18.3 C
Athens
Πέμπτη, 18 Απριλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γιατί στο τέλος χάνουν οι Γερμανοί; Του Θανάση Σκαμνάκη

Όποιος επιμένει να υποστηρίζει πως ο κόσμος μας αποτελείται από εύφλεκτα υλικά και εννοεί όχι μόνο τις περιοχές που φλέγονται από πολεμικές αναμετρήσεις και εντάσεις ή εγκυμονούν πολέμους, αλλά και τους κοινωνικούς πολέμους που διεξάγονται συχνά υπόγεια αλλά με παρόμοια ένταση, έχει απόλυτα δίκιο.

Και όσοι προβλέπουν πως οι ερχόμενοι χειμώνες (και τα καλοκαίρια) προμηνύονται θερμοί, δεν έχουν δίκιο μόνο λόγω ή κυρίως της υπερθέρμανσης του πλανήτη αλλά γιατί οι κοινωνικές εντάσεις, μπορούμε να τις πούμε και ταξικές αντιθέσεις, εκδηλώνονται ήδη και θα εκδηλωθούν ακόμα πιο σκληρά.

Τα παραδείγματα της Γερμανίας και της Γαλλίας των τελευταίων ημερών είναι πολύ χαρακτηριστικά.

Την προηγούμενη εβδομάδα οι Γερμανοί αγρότες βγήκαν με τα τρακτέρ στους δρόμους διεκδικώντας τη ζωή τους. Γράψαμε γι’ αυτό ήδη. Αυτές τις ημέρες είναι οι σιδηροδρομικοί στο προσκήνιο. Από την Τετάρτη και μέχρι τη Δευτέρα τα τρένα δεν δουλεύουν στη Γερμανία λόγω απεργίας. Μια απεργία που δεν είναι αλα ιαπωνικά, δηλ. μαϊμού, όπου κάποιοι δηλώνουν πως απεργούν αλλά η δουλειά γίνεται κανονικά. Μέχρι τη Δευτέρα δεν θα κινείται τίποτα πάνω σε ράγες, γεγονός που θα προκαλέσει, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς (αν είναι ακριβείς και όχι εξογκωμένοι για να δημιουργήσουν κλίμα δυσαρέσκειας), μια απώλεια σε οικονομική απόδοση 1 δισεκατομμυρίου ευρώ.

Τα αιτήματα είναι: αυξήσεις 555 ευρώ στους μισθούς, μείωση των ωρών εργασίας από 38 σε 35 τη βδομάδα και καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης πληθωρισμού 3.000 ευρώ.

Και στα δικά μας, ευχόμαστε.

Εδώ όμως υπάρχει και ένα πιο πολύπλοκο ζήτημα, μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας.

Η γερμανική οικονομία υφίσταται τις συνέπειες της υποταγής των κυβερνητικών κομμάτων και αξιωματούχων της, στις αμερικάνικες επιταγές, που οδηγούν  οικονομία σε ύφεση.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να σταματήσει την εισαγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία, υπακούοντας στα μέτρα που επέβαλαν οι ΗΠΑ. Ακύρωσε την έναρξη λειτουργίας του αγωγού  Νord  Stream 2, που ήταν ήδη έτοιμος και θα έφερνε περισσότερο ρωσικό φυσικό αέριο στη χώρα, και αποφάσισε να εισαγάγει τα δέκα περίπου φορές ακριβότερο αμερικάνικο σχιστολιθικό φυσικό αέριο (LNG). Εν γνώσει της πως οι αποφάσεις αυτές οδηγούν την οικονομία σε στραγγαλισμό.

Δεν έφτασαν αυτά. Εξήγγειλε ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα πολεμικών εξοπλισμών ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Πήρε μέρος στα πακέτα βοήθειας, το καλάθι που δεν έχει πάτο, προς την Ουκρανία του Ζελένσκι για να διεξαγάγει τον πόλεμο.

Οι αποφάσεις αυτές είχαν προκαλέσει αντιδράσεις, όπως είναι φυσικό, ακόμη και σε κύκλους της αστικής τάξης (σε μερικές περιπτώσεις όπως στην Bundesbank, ιδιαίτερα έντονες), πλην όμως επικράτησαν οι αμερικάνικες επιταγές.

Προφανώς το θέμα προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, επικεφαλής της ΕΕ, κυριαρχικός στις χώρες του Νότου, και όχι μόνο, με συχνές ανταγωνιστικές συγκρούσεις προς τις ΗΠΑ (θυμηθείτε την υπόθεση της Βολκσβάγκεν και τις απειλές των ΗΠΑ να στείλουν πίσω τα γερμανικά αυτοκίνητα που εισάγονταν εκεί).

Οπότε χρειάζεται κανείς να ανατρέξει στην ιστορία για να αναζητήσει κάποιες απαντήσεις.

Η αφετηρία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε ως κράτος η Δυτική (τότε) Γερμανία με την βοήθεια των Αμερικανών και με τη συστηματική υπαγωγή της πολιτικής της (και του πολιτικού της προσωπικού) στην κυρίαρχη πολιτική της υπερδύναμης, αρχικά ως ανασχετικό φράγμα στη «σοσιαλιστική επιρροή», και ακολούθως ως δύναμη επιβολής στον ενδοϊμπεριαλιστικό συσχετισμό.

Αυτή η σχέση διατηρείται μέχρι σήμερα ακόμη και αν έχουν αλλάξει και αλλάζουν συνεχώς τα βασικά δεδομένα. Ας πούμε, δεν υπάρχει περίπτωση να αναδειχθούν πρόσωπα στο προσκήνιο της γερμανικής πολιτικής ζωής χωρίς την προηγούμενη «επεξεργασία» (μέσω σεμιναρίων και λοιπών «δράσεων») και έγκριση από το υπερατλαντικό κέντρο.

Κάτι τέτοιο γεννά εμφανώς πολιτικές συμπεριφορές ανάλογης απόκλισης.

Θα ήταν ωστόσο αφελής απλοποίηση των πολιτικών σχέσεων, αν όλα τα συμβαίνοντα στο Βερολίνο ερμηνεύονταν με βάση αυτό το δεδομένο, καθώς μια αστική τάξη εξαιρετικά ισχυρή έχει αναπτυχθεί εκεί, τρομάζοντας τη γειτονική Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις χώρες του Νότου, όπως διαπιστώσαμε και εμείς στο τομάρι μας, κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Μπορούμε να θυμηθούμε τον τρόμο του Ντε Γκολ απέναντι στην ανερχόμενη γερμανική ισχύ ή και τις παραινέσεις του Μιτεράν (και άλλων ολιγαρχικών γαλλικών και αγγλικών κύκλων) να μην καταρρεύσει η Ανατολική Γερμανία και δημιουργηθεί το γερμανικό ενιαίο υπερκράτος.

Όμως σε αυτή την ανάπτυξη, όχι χωρίς αμφισβητήσεις και τις συνεπαγόμενες εντάσεις, η Γερμανία εντέλει πειθαρχούσε στα συμφέροντα και τις επιταγές του δυτικού ελεύθερου κόσμου, όπως βαφτίζονται οι αμερικάνικες πολιτικές.

Για να αποδειχθεί των λόγων το αληθές αρκεί να παρατηρήσουμε πως εκδηλώθηκε το φαινόμενο με πολύ εμφατικό τρόπο, τρεις φορές τα τελευταία χρόνια (η τωρινή με την Ουκρανία είναι η τέταρτη).

Η πρώτη: το 1979- 80 όταν το αμερικάνικο έλλειμμα επιτάχυνε την καταστροφική πορεία του δολαρίου, απειλώντας το κύρος του ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος, και οδήγησε στη «μονεταριστική επανάσταση» των Ρήγκαν- Θάτσερ. Κύρια επιδίωξη των ΗΠΑ ήταν η αναζωογόνηση της δικής τους κερδοφορίας και η εδραίωση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους. Η Γερμανία και η Ιαπωνία  συνέβαλαν με πολιτικές αποφάσεις στην τεράστια εισροή κεφαλαίων από όλο τον κόσμο προς τις ΗΠΑ.

Η δεύτερη: καθώς η αναταραχή συνεχιζόταν, το Σεπτέμβριο του 1985 οι ΗΠΑ με το «συμφωνία Πλάζα», πίεσαν τις χώρες του G5 να λάβουν από κοινού μέτρα  για να βοηθήσουν την αμερικανική βιομηχανία μειώνοντας τη συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου. Η υποτίμηση αυτή προκάλεσε μακρόχρονη κρίση στη γερμανική και ιαπωνική βιομηχανία (από την οποία η δεύτερη δεν έχει συνέλθει ακόμα).

Η τρίτη: το 1995 η «αντίστροφη σύμφωνία Πλάζα» σήμανε στροφή 180 μοιρών της πολιτικής των ΗΠΑ. Συμφώνησαν πάλι με τη Γερμανία και την Ιαπωνία, να αναλάβουν από κοινού δράση, με στόχο την αντιστροφή της ανοδικής πορείας του γεν και της καθοδικής τάσης του δολαρίου. Το τελευταίο δεν ζημίωσε τις δύο οικονομίες, αλλά είναι ενδεικτικό της πρόσδεσής τους.

(Τα στοιχεία αυτά περιέχονται στο βιβλίο του Τζιοβάνι Αρίγκι: Ο Ανταμ Σμιθ στο Πεκίνο, εκδ. Κουκκίδα).

Για να γίνουν πιο εμφατικά τα αναφερόμενα ας σημειώσουμε πως η πληγείσα κατ’ επανάληψη Ιαπωνία, η χώρα με τα ανάλογα προς τη Γερμανία χαρακτηριστικά πολιτικής σύνδεσης με τις ΗΠΑ, επέλεξε (η πολιτική της ηγεσία προφανώς) στις τελετές για την επέτειο της Χιροσίμα και  του Ναγκασάκι πέρσι τον Αύγουστο, να μην κάνει καμιά επίσημη αναφορά, ούτε νύξη, πως οι ατομικές βόμβες που έπεσαν ήταν αμερικάνικες.

Η εξήγηση των προαναφερόμενων γεγονότων είναι ασφαλώς αρκετά πολυσύνθετη, καθώς συμφέροντα διασταυρώνονται, συγκρούονται, αξιολογούνται, άλλοτε ωφελείται ένας, άλλοτε άλλος, αλλά δεν αμφισβητείται επ’ ουδενί πως το κυρίαρχο και το επιβλητικό είναι τα αμερικανικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.

Στην περίοδο που διανύουμε, καθώς η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται όχι μόνο η παντοδυναμία αλλά και η πρωτοκαθεδρία της, καθώς το δολάριο υφίσταται ισχυρούς πιέσεις, η πολιτική και στρατιωτική δύναμη της γίνεται το αποφασιστικό επιχείρημα στο διεθνές πεδίο. Ο πόλεμος της Ουκρανίας κρίνεται ως ευκαιρία, όχι μόνο γιατί παρέχει τη δυνατότητα εγκατάστασης των αμερικανικών πυραύλων και συμφερόντων στο έδαφος δίπλα από τη Ρωσία, αλλά και γιατί εξασφαλίζει την πολιτική και στρατιωτική πρόσδεση της ΕΕ και μέσω αυτών και της οικονομικής επιβολής (το πιο απτό παράδειγμα είναι η πώληση του αμερικανικού LNG που καθιστά τη Γερμανία και ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο ενεργειακό όμηρο των ΗΠΑ).

Όπως δείχνουν όλα αυτά στην οικονομία και την πολιτική, όπως και στο ποδόσφαιρο άλλωστε, στο τέλος δεν νικάνε οι Γερμανοί.

Όμως η γερμανική κοινωνία, όπως και η γαλλική, δεν είναι διατεθειμένη να πληρώνει τις ζημιές. Την ύφεση της οικονομίας που ακολουθεί τις πολιτικές αποφάσεις τις πληρώνει ακριβά, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, η εργατική τάξη, η οποία δείχνει τη διάθεσή της να αντισταθεί.

Γεγονός που αποτελεί σημάδι ενθάρρυνσης για όσους αντιστέκονται εν γένει.

Όπως έλεγε το παλιό σύνθημα του Μάη: Κάτω από την άσφαλτο υπάρχει παραλία.

Και για μας εδώ γίνεται εύγλωττο. Κάτω από το μπετόν των εκλογικών ποσοστών υπάρχουν διαβρωτικά νερά που το υπονομεύουν.

Αρκεί να πάρουμε μέτρα κι εμείς!

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ