Οι εγκληματικές ευθύνες εργοδοσίας και κυβέρνησης για τον θάνατο των πέντε εργατριών έχουν πολλές πλευρές που φυσικά η πρώτη και κυριά είναι η πολύμηνη η διαρροή προπάνιου στο εργοστάσιο που τελικά οδήγησε στη μοιραία έκρηξη.
Όμως πέρα από τις προφανείς ευθύνες που ακόμα και τα φιλικά ΜΜΕ προς την κυβέρνηση αναγνωρίζουν, μια άλλη σημαντική πλευρά είναι το πώς αδειοδοτούνται τέτοιου είδους επιχειρήσεις, και εκεί ακριβώς έχει αρχίσει η κυβέρνηση το γνωστό παιχνίδι της μετάθεσης ευθυνών στην Περιφέρεια για το αν η χορήγηση άδειας της εταιρείας έγινε με «σωστό» τρόπο. Λες και δεν ξέρουν κυβέρνηση και Περιφέρεια ότι οι βιομήχανοι αδειοδοτούνται με μια απλή γνωστοποίηση για να αρχίσει να λειτουργεί μια επιχείρηση του μεγέθους της Βιολάντα, με νόμους και διατάξεις που οι ίδιοι ψηφίζουν, στο όνομα της «διευκόλυνσης της επιχειρηματικότητας».
Είναι χαρακτηριστική η ανακοίνωση της Ομοσπονδία Συλλόγων Υπαλλήλων Αιρετών Περιφερειών Ελλάδας (ΟΣΥΑΠΕ) που αναφέρει: «Όταν χρόνια τώρα κυριαρχεί η πολιτική της ανεμπόδιστης επιχειρηματικής δράσης, με την απαράδεκτη μάλιστα διαδικασία, της λεγόμενης «γνωστοποίησης» και με ένα νομικό πλαίσιο που έχουν νομοθετήσει οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις, όταν οι δυνατότητες ουσιαστικών ελέγχων έχουν ελαχιστοποιηθεί, με υπηρεσίες χωρίς θεσμική θωράκιση, χωρίς μέσα και υποστελεχωμένες, όταν η λογική της ανάπτυξης και της κερδοφορίας υπερισχύει της ανθρώπινης ζωής, όταν η πολιτική αποδόμησης του δημοσίου τομέα, προς όφελος των συμφερόντων των επιχειρηματικών ομίλων εφαρμόζεται χρόνια τώρα από κυβερνήσεις και Περιφερειάρχες, η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει για ακόμα μια φορά να μην αναλαμβάνει τις ευθύνες της».
Όταν λοιπόν εδώ και δεκαετίες τώρα κυριαρχεί η πολιτική ότι δεν πρέπει να μπαίνει κανένα εμπόδιο στην «επιχειρηματικότητα» ότι φτάνουν ένα ΑΦΜ, μια βεβαίωση από ασφαλιστικό ταμείο και οι παροχές του ρεύματος για να ξεκινήσει την λειτουργία της μια βιομηχανία σαν την Βιολάντα, και όταν όλα τα άλλα που απαιτούνται (περιβαντολογικά, υγιεινή και ασφάλεια κ.λπ.) το νομικό πλαίσιο τους δίνει την δυνατότητα να τα πραγματοποιήσουν μετά, την στιγμή που όπως καταγγέλλουν εργαζόμενοι οι δυνατότητες ουσιαστικών ελέγχων έχουν ελαχιστοποιηθεί, με υπηρεσίες χωρίς μέσα και υποστελεχωμένες, όταν τελικά όλα υπηρετούν την κερδοφορία του κεφαλαίου σε βάρος της ανθρώπινης ζωής τότε γίνεται φανερό ότι η κυβέρνηση για ακόμα μια φορά θα προσπαθήσει να συγκαλύψει τις πραγματικές ευθύνες της όπως έχει κάνει και με προηγούμενα εγκλήματα, όπως στα Τέμπη.
Αξίζει να δούμε επιλεκτικά όσα οδήγησαν στο εργοδοτικό έγκλημα.
- Διαχρονική απορρύθμιση της προστατευτικής για το περιβάλλον νομοθεσίας, των προϋποθέσεων χορήγησης περιβαλλοντικής αδειοδότησης και των σχετικών ελέγχων κατ’ επίκληση της απλοποίησης της γραφειοκρατίας και της επιτάχυνσης των διαδικασιών κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Στο πνεύμα αυτό, εξεδόθη ο Ν. 4014/2011 (ο βασικός νόμος μέχρι σήμερα για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων/δραστηριοτήτων) με τον οποίο χαρακτηρίστηκε ως καινοτομία η μείωση των έργων και δραστηριοτήτων για τα οποία απαιτείται πλέον περιβαλλοντική αδειοδότηση, ενώ με τη νέα κατηγοριοποίηση των έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορία Α και Β (ανάλογα με τη βαρύτητα των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον) απαλλάχθηκαν επίσης πολλά έργα από τη διαδικασία των µελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ), χαρακτηριζόμενα ως έργα κατηγορίας Β. Χαρακτηριστικό παράδειγμα µικρές ξενοδοχειακές µονάδες, βιοτεχνίες και βιομηχανίες χαµηλής όχλησης (επαγγελματικά εργαστήρια εντός πόλης, µικρά εργοστάσια σε βιοµηχανικές περιοχές, µικρά ξενοδοχεία εντός σχεδίου πόλεως κλπ.).
Ποια η διαφορά; Για την κατηγορία Α απαιτείται η διεξαγωγή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων από τον φορέα του έργου, στην οποία ακολουθείται μια αρκετά λεπτομερής καταγραφή των επιπτώσεων/κινδύνων για το περιβάλλον και των τρόπων αντιμετώπισής τους. Στη συνέχεια, υποβάλλεται στην αδειοδοτούσα αρχή προκειμένου να τα αξιολογήσει και να δώσει (ή όχι) την άδεια (να εκδώσει την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων – ΑΕΠΟ) με την οποία επιβάλλονται οι ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος αναφορικά µε το συγκεκριµένο έργο ή δραστηριότητα.
Αντίθετα, τα έργα/δραστηριότητες της κατηγορίας Β θεωρείται ότι χαρακτηρίζονται από τοπικές µόνο επιπτώσεις στο περιβάλλον και, ως εκ τούτου, απαλλάσσονται από την εκπόνηση ΜΠΕ και υπόκεινται σε γενικές, προτυποποιημένες προδιαγραφές (Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις) που ορίζει η νομοθεσία και που ισχύουν οι ίδιες ανά ομάδα-είδος δραστηριότητας/έργου. Για την υπαγωγή στις ΠΠΔ γίνεται δήλωση του φορέα του έργου και αυτές χορηγούνται αυτόματα από την υπηρεσία. Δηλαδή δεν εγκρίνεται προκαταβολικά ούτε ελέγχεται η ουσιαστική εφαρμογή των μέτρων, αλλά ελέγχεται η ορθότητα και η πληρότητα της υπαγωγής στις ΠΠΔ στη βάση πάντα του τι δηλώνει ο φορέας του έργου.
Αυτή είναι και η περίπτωση της Βιολάντα που υπάγεται σε καθεστώς ΠΠΔ (ακόμη και εάν χρησιμοποιούσε υγραέριο – εύφλεκτη ύλη για τις ενεργειακές της ανάγκες).
Σημαντικό να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έργα κατηγορίας Α έχουν μεταπέσει με υπουργικές αποφάσεις σε έργα κατηγορίας Β…
Να σημειωθεί, επίσης, ότι το ελεγκτικό έργο στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης όχι μόνο δεν έχει βελτιωθεί, αλλά έχει επιδεινωθεί σε τραγικό βαθμό. Οι αρμοδιότητες έκδοσης περιβαλλοντικών αδειών και των αντίστοιχων ελέγχων είναι πολυκατακερματισμένες: μεταξύ της αντίστοιχης δ/νσης του ΥΠΕΝ (ΔΙΠΑ) για τα μεγαλύτερα σε αντίκτυπο έργα κατηγορίας Α’ (μόλις 12-13 άτομα επιφορτισμένα για όλη την Ελλάδα με τον έλεγχο των μεγαλύτερων και σημαντικότερων βιομηχανιών της χώρας), της αποκεντρωμένης διοίκησης και των Περιφερειών που αντιμετωπίζουν εξ ίσου ακραία υποστελέχωση. Για την ενίσχυση δε του ελεγκτικού έργου ο Ν. 4014/2011 προβλέπει τη συνδρομή στο έργο των δημόσιων ελεγκτικών αρχών ιδιωτών ελεγκτών και ιδιωτών αξιολογητών ΜΠΕ (θεσμός που δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί) με ό,τι αυτό συνεπάγεται…
Διαβάζουμε, παρόλα αυτά, στην αιτολογική έκθεση του Ν. 4014/2011: «Η περιβαλλοντική αδειοδότηση αποτελεί σήµερα την πλέον χρονοβόρα διαδικασία για την αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, χωρίς να προστατεύει, απ’ ότι φαίνεται στην πράξη, το περιβάλλον. Ο σηµερινός τρόπος αδειοδότησης είναι µελετητοκεντρικός και εστιάζει στη δηµιουργία περίπλοκων και χρονοβόρων διαδικασιών, µε πληθώρα γνωµοδοτήσεων και υπογραφών προκειµένου να διαχέεται η ευθύνη και µε σκοπό την τυπική µόνο “εξασφάλιση” της προστασίας του περιβάλλοντος πριν ακόµα λειτουργήσουν τα εξεταζόµενα έργα και δραστηριότητες. Η αυστηρότητα του κράτους εξαντλείται στον ex ante έλεγχο των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και παραβλέπει τον ex post έλεγχο, ο οποίος είναι και ο αποτελεσµατικότερος τρόπος ουσιαστικής προστασίας του περιβάλλοντος».
- Εφαρμογή και έλεγχος τήρησης μέτρων υγείας και ασφάλειας στην απόλυτη κρίση της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, με πλήρη υποβάθμιση της συμμετοχής των εργαζομένων:
Προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία για υγεία και ασφάλεια (ΠΔ 62/2025):
– Δυνατότητα επιλογής του εργοδότη για ανάθεση καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας είτε σε εργαζομένους στην επιχείρηση είτε σε άτομα /συμβούλους εκτός της επιχείρησης (επιχειρήσεις που παρέχουν Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης: ΕΞ. Υ.Π.Π.). Πολλές επιχειρήσεις (όπως και η Βιολάντα από ό,τι φαίνεται) με παραγωγικές εγκαταστάσεις κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, με τις υπηρεσίες των τεχνικών ασφαλείας να ανατίθενται σε υπηρεσίες ΕΞΥΠΠ με αραιές και διεκπεραιωτικές συχνά επισκέψεις στους χώρους εργασίας.
Αντ’ αυτού, θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικός ο ορισμός ως τεχνικού ασφαλείας τουλάχιστον ενός προσώπου πλήρους απασχόλησης στην επιχείρηση, με φυσική και σταθερή παρουσία στις εγκαταστάσεις και, μάλιστα, σε κάθε βάρδια. Δεν νοείται επιχείρηση με παραγωγική δραστηριότητα, συνεχούς λειτουργίας, με χρήση εύφλεκτων υλικών, να μην είναι υποχρεωμένη να έχει σταθερά στις εγκαταστάσεις της τεχνικό ασφαλείας.
– Υφίσταται ως δυνατότητα (δικαίωμα) των εργαζομένων να συστήνουν Επιτροπή Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζόμενων (αν είναι άνω των 50) ή να εκλέγουν εκπροσώπους (αν είναι άνω των 20) για θέματα υγείας και ασφάλειας. Αυτό θα έπρεπε να ισχύει ως υποχρέωση.
- Ειδικά για το ζήτημα των δεξαμενών υγραερίου στη Βιολάντα:
Το 2020 είχε διαπιστωθεί από την Περιφέρεια Θεσσαλίας παράβαση όσον αφορά τις 2 υπόγειες και τις 2 υπέργειες δεξαμενές υγραερίου (βλ. πράξη Περιφέρειας Θεσσαλίας). Η παράβαση φαίνεται να αφορά στο ότι είχαν τοποθετηθεί σε απόσταση μικρότερη από τα όρια ιδιοκτησίας από αυτή που ορίζει η νομοθεσία (ΥΑ Αριθ. ∆3/14858/93). Για τη συμμόρφωσή της εταιρίας, δόθηκε η λεγόμενη «άδεια λειτουργίας με προθεσμία για τεχνική ανασυγκρότηση». Αυτό σήμαινε ότι τους δινόταν προθεσμία επανατοποθέτησης των δεξαμενών, ενώ θα συνεχιζόταν κανονικά η λειτουργία τους.
Ερωτήματα:
– Αφού έγινε αυτοψία, τα μόνα ευρήματα ήταν η λάθος απόσταση από τα όρια ιδιοκτησίας; Η παραπάνω ΥΑ για τις εγκαταστάσεις υγραερίου ορίζει πλήθος απαιτήσεων (ανιχνευτές, μετρητές, πυρασφάλεια, κλπ.). Πληρούνταν όλες; Μετά την επανατοποθέτηση, έγινε έλεγχος; Τι διαπιστώθηκε;
– Για τη χορήγηση πιστοποιητικού πυροπροστασίας, επίσης, χρειάζεται η πλήρωση συγκεκριμένων απαιτήσεων και επιτόπιος έλεγχος της Πυροσβεστικής. Πολλές εταιρίες αναθέτουν σε εξωτερικούς ιδιώτες την αξιολόγηση των μέτρων πυροπροστασίας προκειμένου να είναι καθ’ όλα έτοιμες για τον έλεγχο της Πυροσβεστικής. Έγινε έλεγχος από την Πυροσβεστική; Ποια τα ευρήματα; (λένε ότι μόλις το Σεπτέμβριο 2025 έλαβαν (λογικά θα ανανέωσαν πιστοποιητικό πυροπροστασίας).
– Πώς είναι δυνατόν να επιλέχθηκε υπογειοποίηση των σωληνώσεων των εξωτερικών δεξαμενών και να μην αξιολογήθηκε από κανέναν αυτό; Πρόκειται για ασύλληπτη «παράβλεψη». Η ΥΑ για τις εγκαταστάσεις υγραερίου απαιτεί οπτικό έλεγχο των ελαστικών σωληνώσεων -και μάλιστα σε καθημερινή βάση!-, βαλβίδες διακοπής επείγουσας ανάγκης, κλπ. (βλ. σελ. 29). Η ίδια η λογική το λέει αυτό. Δεν είχε κανείς προβληματιστεί για τη διαδρομή των σωληνώσεων;
– Οι δεξαμενές υγραερίου (πρέπει να) έχουν μετρητές. Με υφιστάμενη -και δη μακρόχρονη- από ό,τι φαίνεται διαρροή, κανείς από την εταιρία δεν είχε παρατηρήσει να πέφτει η στάθμη; Δεν χρειαζόταν να γίνεται συχνότερα από το σύνηθες επαναπλήρωσή τους;
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι μόλις την τελευταία πενταετία σε τουλάχιστον 2 περιπτώσεις που μπορούμε να διαπιστώσουμε (έλεγχος Περιφέρειας 2020 και Πυροσβεστικής 2025) είχαν την ευκαιρία δύο διαφορετικές υπηρεσίες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους να ελέγξουν όμοιες συνθήκες. Η Επιθεώρηση Εργασίας ασφαλώς και θα έπρεπε στο πλαίσιο των δικών της ελέγχων της να ελέγξει, επίσης, τις συνθήκες εγκατάστασης και λειτουργίας των δεξαμενών, αλλά εδώ το πρόβλημα ξεκινά από το πρώτο στάδιο: δεν θα έπρεπε καν να λειτουργεί μια τέτοια εγκατάσταση!

