Στο φεστιβάλ Radikal το Σάβββατο 20 Ιουνίου 2026 ο Γεράσιμος Ανδρεάτος με την ορχήστρα του, έκαναν μια ενδιαφέρουσα μουσική αναδρομή στο λαϊκό τραγούδι από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα. Τη μουσική εκδήλωση προλόγισε ένα σύντομο κείμενο, που έδωσε την εικόνα της πορείας αυτού του μουσικού φαινομένου και των κοινωνικών του συνδηλώσεων.
Το λαϊκό τραγούδι, που η ακμή του τοποθετείται χονδρικά στη 15ετία 1950-1965, γεννήθηκε μέσα από τα σπλάχνα της εργατικής τάξης. Είναι το τραγούδι της πόλης και άνθισε στις φτωχογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά και οι ρίζες του ανάγονται στο ρεμπέτικο, στη μικρασιατική μουσική παράδοση, ακόμα και στη βυζαντινή μουσική. Συχνά το λαϊκό τραγούδι εκείνης της περιόδου χαρακτηρίζεται «κλασικό», «αυθεντικό», «κοινωνικό» και εύκολα μπορεί κανείς να το διαχωρίσει από το «ελαφρό» τραγούδι της ίδιας εποχής το οποίο συχνά το έλεγαν «ευρωπαϊκό».
Νωπές ήταν οι πληγές του Εμφυλίου όταν το κλασικό λαϊκό τραγούδι έκανε τα πρώτα του βήματα. Νωπή, χαίνουσα η πληγή της φτώχειας και της μετανάστευσης. Όμως ταυτόχρονα ήταν η εποχή της ελπίδας, της βεβαιότητας ότι θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες.
Οι περισσότεροι καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού –συνθέτες, στιχουργοί, ερμηνευτές, οργανοπαίκτες– ήταν παιδιά της φτωχογειτονιάς, γνήσια τέκνα της εργατικής τάξης, ενώ αρκετοί με το ζόρι τέλειωσαν το δημοτικό σχολείο. Ωστόσο, σπούδασαν στο μεγάλο σχολείο όχι μόνο της βιοπάλης αλλά της μετάδοσης της πείρας και της μαστοριάς από τον έναν καλλιτέχνη στον άλλον.
Η Ρίτα Σακελλαρίου δούλεψε στα Λιπάσματα και αργότερα στη χωματερή, από τα σκουπίδια μάζευε κόκαλα, πανιά και χαρτιά, όπως η ίδια γράφει στη συγκλονιστική αυτοβιογραφία της. Ο Στράτος Διονυσίου πούλαγε λουκούμια στο δρόμο στη Θεσσαλονίκη, ο Πάνος Γαβαλάς δούλευε τσαγκάρης ενώ σε τσαγκαράδικο δούλευε ο Αντώνης Καλογιάννης. Σε οικοδομές και υφαντουργεία δούλεψε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Μακρύς ο κατάλογος.
Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής ευνοούσαν την εξωστρέφεια και τους συλλογικούς τρόπους διασκέδασης. Στην Κοκκινιά, για παράδειγμα, μια κατεξοχήν προσφυγική συνοικία, υπήρχαν πολλές μπιραρίες, καφενεία, χοροδιδασκαλεία, θέατρα, κινηματογράφοι. Στους τοίχους πολλών κουρείων ήταν κρεμασμένα μπουζούκια, μαντολίνα, κιθάρες* σε πολλές βιοτεχνίες το ραδιόφωνο ήταν την ώρα της δουλειάς ανοιχτό και από εκεί εργάτες και εργάτριες μάθαιναν τα καινούργια και τα παλιά λαϊκά τραγούδια και τα σιγοτραγουδούσαν. Ακόμα και αυτοί που δεν είχαν στο σπίτι τους ραδιόφωνο ή πικάπ άκουγαν και μάθαιναν τραγούδια από τον πλανόδιο γραμμοφωνατζή.
Επίσης οι άνθρωποι τραγουδούσαν με την παρέα τους στο δρόμο όταν επέστρεφαν αργά το βράδυ από κάποιο γλέντι, τραγουδούσαν και στις οικοδομές. Και κάποιοι έτσι εντοπίστηκαν από κυνηγούς ταλέντων, όπως ήταν ο περίφημος στιχουργός Χαράλαμπος Τσάντας.
Οι λαϊκές ταβέρνες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και τη διάδοση του λαϊκού τραγουδιού. Ενδεικτική είναι η χωροταξική κατανομή τους στις προσφυγικές και λαϊκές γειτονιές του Πειραιά και της Αθήνας, δηλαδή στους τόπους όπου ήταν συγκεντρωμένη η εργατική τάξη. Οι περισσότερες λαϊκές ταβέρνες χαρακτηρίζονταν «οικογενειακές», καθώς αφενός οι τιμές τους ήταν προσιτές και αφετέρου η ατμόσφαιρα ήταν πιο ειρηνική σε σύγκριση με τους «ταβερνοτεκέδες» των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων όπου συχνά τα πράγματα ήταν άγρια – παρεξηγήσεις, καβγάδες ακόμα και μαχαιρώματα.
Η εποχή δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ειδυλλιακή. Το λαϊκό τραγούδι γεννήθηκε και άνθισε στην περίοδο μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, της αστυνομοκρατίας, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Ωστόσο, στην περίοδο από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τη δικτατορία συντελείται μια άνθιση του πολιτισμού. Πέρα από τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, πέρα από τους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού και του ρεμπέτικου, που παραμένουν ενεργοί, υπάρχει μια ολόκληρη φουρνιά δημιουργών, έρχονται ο Ξαρχάκος, ο Λεοντής, ο Λοΐζος, ο Μούτσης, ο Μαρκόπουλος – και ένα κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι όλοι τους είναι νέοι έως πολύ νέοι. Ο Χρήστος Λεοντής, για παράδειγμα, ήταν μόλις 23 χρονών όταν έγραψε την Καταχνιά.
Στην εποχή που εξετάζουμε τα ιερά τέρατα του τραγουδιού επίσης ήταν νέοι. Πολλές ήταν οι μεγάλες λαϊκές φωνές που λατρεύτηκαν κι έγιναν ινδάλματα: Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Σωτηρία Μπέλλου, Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, Στράτος Παγιουμτζής… ο κατάλογος είναι ατέλειωτος. Μια παρόμοια άνθηση παρατηρείται και στον στίχο. Πέρα από τη μελοποιημένη ποίηση του Ρίτσου και του Ελύτη, υπάρχουν πολλοί στιχουργοί που υπηρετούν το λαϊκό τραγούδι και τον πολιτισμό που αυτό εκπροσωπεί. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Κώστας Βίρβος, Πυθαγόρας, Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Δημήτρης Χριστοδούλου.
Όταν μιλάμε για το λαϊκό τραγούδι της περιόδου 1950-1965 δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ίσχυε καθεστώς της λογοκρισίας. Πασίγνωστο είναι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» όπου το κελί γίνεται «κερί». Οι ίδιες οι δισκογραφικές εταιρείες φρόντιζαν να εξευγενίζουν τους στίχους των τραγουδιών, να αντικαθιστούν λέξεις που παρέπεμπαν, π.χ. στο χασίσι, με άλλες, αποδεκτές και ανώδυνες.
Τα λαϊκά τραγούδια της περιόδου 1950-1965 μιλούν για ερωτικούς καημούς, για την ξενιτειά, τη φτώχεια, την αδικία, τις αξίες της εργατικής τάξης. Δεν είναι ευθέως καταγγελτικά ή εξεγερσιακά, όμως τα διαποτίζουν η ευγένεια και η περηφάνια – κι ας έχουν με ευκολία χαρακτηριστεί «κλαψιάρικα». Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν εντοπίζονται μόνο στο στίχο, αλλά στην όλη δομή του τραγουδιού, στη μουσική και την ενορχήστρωση. Δεν είναι μετρήσιμα, δεν εκφράζονται με ποσοτικούς δείκτες αλλά είναι εύγλωττα και υπαρκτά.
Το κλασικό λαϊκό τραγούδι δεν σταμάτησε το 1967. Μεταλλάχτηκε ναι, όπως μεταλλάχτηκε και η παραδοσιακή λαϊκή ταβέρνα και ο τρόπος ψυχαγωγίας. Πολλά άλλαξαν αλλά όχι προς το καλύτερο, όπως η εισαγωγή του συνθεσάιζερ στη λαϊκή ορχήστρα, η ενίσχυση του ρόλου του μάρκετινγκ, η αποθέωση της ελαφρολαϊκής ρηχότητας, η «τουριστικοποίηση» του μπουζουκιού με το συρτάκι λόγω «Ζορμπά», το σπάσιμο των πιάτων, οι σαμπάνιες και το ουίσκι. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη διάρκεια της δικτατορίας πολλοί υπουργοί και παράγοντες του δημόσιου βίου ήταν μόνιμοι θαμώνες των κοσμικών μαγαζιών της Παραλιακής, μαζί με εφοπλιστές, μεγαλοεπιχειρηματίες και διάσημους ποδοσφαιριστές.
Το κλασικό λαϊκό τραγούδι δεν μπορεί να αναβιώσει με τους όρους του χθες. Οι συνθήκες που το γέννησαν δεν υπάρχουν πια, όμως σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν χιλιάδες καλλιτέχνες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες που το υπηρετούν με πάθος, συνέπεια και μαστοριά. Υπάρχουν δημιουργοί, συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδοποιοί που με νέα μέσα εκφράζουν ή προσπαθούν να εκφράσουν τη λαϊκότητα, το λαϊκό στοιχείο της τωρινής εποχής. Και δεν εννοούμε τον Ακύλα και το «Ferto».

