18.8 C
Athens
Κυριακή, 5 Απριλίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τρεις χώρες και κάποιοι λόγοι για συγκρατημένα χαμόγελα, του Διονύση Ελευθεράτου

Στις ζοφερές εποχές που διανύουμε παγκοσμίως, κάθε τι θετικό είναι πολλαπλά ευεργετικό. Και μολονότι στους καιρούς του πολεμικού ολέθρου δεν είναι οι κάλπες εκείνες που συνθέτουν τα κρισιμότερα πεδία, αξίζει να επισημανθεί ένα… διπλό καλό: Η ήττα της Τζόρτζια Μελόνι στο ιταλικό δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής (22/3/2026) συνέπεσε χρονικά με την αξιοπρόσεκτη (και για πολλούς αναπάντεχη) επιτυχία της «Ανυπότακτης Γαλλίας» στις γαλλικές δημοτικές εκλογές. Εξυπακούεται ότι οι εκβάσεις τέτοιων αναμετρήσεων σε Γαλλία και Ιταλία, δηλαδή σε δύο από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, έχουν – εξ αντικειμένου- αυξημένη σημασία.

Στην Ιταλία απορρίφθηκε καθαρά, με ποσοστό άνω του 53%, το κυβερνητικό σχέδιο «μεταρρύθμισης» του οποίου η πεμπτουσία ήταν καθαρή: Να επιτρέψει στην εκτελεστική εξουσία να ασκεί ασφυκτικότερο έλεγχο στους δικαστές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εν λόγω σχέδιο έχει παραλληλιστεί με τις αντίστοιχες κινήσεις του Μπ. Νετανιάχου στο Ισραήλ.

Εάν η ακροδεξιά κυβέρνηση της Μελόνι κέρδιζε το «στοίχημα» στο δημοψήφισμα, τότε στην τρίτη μεγαλύτερη χώρα της ΕΕ θα είχε λάβει λαϊκή έγκριση μια θεσμοθετημένη, «τραμπικής» υφής, αναβάθμιση του κρατικού αυταρχισμού. Μια τομή που πιθανότατα θα «άνοιγε την όρεξη» πολλών και θα… ταξίδευε (αυτούσια ή με παραλλαγές) και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η «χαμένη ευκαιρία» και μια υπενθύμιση για την ΕΕ

«Λυπούμαστε που χάθηκε μια ευκαιρία εκσυγχρονισμού της Ιταλίας» δήλωσε η Μελόνι, θυμίζοντας σε όλους μας πόσο άχαρες αποστολές ανατίθενται συχνά σε ορισμένες δύσμοιρες λέξεις, όπως «εκσυγχρονισμός», «πρόοδος», «μεταρρύθμιση» κ.α. Και ενώ η πρωθυπουργός της Ιταλίας μπορεί να σκέφτεται από ποιον άλλον δρόμο θα καταφέρει να πορευτεί ο… ακαταμάχητος «εκσυγχρονισμός» της, ο οποίος – ανομολόγητα, έστω- νοσταλγεί τις εποχές προ του Μοντεσκιέ (του ανθρώπου που το 1748 διατύπωσε την αρχή της διάκρισης των τριών εξουσιών), οι πολιτικοί αναλυτές σημειώνουν ότι η ακροδεξιά ιταλική κυβέρνηση υπέστη την πρώτη σημαντική ήττα της. Με ποιες επιπτώσεις; Ας μην βιαστούμε να κάνουμε προβλέψεις.

Αξιοπρόσεκτο στοιχείο είναι η ηχηρή απόρριψη του σχεδίου της Μελόνι στις τάξεις των νέων ανθρώπων. Το καταψήφισε το 61% των ψηφοφόρων ηλικίας 18 – 34 ετών, ποσοστό αισθητά ανώτερο του «μέσου». Από την άλλη πλευρά, η έκβαση του δημοψηφίσματος δεν αναιρεί το συμπέρασμα πως το συντηρητικό φάσμα στην ιταλική κοινωνία εμφανίζεται αρκούντως συμπαγές. Το ποσοστό που έλαβε η έγκριση της «μεταρρύθμισης» υπερβαίνει λίγο το αντίστοιχο (43,8%) του δεξιού – ακροδεξιού συνασπισμού στις βουλευτικές εκλογές του 2022.

Ας θυμηθούμε κάτι: Η Μελόνι είχε δείξει από καιρό ότι παρέκαμπτε ή και «στραπατσάριζε» την «αστική νομιμότητα», προκειμένου να υλοποιήσει συγκεκριμένα μέτρα. Πχ, το εκτρωματικό σχέδιό της για εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών σε κλειστά κέντρα κράτησης, στην Αλβανία, ήταν εξόφθαλμα παράνομο. Έτσι έκριναν Ιταλοί δικαστές, έτσι έκρινε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο που τους δικαίωσε- το καλοκαίρι του 2025. Η κυβέρνηση Μελόνι, όμως, ποτέ δεν ήταν «δακτυλοδεικτούμενη» στην ΕΕ για παραβιάσεις αρχών του κράτους δικαίου, σε αντίθεση φερ’ ειπείν με τον Ούγγρο Όρμπαν. Γιατί; Διότι, απλούστατα, για τις κυρίαρχες δυνάμεις στην ΕΕ (και ιδίως για το διευθυντήριό της), η ευρωπαϊκή ακροδεξιά χωρίζεται σε αποδεκτή και μη. Στην αποδεκτή – και δυνάμει συνεργάσιμη- εντάσσονται όσοι, πρώτον, δεν διέπονται από «ευρωσκεπτικισμό» (τουλάχιστον έντονο) και δεν διαφοροποιούνται από τη «γραμμή» της ΕΕ για το ουκρανικό. Τα υπόλοιπα ήταν και παραμένουν «λεπτομέρειες»…

Ο πόλεμος κατά της LFI ήταν λυσσαλέος, αλλά…

Το ιστορικό «δυστύχημα» στην Ιταλία είναι πως σε αυτήν η Αριστερά έχει ουσιαστικά αυτοκαταργηθεί, εδώ και πολλά χρόνια (οι επεξηγήσεις επ’ αυτού δεν είναι του παρόντος σημειώματος) . Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στη Γαλλία, όπου οι πολύ καλές επιδόσεις της «Ανυπότακτης Γαλλίας» («La France Insoumise» – LFI) στις δημοτικές εκλογές εξέπληξαν πολλούς, για λόγους που θα αναφερθούν στη συνέχεια του παρόντος κειμένου.

Έπειτα και από τον δεύτερο γύρο των εκλογών αυτών, στα μέσα ενημέρωσης κυριάρχησε το συμπέρασμα πως όλες οι γαλλικές πολιτικές δυνάμεις «έχουν κάποιο λόγο να νιώθουν ικανοποιημένες». Είναι απόφθεγμα αρκετά σχηματικό και γενικό. Εάν αναλύσει κανείς τις δυναμικές που διαφάνηκαν στον πρώτο γύρο και εξετάσει τις «καραμπόλες» του δεύτερου (ποιος και πού υποστήριξε ή όχι ποιον, ποιοι και πού αποσύρθηκαν προς όφελος άλλων) θα αντιληφθεί ότι δεν δικαιολογείται ισόποση ικανοποίηση, σε όλα τα στρατόπεδα. Και σε ορισμένα βαφτίζεται «ικανοποίηση» η ανακούφιση για την τελική αποτροπή των… χειρότερων.

Το βέβαιο (φάνηκε και στα αποτελέσματα του πρώτου γύρου) είναι ότι ο ακροδεξιός «Εθνικός Συναγερμός» δεν έκανε την «επέλαση» που προσδοκούσε. Τελικά, ναι μεν επικράτησε σε αρκετούς «μικρομεσαίους» δήμους, δεν κατόρθωσε όμως να κερδίσει κανένα μεγάλο αστικό κέντρο, πέραν του Περπινιάν των 122.000 κατοίκων.

Όπως προαναφέρθηκε, προκάλεσαν εν γένει έκπληξη οι καλές επιδόσεις της «Ανυπότακτης Γαλλίας» («La France Insoumise» – LFI), αποτέλεσμα των οποίων ήταν να πετύχει το κόμμα του Ζαν Λυκ Μελανσόν σημαντική εκπροσώπηση σε πολλά δημοτικά συμβούλια, του Παρισιού συμπεριλαμβανόμενου. Και η έκπληξη οφείλεται σε δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος ήταν ότι η LFI συμμετείχε για πρώτη φορά σε δημοτικές εκλογές σε πανεθνική κλίμακα, άρα πλανιόταν το ερώτημα μήπως επενεργούσε κάποια απειρία και ανεπάρκεια στα «know how» της συγκεκριμένης μάχης. Ο δεύτερος – και σημαντικότερος – λόγος ήταν ότι η LFI είχε να αντιμετωπίσει μια έξαλλη «μιντιακή» και πολιτική επίθεση, που την παρουσίαζε ως κόμμα «αντισημιτικό» (λόγω της υποστήριξής του στον αγώνα των Παλαιστινίων), «ακραίο» και επιρρεπές σε «βιαιότητες». Στην επίθεση αυτή, μάλιστα, συμμετείχε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα (αναλυτικότερα, εδώ).

«Δυστυχώς, επικράτησε η θέληση για ασυμβίβαστη Αριστερά»…

Η ανθεκτικότητα της LFI σε αυτήν τη λυσσώδη επίθεση σίγουρα εκπέμπει θετικά μηνύματα. Εδώ στην Ελλάδα, βεβαίως, οι συζητήσεις που γίνονται εντός της Αριστεράς για την LFI συχνά αναλώνονται στο πρόσωπο του Μελανσόν, στο αν είναι «μαχητής» ή «εγωπαθής» κλπ. Επικεντρώνονται επίσης σε διάφορες επιλογές του κόμματος επί θεμάτων τακτικής και συνεργασιών, για τα οποία καθένας έχει τις απόψεις του (αν και αρκετοί δείχνουν σχετικά απρόθυμοι να λάβουν υπόψη συνθήκες και ιδιαιτερότητες της γαλλικής πολιτικής σκηνής). Δευτερευόντως, οι εδώ γενόμενες συζητήσεις εστιάζονται σε κάποιες αναλύσεις – για κάποιους αποδεκτές, για άλλους λανθασμένες – στελεχών της LFI, σχετικά με τον σύγχρονο καπιταλισμό. Ας δούμε όμως το δάσος εκτός από κάποια επιμέρους δέντρα: Στη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της ΕΕ δείχνει αρκετά ισχυρό ένα αριστερό κόμμα, του οποίου οι θέσεις – για την οικονομία, την εργασία, τα διεθνή ζητήματα κλπ – δεν προδίδουν καμία διάθεση μετακίνησης προς το πολυθρύλητο και νεφελώδες «κέντρο», όπως έχει συμβεί αλλού (αν και εκείνοι που το έπραξαν αλλού, μάλλον δεν είδαν μεγάλη… προκοπή).

Περίπου αυτό το παράπονο εξέφρασε μιλώντας στη Liberation ο Νταβίντ Κορμάν, ευρωβουλευτής των Οικολόγων, κόμματος που δεν τα πήγε πολύ καλά στις δημοτικές εκλογές. Σύμφωνα με τον Κορμάν, η ισχυροποίηση της LFI έδειξε ότι «κέρδισε η θεωρία για τις ασυμβίβαστες δυνάμεις της Αριστεράς», κάτι που, κατά την άποψή του, ζημιώνει συνολικά την Αριστερά. Όρος που, στη γαλλική πολιτική διάλεκτο, περιλαμβάνει τους Σοσιαλιστές και όλα τα πολιτικά κεντροαριστερά μορφώματα.

Εν κατακλείδι: Τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών επιβεβαίωσαν ότι υπάρχει στη Γαλλία ένα υπολογίσιμο, αριστερό αντίβαρο στην ανερχόμενη ακροδεξιά, η οποία πάντως δεν «σάρωσε», δεν τα πήγε όσο καλά υπολόγιζε στη συγκεκριμένη αναμέτρηση. Αλλά και το 43% της αποχής στον δεύτερο γύρο επιβεβαίωσε την ψυχρότητα, την οποία δείχνει απέναντι στο πολιτικό σύστημα σημαντικό τμήμα της γαλλικής κοινωνίας, όσο κι αν αυτή είναι (ιστορικά) από τις πλέον πολιτικοποιημένες, διεθνώς.

ΗΠΑ: Στο 61% φθάνει η αποδοκιμασία της επίθεσης στο Ιράν

Στις ΗΠΑ δεν στήθηκαν κάλπες, διενεργούνται όμως δημοσκοπήσεις. Η τελευταία (ως την ώρα που γράφονταν αυτές οι αράδες), της εταιρείας Ipsos για το πρακτορείο Reuters, διήρκεσε τέσσερις ημέρες και ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, 23 Μαρτίου. Τα ευρήματά της καταδεικνύουν ολοένα και ηχηρότερη αντίθεση στον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν. Έφθασαν στο 61% όσοι διαφωνούν με την επίθεση και περιορίστηκαν στο 35% εκείνοι που την εγκρίνουν.

Σημασία όμως έχει και η εξέλιξη των ευρημάτων στις δημοσκοπήσεις των Reuters – Ipsos. Η αποδοκιμασία της απόφασης για πόλεμο «στάθηκε» αρχικά στο 43%, έφθασε στο 59% την περασμένη εβδομάδα και ανήλθε στο 61% σε αυτήν. Αναλόγως μειώθηκε και το ποσοστό των υποστηρικτών του πολέμου- από 37% την προηγούμενη εβδομάδα, στο 35% εσχάτως.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τους προαναφερθέντες αριθμούς, μόνο το 4% των ερωτηθέντων εμφανίζεται πλέον αβέβαιο για το αν πρέπει να εγκρίνει ή να απορρίψει την πόλεμο. Στις αρχές Μαρτίου, αυτού του είδους ο «αγνωστικισμός» έφθανε στο 29%. Δηλαδή έγινε επτά φορές «κοντύτερος», μέσα σε τρεις εβδομάδες.

Μπορούμε να συζητάμε για πολύ ποιο «φορτίο» αξιών, διαπιστώσεων, ανησυχιών και σωρευμένων εμπειριών από τα αποτελέσματα παρελθόντων «αμερικανικών» πολέμων «κουβαλούν» αυτά τα ευρήματα, στις ΗΠΑ. Το βέβαιο όμως είναι ότι συμβαίνει κάτι σπανιότατο, αν όχι πρωτοφανές: Οι ΗΠΑ αρχίζουν έναν πόλεμο και η κοινή γνώμη της χώρας δεν τον εγκρίνει.

«Ε, και;», θα πει κάποιος και θα σημειώσει: «Μήπως όλα αυτά ισοφαρίζουν την ανυπαρξία μαζικών αντιπολεμικών κινητοποιήσεων ανά τον κόσμο, σαν αυτές που γίνονταν το 2003, πριν ακόμη από την επίθεση στο Ιράκ; Μήπως προδιαγράφουν θετικές εξελίξεις στο ‘δια ταύτα’, με τον Τραμπ να βλέπει την κλιμάκωση ως μονόδρομο διαφυγής από το αδιέξοδο;».

Θα προσυπογράψουμε όλα τα «μήπως», όχι όμως και τα «ε, και;». Κανένα θετικό «δια ταύτα» δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Σε κανένα τερέν – ούτε φυσικά στις πολιτικές εξελίξεις, σε Ιταλία και Γαλλία. Αλλά το μέλλον, κοντινό ή μακρινό, μερικές φορές μπορούν να το επηρεάσουν και κάποια ελπιδοφόρα που «εγγράφονται», την ώρα κατά την οποία μετράμε πόσες σταθερές αυτού του κόσμου παραγράφονται. Και πόσα παράλογα και δυσμενή γύρω μας περιγράφονται.

Χωρίς αμφιβολία, κυρίαρχο στοιχείο γύρω μας είναι ο ζόφος – διανεμημένος και ακροβολισμένος στα «μικρά» και τα «μεγάλα». Όμως «τα πάντα ρει» και η ροή ενίοτε μας επιτρέπει να χαμογελάμε, έστω και συγκρατημένα. Όχι για να ξεγελάμε τους εαυτούς μας, ούτε να μεγεθύνουμε τεχνητά το «μπόι» όσων θετικών σπάνε την μονοτονία του ζόφου. Αλλά διότι ξέρουμε ότι η ανθρωπότητα και άλλοτε βίωσε ζωντανούς εφιάλτες, που έμοιαζαν προορισμένοι να διαρκέσουν για πάντα. Μα δεν διήρκεσαν για πάντα.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ