Το τέλος του προηγούμενου έτους μας είχε προϊδεάσει για όλα τα ζοφερά που επέκειντο διεθνώς, αλλά ο ερχομός του 2026 ξεπέρασε και τις πιο απαισιόδοξες προσδοκίες. Και ενώ η γενοκτονία στη Γάζα απλώς πέρασε σε δεύτερη είδηση, ήρθε «ο καινούργιος σερίφης στην πόλη» με την απαγωγή ενός αρχηγού κράτους, εν προκειμένω της Βενεζουέλας και τις απειλές για εισβολή σε ακόμα 5-6 κράτη, καθώς και τις συνθήκες εμφυλίου πολέμου που καλλιεργεί μέσα στην ίδια του τη χώρα, να ταράξει τον αιώνιο ύπνο της ΕΕ και να τρομάξει κυριολεκτικά τους απλούς πολίτες όλου του κόσμου.
Κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής στη χώρα του, ακόμα και εάν διαθέτει όλες τις Αμερικανικές βάσεις που απαιτεί ο Ηγεμόνας, ακόμα κι αν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ακόμα και εάν είναι ένας από τους 50.000 κατοίκους ενός παγωμένου, του λεγόμενου και πράσινου νησιού, στην άκρη του κόσμου, ήτοι της Γροιλανδίας. Κανείς δεν αισθάνεται ασφαλής, εκτός κι αν είσαι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Μέσα σ’ αυτό το δυσοίωνο κλίμα, μία ήταν η καλή είδηση του τέλους του προηγούμενου έτους:
Το γεγονός ότι η πρόταση της εισαγγελέως της έδρας του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κυριακής Στεφανάτου, όπου δικάζεται η ηγεσία της Χρυσής Αυγής, τα στελέχη της και ο Γεώργιος Ρουπακιάς, ήτοι 42 άτομα σε δεύτερο βαθμό, ήταν η πλήρης επιβεβαίωση του κατηγορητηρίου δηλαδή για όλους «Ένοχοι». Είχε προηγηθεί μια τετραήμερη αγόρευση – καταπέλτης της Εισαγγελέως, που ξεκίνησε στις 12/12 και ολοκληρώθηκε στις 17/12.
Η Κυριακή Στεφανάτου ανέπτυξε σχολαστικά όλη την ιστορία ίδρυσης, ανάπτυξης και δράσης της ΧΑ και την ιδεολογία της.
Αναφέρθηκε διεξοδικά στην επικοινωνία των ηγετών της με τους δικτάτορες, στις βομβιστικές επιθέσεις σε κινηματογράφους κατά τη μεταπολίτευση και τη συμμετοχή του Νίκου Μιχαλολιάκου σ’ αυτές, στο πλήθος των επιθέσεων και τις καταδικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, ανάμεσά τους τη δολοφονική επίθεση στον Δημήτρη Κουσουρή και στη δολοφονία Λουκμάν.
Κατέληξε δε στην επίθεση κατά των Αιγυπτίων ψαράδων, των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ και στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Προκειμένου να θεμελιώσει το νεοφασιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης, με τα ναζιστικά χαρακτηριστικά, αναφέρθηκε αναλυτικά στις δηλώσεις των ηγετών της σε ΜΜΕ, υπενθύμισε τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες μεταξύ τους, ανέλυσε τα αρχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία από τους κατασχεμένους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους, στάθηκε και συνέδεσε τα όπλα που βρέθηκαν στην κατοχή ηγετικών στελεχών και ανέπτυξε έτσι από πού προκύπτει και θεμελιώνεται η ναζιστική τους ιδεολογία. Ιδεολογία που στηριζόταν στην εξόντωση των αδυνάτων, των αριστερών και κάθε διαφορετικού. Ότι αποδείχτηκε πως συνιστώσες της ιδεολογίας τους είναι το μίσος, ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο θαυμασμός στον Χίτλερ και ότι αυτή η ιδεολογία δεν αποτελεί μόνο θεωρία αλλά υλοποιείται με δολοφονικές ενέργειες. Συνέχισε αποδεικνύοντας ότι δεν βρίσκονταν σε άμυνα.
Τόνισε ότι με τη δημιουργία πολιτικού κόμματος κάλυπταν τη δράση τους ως εγκληματική συμμορία και τρομοκρατική οργάνωση και ότι σαν θρασύδειλοι αρνούνταν συστηματικά την ευθύνη των πράξεων τους όταν αυτές αποκαλυπτόταν. Διεξοδικά παρουσίασε όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αποτελεί εγκληματική οργάνωση και ότι θα έπρεπε να κατηγορηθούν και ως τρομοκρατική οργάνωση εφόσον η δομή και η συγκρότησή της προσομοιάζει με τέτοια (που προβλέπονται αυστηρότερες ποινές). Δεν διέλαθε της εισαγγελέως το γεγονός των σχέσεων που διατηρούσαν στελέχη της με τον τότε Γενικό Γραμματέα της κυβέρνησης της Ν.Δ. Παναγιώτη Μπαλτάκο και την ενημέρωσή τους από αυτόν ότι επίκειται παρακολούθηση των τηλεφώνων τους.
Εξαιρετική ήταν η δήλωσή της ότι: «Την εξάρθρωση της δολοφονίας του την έκανε ο Παύλος Φύσσας μόνος του».
Εννοώντας ότι μόνος του και ετοιμοθάνατος ών, έδειξε το δολοφόνο του.
Υπενθυμίζεται ότι στο εδώλιο βρίσκονται τα 18 μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χρυσής Αυγής που εξελέγη το 2012. Από αυτούς, επτά έχουν καταδικαστεί πρωτοδίκως για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, ενώ άλλοι έντεκα πρώην βουλευτές για ένταξη σε αυτήν. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η Ελένη Ζαρούλια, ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος και ο Κωνσταντίνος Μπαρμπαρούσης, με πρωτόδικες ποινές από πέντε έως επτά έτη, ενώ σε τέσσερις κατηγορούμενους είχε αναγνωριστεί ελαφρυντικό.
Παράλληλα, εικοσιτέσσερις ακόμη κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους και ο Γιώργος Ρουπακιάς, δικάζονται ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης και αντιμετωπίζουν επιπρόσθετες κατηγορίες είτε για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είτε για την επίθεση στους Αιγύπτιους αλιεργάτες.
Η δίκη συνεχίστηκε στις 5 Ιανουαρίου του νέου έτους, με τις αγορεύσεις των δικηγόρων της πολιτικής αγωγής.
Συνέχισε την αγόρευσή του ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος, συνήγορος της οικογένειας Φύσσα και στον πρώτο βαθμό των συνδικαλιστών του ΠΑ.ΜΕ.
Θα ακολουθήσουν οι αγορεύσεις των λοιπών συνηγόρων Πολιτικής Αγωγής, μετά των συνηγόρων των κατηγορουμένων και τέλος θα ακολουθήσει η διάσκεψη των δικαστών για την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης.
Φαίνεται πως η Χ.Α. εγκαταλείφθηκε από τους πολιτικούς και οικονομικούς της προστάτες πρώτον γιατί επιτέλεσε το ρόλο που της είχε ανατεθεί κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης και του αντιμνημονιακού αγώνα και δεύτερον γιατί άρχισε να παρουσιάζει περισσότερες ζημίες από κέρδη, λόγω της μεγάλης δημοκρατικής αντισυσπείρωσης που προκάλεσε η εγκληματική της δράση.
Αφέθηκε λοιπόν στη μοίρα του νομικού συστήματος που όταν δεν χειραγωγείται γνωρίζει πολύ καλά να λειτουργεί.
Από το 2013, ημερομηνία δολοφονίας του Π. Φύσσα, έως σήμερα έχει περάσει χρόνος πολύς αλλά ίσως και όχι, από πολιτική σκοπιά. 25 χρόνια από την έναρξη της οικονομικής κρίσης και 22 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου. Ένα τέταρτο του αιώνα και ο κόσμος δεν πήγε δυστυχώς πιο «αριστερά», ήτοι δεν οδηγηθήκαμε σε έναν κόσμο ασφαλέστερο, πιο δίκαιο, πιο δημοκρατικό, πιο ειρηνικό, πιο αλληλέγγυο, πιο οικολογικό, με περισσότερα δικαιώματα για τους αδύναμους, πιο «εργατικό», πιο «πολιτισμένο». Και ό,τι κατακτήθηκε ή ό,τι εμποδίστηκε από την πλευρά των κατακτήσεων των εργαζομένων να καταρρεύσει, ήταν αποτέλεσμα μεγάλων μαχών των εργαζομένων στους δρόμους κυρίως, αλλά και σε δικαστήρια εθνικά ή διεθνή.
Από αυτή τη σκοπιά η κατάληξη της δίκης της Χ.Α. είναι πολλαπλά ωφέλιμη προς εξαγωγή συμπερασμάτων για το κίνημα .
Κανείς δεν αμφιβάλει ότι καταδίκη της ηγεσίας της Χ.Α και η εξ αυτού διάλυσή της, ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου αντιφασιστικού κινήματος που δημιουργήθηκε ως κομμάτι του μεγάλου πολιτικού αντιμνημονιακού κινήματος της τότε περιόδου.
Είχε θύματα, με αποκορύφωμα τον Λουκμάν, τους Αιγύπτιους ψαράδες (από αυτούς τον Αμπουζίντ Εμπάρακ του Αμπουζίντ, 28 ετών, πατέρα 3 παιδιών, προκάλεσαν βαρύτατο διπλό κάταγμα στην κάτω γνάθο και στα ρινικά οστά) και τον Π. Φύσσα, οι οποίοι έχασαν την ίδια τους τη ζωή και αγωνιστές και αγωνίστριες που έδωσαν τα πάντα στον αγώνα της δικαίωσης των θυμάτων, ανεξάρτητα από το φόβο αντιποίνων της εγκληματικής οργάνωσης με την επωνυμία Χρυσή Αυγή, η οποία για το πρώτο διάστημα ακόμα κρατούσε την κάλυψη του βαθέως συστήματος κυρίως από βιομήχανους και εφοπλιστές.
Πρώτη, εμβληματική μορφή, υπήρξε φυσικά η Μάγδα Φύσσα, η εργάτρια με τις ηγετικές ικανότητες και το σταράτο λόγο η οποία ενέπνευσε όλο τον αντιφασιστικό αγώνα, τον έβγαλε από τα στενά όρια των συνδικαλιστικών, πολιτικών, κομματικών κινημάτων και εκδηλώσεων, δίνοντάς του παλλαϊκά-δημοκρατικά-αντιφασιστικά και νεανικά χαρακτηριστικά, χωρίς ταυτόχρονα να απομονώσει το κίνημα από την αριστερά και τα κομμουνιστικά κόμματα και συλλογικότητες. Με αυθεντική λαϊκή σοφία, ουσιαστικά καθοδήγησε τον αγώνα και νίκησε.
Είναι η διαφορά πολιτικής αντίληψης ανάμεσα στην «εργατική» κουλτούρα της Μάγδας Φύσσα και της «μεσοαστικής ηθικής αντίληψης» της Μαρίας Καρυστιανού.
Και εξηγούμαι:
Με απόλυτο σεβασμό στον αγώνα της Μ. Καρυστιανού για τη δικαίωση του χαμένου της παιδιού και των υπολοίπων 56 νεκρών των Τεμπών, με υπαίτιο το ίδιο το κράτος και το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, εκτιμώ ότι εξ αιτίας ακριβώς της ταξικής της θέσης και παρά το γεγονός ότι και αυτή πρωτοστάτησε στη δημιουργία ενός γνήσια λαϊκού κινήματος που απαιτεί δικαίωση και τιμωρία των ενόχων, βλέπει ως επόμενο βήμα τη δημιουργία «κόμματος» προκειμένου να συνεχίσει τον αγώνα της με πιο «αποτελεσματικά κατά την κρίση της» μέσα. Γεγονός που προσωπικά το θεωρώ πολύ επισφαλές και μάλλον θα αποδυναμώσει το όλο κίνημα των Τεμπών.
Αυτή είναι μια πολιτική μου άποψη, ανεξάρτητα από το πασίδηλο γεγονός ότι δικαιούται, όπως κάθε πολίτης, να συμμετέχει στην κεντρική πολιτική σκηνή και να διεκδικήσει θέσεις στο Κοινοβούλιο της χώρας (θεωρητικά τουλάχιστον παραμένει αυτό το αστιδημοκρατικό δικαίωμα στη χώρα μας και δεν το διατηρεί μόνο η Ντ. Μπακογιάννη).
Φυσικά ο αγώνας συνεχίζεται μέσα και έξω από την αίθουσα του Εφετείου και επίκεινται αντιφασιστικές πορείες, έως ότου εκδοθεί η τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση.
Φύλακες αγρυπνείτε, οι καιροί ού μενετοί!

