«Σε σας που με ακούτε» ή σκηνοθετικός μισανθρωπισμός, της Όλγας Μοσχοχωρίτου

Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
«Σε σας που με ακούτε» ή σκηνοθετικός μισανθρωπισμός, της Όλγας Μοσχοχωρίτου

ΣΕ ΣΑΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ της Λούλας Αναγνωστάκη, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Αβρανά. Μια παράσταση του Εθνικού Θεάτρου εν μέσω καραντίνας και υπό αυτή τη συνθήκη. Ήτοι μία παράσταση live-streaming ή –όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι παραγωγοί του – live shooting!

 

Ο Σκηνοθέτης Αλέξανδρος Αβρανάς είναι γνωστός για το κινηματογραφικό του έργο. Το έργο του Miss Violence», πήρε μέρος το 2013 στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, αποσπώντας τον Αργυρό Λέοντα (Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας). Ο Αβρανάς ήταν επίσης συν-σεναριογράφος και συμπαραγωγός της ταινίας. Η τελευταία αποτελούσε αλληγορία πάνω στη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, μέσα από την ιστορία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας.

Απ’ ότι λοιπόν πληροφορηθήκαμε, ο ίδιος κρατούσε την κάμερα που κινηματογραφούσε την παράσταση σε πραγματικό χρόνο, συνθέτοντας έτσι την κινηματογραφική του τέχνη με τη δρώσα στο παρόν θεατρική πράξη.

Εξ αρχής οφείλω να καταθέσω ότι το έργο το παρακολούθησα όταν πρωτοανέβηκε το 2003 από τον Λευτέρη Βογιατζή στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων .

Παράσταση που με είχε συγκλονίσει και επιβεβαιώσει μέσα μου την αίσθηση που είχα για τη μεγάλη συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη, ίσως τη μεγαλύτερη μεταπολεμική μας θεατρική συγγραφέα.

Ότι αυτή η γυναίκα πίσω από τα σκούρα της γυαλιά και τις τραβηγμένες κουρτίνες του σπιτιού της, έβλεπε καθαρότερα απ’ όλους μας, όσα συνέβαιναν όχι απλά στο τώρα, αλλά στο βάθος αυτού του «τώρα». Οσμιζόταν την κοινωνική κινητικότητα και απελπισία, τους τριγμούς του κοινωνικού γίγνεσθαι κάτω από την επιφάνεια μιας «Ελλάδας τάχαμου εκσυγχρονισμένης», έτοιμης να διοργανώσει τους λαμπρούς Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, που είχε ενσωματώσει χιλιάδες βαλκάνιους μετανάστες, αυτή, μια χώρα υπό συνεχή μετανάστευση, που κολύμπαγε στα δάνεια, σκαμμένη από τα μεγάλα έργα, που πλήγωναν με εργολαβίστικη λογική την ηπιότητα του Αττικού τοπίου και έκαναν το αττικό φως να σκοντάφτει στα αγοραία εργοτάξια.

Ένιωσα ότι αυτό το έργο (το προτελευταίο της τελικά, πριν μας αφήσει μόνους το 2017) περιέκλειε όλα τα προηγούμενα.

Γύριζε στα ίδια μέρη, σκάλιζε τα ίδια τραύματα, έγλυφε τις ίδιες πληγές.

Διερευνούσε το εσωτερικό τοπίο του Έλληνα ακόμα μια φορά... Αλλά τώρα το τοπίο δεν ήταν το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος αλλά η δήθεν ευημερούσα Ελλάδα.

Η Αναγνωστάκη αποτύπωσε στα έργα της τη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης του Έλληνα μέσα από τις μεταβολές της Ιστορίας. Το πολιτικό /προσωπικό/ δημόσιο, σε πλήρη διαλεκτική σύνθεση και ρήξη ταυτόχρονα. Στο «Σ’ εσάς που με ακούτε» υπάρχει ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν ο εσωτερικός χώρος μετατρέπεται ξαφνικά σε δημόσιο και κάθε ένα από τα παριστάμενα πρόσωπα προβάρει έναν υποτιθέμενο λόγο. Στα 12 θεατρικά της έργα μας μύησε στα δυσκολότερα θέματα της μεταπολεμική περιόδου, έως και μετά την μεταπολίτευση και τα πρώτα χρόνια του 21ου αι., μετρώντας τις πληγές μιας ολόκληρης εποχής, τη μοναξιά, την κοινωνική ασφυξία του μετεμφυλιακού κράτους, την αποξένωση, το φόβο, την ήττα, τον πόνο και το τραύμα της απώλειας…

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1965 παρουσιάζει την τριλογία της Πόλης (Η διανυκτέρευση, Η πόλη, Η παρέλαση). Αυτό το τελευταίο μονόπρακτο προέκυψε με αφορμή τη φυλάκιση του αδερφού της Μανώλη Αναγνωστάκη, του γνωστού ποιητή και αντιστασιακού, στο Γεντί Κουλέ καθώς και την σε θάνατο καταδίκη του, πριν απελευθερωθεί με γενική αμνηστία.

«Στα έργα της, η λύση του δράματος συνήθως έρχεται με τρόπο βίαιο, τις περισσότερες φορές με κάποιο θάνατο ή έστω με μια φυγή που είναι ένα είδος θανάτου. Και αυτό το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ φωτός και σκιάς, μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης, ωμότητας και ποίησης συνεχίζεται. Και περιέργως πως, σε μια δραματουργία που δεν σε αφήνει να ανασάνεις, δεν υπάρχει πουθενά αυτό που λέμε happy end, δεν νιώθεις δυστυχής, δεν νιώθεις μίζερος, ή καταπιεσμένος. Γιατί τα βασικά υλικά της Αναγνωστάκη είναι η αλήθεια, η αξιοπρέπεια και η δύναμη ψυχής», όπως εύστοχα γράφει η Ειρήνη Μουντράκη. 

Η πολυεπίπεδη δραματουργία της χαρακτηρίζεται από ευάλωτες, ασταθείς φιγούρες, οι οποίες προσπαθούν, με μερικές φορές κωμικό, σχεδόν ανορθόδοξο τρόπο, να υπερβούν την καθημερινότητα, να προστατεύσουν την υποτιθέμενη ακεραιότητά τους και να διεκδικήσουν μια αίσθηση αξιοπρέπειας. Τα κείμενα παραμένουν ανοιχτά σε ερμηνείες.

Οι γυναικείοι ρόλοι σκιαγραφούνται με μεγάλη εμβάθυνση και κατανόηση, έχουν συνείδηση των πατριαρχικών δομών, αλλά ακόμα ετεροκαθορίζονται.

«Οι γυναίκες της Λούλας είναι άγγελοι και τέρατα μαζί. Τις νομίζεις λεπτεπίλεπτες, φευγάτες και ευαίσθητες, αλλά συγχρόνως είναι εντελώς γειωμένες. Πρόσωπα αντιφατικά», είχε πει για τις γοητευτικές ηρωίδες της η Ρένη Πιττακή. 

Όταν «το πολιτικό είναι προσωπικό και το προσωπικό πολιτικό»… Όταν μπορείς «να δεις κάθε φράση σαν μια τεράστια έκρηξη»… Έτσι χαρακτήριζε ο Λευτέρης Βογιατζής το έργο «Σε σας που με ακούτε».

Σε ένα παλιό βερολινέζικο σπίτι, που σταδιακά ταράζεται από τον ήχο διαδηλώσεων και επεισοδίων, τις ριπές και τα δακρυγόνα, ο κεντρικός ήρωας, ο Άγης, ηχογραφεί τις φωνές των υπόλοιπων θεατρικών προσώπων και τις μοντάρει με συνθήματα από τις διαδηλώσεις. Το ιδιωτικό μπλέκεται με το δημόσιο για να επανεμφανισθούν υπαινικτικά στη σκηνή θέματα και χαρακτήρες από παλαιότερα έργα της συγγραφέως. Χαρακτήρες που παίρνουν υπόσταση κρατώντας ένα μικρόφωνο σα να μιλούν σε μια συγκέντρωση ξεχωρίζοντας από το πλήθος της διαδήλωσης, «σ’ εμάς που τους ακούμε».

Το έργο είναι μια διαμαρτυρία για τα κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά αδιέξοδα που μαστίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Η συγγραφέας δίνει φωνή στα πρόσωπα του έργου για να εκμυστηρευτούν σε ένα φανταστικό κοινό τις αγωνίες τους, τον τρόμο τους απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων, αλλά και την προσωπική ανασφάλεια, που τους προκαλεί η κοινωνική διαφθορά και παρακμή.

Και τι θαυμάσια ιδέα:

Έλληνες μετανάστες στο Βερολίνο, και στο φόντο μια τεράστια διαδήλωση κατά της παγκοσμιοποίησης.

Και ο Άγης, ο συγγραφέας, ετοιμάζεται να εκφωνήσει πολιτικό λόγο σ’ ένα φόρουμ στο πλαίσιο των εκδηλώσεων κατά της παγκοσμιοποίησης. Ουσιαστικά θέλει να τους μιλήσει για το έργο του που μιλάει για μια νέα γυναίκα των αρχών του αιώνα που κάποιοι σκότωσαν και πέταξαν το κουφάρι της στα νερά του Ρήνου…

Ποια θα μπορούσε να είναι η Ρόζα του καιρού μας; Ποιοί θα σκότωναν και γιατί, μια νέα κοπέλα με καπαρντίνα, στις όχθες του Ρήνου;

Μ’ αυτό το έργο αποφάσισε να αναμετρηθεί ο Αλέξανδρος Αβρανάς.

Και επειδή δεν ταίριαζε στην προφανέστατα προκατασκευασμένη του ιδέα περί του τι θα ήθελε να παρουσιάσει ως έργο, προέβη σε δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, με αποτέλεσμα κατά την ταπεινή μου γνώμη να προδώσει κατάφωρα το εσωτερικό του ήθος.

Για το σκηνοθέτη τα πρόσωπα είναι καρικατούρες, σχεδιάσματα ανθρώπων, μαριονέττες, που φτύνουν τα λόγια της συγγραφέως αλλοιώνοντας το νόημα και το χαρακτήρα τους.

Οι άνθρωποι-σκύλοι που κυνηγούν κάποιο κοκαλάκι, τα ρούχα τους δανεισμένα από θεατρικό βεστιάριο μαύρων κωμωδιών βαυαρικού τύπου.

Ο Άγης είναι ένας επηρμένος νάρκισσος, έως δικτάτορας, ένας τάχα μου επαναστάτης.

Η Σοφία ένα πρόσωπο σκυλάκι του Άγη, χωρίς αξιοπρέπεια

Η καλοπροαίρετη Μαρία, η Γερμανίδα, φιγούρα του τσίρκου και ο ξεβράκωτος γέρος, ο σύζυγός της, με το κολάρο σκύλου, ένας άχρηστος ανιακός.

Όχι, χίλιες φορές όχι.

Η Μαρία, είναι όντως αντιφασίστρια, θαύμαζε πραγματικά τον άνδρα της, σπαράζει όταν τους προειδοποιεί, ότι πρέπει να φοβούνται τους φασίστες, που καίνε ζωντανούς μετανάστες.

Και ο σύζυγός της (Γιώργος Μπινιάρης) είναι ένας προοδευτικός γερμανός διανοούμενος που ήξερε τι έλεγε όταν αρνιόταν την ένωση των δύο Γερμανιών.

Η έλευση της οικογένειας από την Ελλάδα (η πολύ καλή Αγλαοί Παππά στο ρόλο της μητέρας, πάλευε να φέρει σε μας την οδύνη και απελπισία της, άδοξα όμως), δεν αποτελεί είσοδο ούτε τσιρκολάνων, ούτε θηρίων στην αρένα.

Δεν πρόκειται εδώ για μια ακόμη «δυσλειτουργική οικογένεια» όπως στην κινηματογραφική του Miss Violence.

Η Αναγνωστάκη γνωρίζοντας την παθολογία της ελληνικής οικογένειας μας τη φέρνει στη σκηνή ως θύμα και θύτη ταυτόχρονα.

Και η τραγική φιγούρα της μάνας που θεωρεί πως «έπρεπε να μισεί την κόρη της για να επιβιώσει η υπόλοιπη οικογένεια», είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα όσων προσπάθησα να αναδείξω στην αρχή αυτού του κειμένου και που αφορά κατά κύριο λόγο τους γυναικείους χαρακτήρες της συγγραφέως.

Και οι κραυγές των προσώπων που προσπαθούσαν να αρθρώσουν ο καθένας την αλήθεια του, τοποθετημένες από τον σκηνοθέτη ώστε να αλληλεπικαλύπτονται, προφανώς για να καταδείξει την ολική σύγχυση των ανθρώπων, δεν ήταν στις προθέσεις της συγγραφέως. 

Το κείμενο του πρωτότυπου έργου είναι συγκλονιστικό στο σημείο που ο καθένας προσπαθεί να σταθεί με αξιοπρέπεια απέναντι στη ζωή του και να μη χαθεί τα ερέβη του. 

Ένα τόσο πολυεπίπεδο έργο, κατ’ εξοχήν πολιτικό, γεμάτο τραγικούς υπαινιγμούς που φέρει την ποίηση και τη συμπόνια εντός του, μας ήρθε στη σκηνή του Εθνικού ως μαύρη φορμαλιστική κωμικοτραγωδία, όπου περίσσευε το μίσος.

Ναι ίσως αυτό να με πείραξε περισσότερο: Ο μισανθρωπισμός της σκηνοθετικής αντίληψης για τα τρομερά και φοβερά της ανθρώπινης ψυχής, σε μια «μαύρη» εποχή που μας δείχνει όλο και περισσότερο τα δόντια της και νιώθουμε ότι κινδυνεύουμε να μας καταπιεί. 

Ο τρόπος σκηνοθετικής αντιμετώπισης αυτού του έργου αναγκαστικά με οδήγησε και σε άλλες σκέψεις. Τελευταία γινόμαστε μάρτυρες μιας γενικότερης κατεύθυνσης της πολιτικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής ελίτ της χώρας για την αναθεώρηση της ιστορίας.

Όχι αυτής των επίσημων σχολικών και άλλων «βιβλίων» , αλλά αυτής που μας παραδόθηκε μέσα από το έργο καλλιτεχνικό, λογοτεχνικό, ιστορικό, επιστημονικό, μιάς διανόησης που είχε τις ρίζες της στην γενιά του πολέμου, της εθνικής αντίστασης, των αγώνων των ανθρώπων μέσα στο καταθλιπτικό μετεμφυλιακό ζόφο, της νεολαίας των Λαμπράκηδων και του Πολυτεχνείου.

Μια γενιά που μας παρέδωσε τα κλειδιά κατανόησης του κοινωνικού/πολιτικού/προσωπικού σε αλληλεπίδραση. Μια γενιά που προσπαθούσε να αρθρώσει λόγο «για τους πολλούς».

Ακόμα και αστοί διανοούμενοι, λογοτέχνες, θεατρικοί συγγραφείς, συνθέτες και κινηματογραφιστές συνέβαλαν σ’ αυτό το ρεύμα, που σήμερα αποτελεί την πολυτιμότερη πνευματική κληρονομιά μας.

Την προηγούμενη τριακονταετία με τις ραγδαίες πολιτικές, κοινωνικές αλλά και γεωπολιτικές αλλαγές και την κατίσχυση ενός καταθλιπτικού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η τέχνη των μεγάλων αστικών κρατών της μητρόπολης , έγινε η τέχνη -σπασμένος καθρέφτης μιας κατακερματισμένης πραγματικότητας, μια μετανεωτερική θεώρηση του κόσμου, που αρνιόταν τη συνολική θεώρηση «μιας και οι μεγάλες αφηγήσεις της ιστορίας» είχαν τελειώσει.

Όμως ακόμα και αυτό το ρεύμα ήδη έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Η αδυναμία των «πνευματικών ελίτ» της χώρας μας να παράξουν πρωτότυπο έργο στην κατεύθυνση της δικής τους αντίληψης του κόσμου (ποια ακριβώς είναι άραγε; μήπως η απόλυτη σύγχυση και η ανθρωποφαγία;), τους οδηγεί στην αλλοίωση, ακόμα και τη σκύλευση κειμένων και έργων ενός άλλου ήθους και άλλης ανθρώπινης ποιότητας, που γράφτηκαν για να τονώσουν την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και να τους συντροφέψουν στον πόνο τους και όχι να τους κανιβαλίσουν.

Ας το χουμε υπόψη μας. Το έργο θα έχει και συνέχεια…

 

 

Αναγνώστηκε 1190 φορές
 Όλγα Μοσχοχωρίτου

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.