσα απ’ το δωμάτιο μου και εσύ δεν απαντούσες και, όταν πήγα να δω, είδα την εξώπορτα διάπλατα ανοιχτή κι εσύ έλειπες. Πήρα αμέσως την αστυνομία γιατί φοβήθηκα ότι σε είχαν απαγάγει…». «Και τι τους είπες;», τη ρώτησε εκείνος. «Τους είπα, νομίζω ότι έκλεψαν τον άντρα μου…». Σάστισε αυτός. «Έτσι ακριβώς τους είπες, έκλεψαν τον άντρα μου;» τη ρώτησε. «Ναι, έτσι ακριβώς! Τι ήθελες να συμπεράνω μετά από την αιφνίδια εξαφάνιση σου;». Και εκείνος σχημάτισε στο νου την παρούσα εικόνα στο διαμέρισμα τους, με τους αστυνομικούς στο μπλε βαθύ τής στολής τους να ακούνε μια ακόμα τρελή ιστορία στη θητεία τους στην πόλη αυτή… Χωρίς καμιά βιασύνη, βέβαια, αφού μάλλον θα χάζευαν την όμορφη, λεπτή ξανθιά που στεκόταν απέναντι τους, με το σφιχτό σορτσάκι, και τις στητές ρώγες πίσω από το αθλητικό φανελάκι να στέκονται μπροστά τους χαρωπά. Και της είπε: «Πες τους να έρθουν αμέσως εδώ που είμαι και θα τους εξηγήσω». Της έδωσε το στίγμα του, κρέμασε το ακουστικό στη συσκευή, και έβαλε τα παγωμένα χέρια του στις τσέπες τού μπλουτζίν. Και όλη αυτή την ώρα, με τα μάτια καρφωμένα στης πιτσαρίας την πόρτα.
Σε λιγότερο από πέντε λεπτά ήταν εκεί οι αστυνομικοί. Του είπαν να μπει στο περιπολικό, έκαναν μια μανούβρα στο δρόμο και πάρκαραν μπροστά στην πιτσαρία. Του είπαν: «Εσύ περίμενε εδώ». Και μέσα σε δυο τρία λεπτά γύρισαν. «Δεν ήταν κανείς εκεί», του είπαν. «Μα τον είδα να μπαίνει και από τότε δεν ξεκόλλησα τα μάτια μου από την πόρτα του μαγαζιού», διαμαρτυρήθηκε αυτός.
«Α, φίλε», είπε ο ένας αστυνομικός, «το μαγαζί έχει και δεύτερη πόρτα από τη μεριά της Ελίζαμπεθ Στρητ. Από εκεί που στεκόσουν δεν μπορούσες να τη δεις». Περίμενε λίγο και συνέχισε: «Ο καταστηματάρχης όμως μας είπε ότι όντως ήρθε στο μαγαζί ο τύπος και κοίταξε να του πουλήσει μια μικρή τηλεόραση. Του είπε ότι δεν εμπορεύεται κλοπιμαία και εκείνος έφυγε και τράβηξε προς τη Little Italy. Πες μας, αν τον πιάσουμε θα έρθεις να καταθέσεις στο δικαστήριο;» Και αυτός τους είπε «Βεβαίως!». «Ε, τότε θα σε πάμε μια βόλτα εδώ γύρω στη γειτονιά, και αν τον δεις θα τον περιποιηθούμε εμείς…».
Γύρισαν άπραγοι και τον άφησαν μπροστά στο κτίριο του. Ανέβηκε τα σκαλιά τρισευτυχής για τη ζεστασιά των διαδρόμων. Σαν έφτασε στον δικό του όροφο, η αγκαλιά με τη σύντροφο του, που έτρεξε από την άλλη άκρη του μακρόστενου διαδρόμου, έμοιαζε με την περίφημη εκείνη αγκαλιά (δυο εραστές που έτρεχαν αντικριστά σε «αργή κίνηση») στο φιλμ του Κλοντ Λελούς «Ένας άντρας και μια γυναίκα». Μπήκαν στο διαμέρισμα τους, διπλοκλείδωσαν την εξώπορτα και, αφού ο καθένας τους διηγήθηκε τα δικά του καθέκαστα για το συμβάν, επέστρεψαν να τελειώσουν, χώρια ο καθένας, αυτά που είχαν διακόψει στην τέχνη τους. Όποτε τύχαινε να δουλεύουν έτσι μαζί, η ολοκλήρωση του έργου τους ήταν πάντα ερωτική. Και αυτή τη φορά ήταν πιο γλυκιά από όσο ποτέ πριν.
Είχε σκοτεινιάσει. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, ντύθηκε και πήγε στην κουζίνα να τσιμπήσει κάτι. Και απ’ το παράθυρο που βλέπει στον φωταγωγό είδε πάλι τον μακρυμάλλη ύποπτο, κάπου στον τρίτο όροφο, να ανεβαίνει τις σκάλες. Σήκωσε αμέσως το τηλέφωνο που ήταν στο τραπέζι δίπλα του και πήρε την «άμεση δράση». Του είπαν ότι θα έστελναν ένα περιπολικό εντός λεπτών. Στήθηκε στο παράθυρο και κοίταγε τις σκάλες. Ο τύπος όμως είχε γίνει άφαντος. Σύντομα, είδε δυο αστυνομικούς να ανεβαίνουν. Έτρεξε έξω από το διαμέρισμα του, ξυπόλητος, και κατέβηκε στα γρήγορα τις σκάλες να τους συναντήσει. Στη στροφή όμως, στου τέταρτου ορόφου το κεφαλόσκαλο, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τα τραβηγμένα περίστροφα των αστυνομικών. Τρομαγμένος τους λέει: «Είμαι εκείνος που σας τηλεφώνησε!». Και αυτοί του λένε, «Μείνε επί τόπου!». Και αμέσως μετά «Λοιπόν, ο κλέφτης πού είναι;». Σαστισμένος εκείνος τους απαντάει «τον έχασα για λίγο… και δεν φαίνεται να είναι σε κανέναν από τους ορόφους απ’ όπου κατέβηκα. Να πάω μήπως να κοιτάξω στην ταράτσα…». Και αυτοί του λένε αυστηρά: «Αυτό είναι δική μας δουλειά. Εσύ να κάτσεις στα αυγά σου».
Και υπάκουσε. Και κάθισε στα αυγά του μια ζωή, «σαν την κλώσα», σκεφτόταν μετά από χρόνια. Και βγήκαν δυο παιδιά, κάποια δημόσια έργα από τη δουλειά του, που ίσως να ωφέλησαν λίγο την κοινωνία, και ακόμα κάμποσα ποιήματα και κείμενα, μάλλον αμφισβητούμενης ωφέλειας, τώρα που το ξανασκεφτόταν. Δεν έπαψε όμως ποτέ του να διψάει για περιπέτεια. Και συνέχισε να γράφει. Αυτή την ενασχόληση του, από πολύ νεανικής ηλικίας, τίποτα δεν θα τον έκανε να την εγκαταλείψει. Ήταν μια περιπέτεια στα βάθη τής ψυχής, γεμάτη ανακαλύψεις.

