16.7 C
Athens
Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οικοδόμηση μιας ολόπλευρης Λαϊκής Δημοκρατίας στην Κίνα

[ Απόσπασμα από τη μελέτη «Οικοδόμηση μιας ολόπλευρης Λαϊκής Δημοκρατίας στην Κίνα» (Building Whole-Process People’s Democracy in China), η οποία δημοσιεύτηκε στις 10.11.2025 στον ιστότοπο του Progressive International. Το κείμενο μετέφρασε και επιμελήθηκε η Χρύσα Κατσογριδάκη. Η Χρύσα Κατσογριδάκη είναι κοινωνιολόγος και υποψήφια διδάκτωρ.  

Οι Πάβελ Βάργκαν και Τζέισον Χίκελ εξετάζουν την έννοια της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας» στην Κίνα, ένα πολύπλοκο σύστημα πολιτικής συμμετοχής και διακυβέρνησης από τη βάση, που αποτελεί βασικό στοιχείο της διαδικασίας του κινέζικου εκσυγχρονισμού.

Εισαγωγή

Στο χωριό Μινζού, μια μικρή κοινότητα στην περιοχή Τζιουλόνγκπο της εκτεταμένης μητρόπολης Τσονγκτσίνγκ, έχει λάβει χώρα μια αξιοσημείωτη μεταμόρφωση. Κάποτε ένας λαβύρινθος από ετοιμόρροπα κτίρια και στενούς, λασπωμένους δρόμους, το χωριό Μινζού είναι τώρα μια σύγχρονη κοινότητα με λαμπερούς τοίχους από κόκκινο τούβλο, διαμορφωμένα μονοπάτια και ακμάζουσες δημόσιες υπηρεσίες. Διαθέτει μια βιώσιμη αγροτική αγορά χτισμένη με ανακυκλωμένα υλικά, μια δημόσια καντίνα που παρέχει δωρεάν γεύματα για τους ηλικιωμένους, πάρκα γυμναστικής, σκηνές για δημόσιες παραστάσεις, μοντέρνες και οικονομικές καφετέριες και ένα μπαρ με χειροποίητη μπύρα που στεγάζεται σε στοιβαγμένα εμπορευματοκιβώτια. Στην κεντρική πλατεία, απέναντι από την τριώροφη καντίνα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (CPC) λειτουργεί ένα κομψό δημόσιο γραφείο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να ζητήσουν την υποστήριξη στελεχών του Κόμματος για οτιδήποτε, από το βάψιμο των σπιτιών τους μέχρι την επίλυση γειτονικών διαφορών. Μόλις πριν από λίγα χρόνια, τα λύματα έτρεχαν μέσα από ένα κανάλι κατά μήκος της κύριας οδού. Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι βουτούν τώρα τα πόδια τους στο ρέμα που έχει πάρει τη θέση του.

[…] Σήμερα, τμήματα του χωριού Μινζού θυμίζουν μοντέρνες γωνιές του Λονδίνου ή του Βερολίνου. Αλλά ο μετασχηματισμός της γειτονιάς ακολούθησε μια διαφορετική πορεία από εκείνη που παρατηρείται συχνά στις μητροπόλεις της Δύσης. Αν και η διαδικασία περιλάμβανε το ίδιο είδος ποιοτικών αλλαγών που συνδέονται με τον εξευγενισμό (gentrification) σε πολλές μεγάλες πόλεις, δεν οδήγησε στον εκτοπισμό του τοπικού εργατικού πληθυσμού στο χωριό Μινζού. Αντίθετα, βελτίωσε τη ζωή τους, εντάσσοντάς τους σταδιακά στο βιοτικό επίπεδο της αστικής μεσαίας τάξης – βγάζοντάς τους από τη φτώχεια και οδηγώντας τους σε αυτό που το ΚΚΚ αποκαλεί «μέτρια ευημερία», ένα στάδιο ανάπτυξης όπου οι βασικές ανάγκες καλύπτονται και ένα άνετο βιοτικό επίπεδο καθίσταται προσβάσιμο σε όλους. Η διαδικασία αυτή βασίστηκε σε ανάγκες που διατυπώθηκαν από τα μέλη της κοινότητας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ανάπλαση. Η αγορά των αγροτών εκσυγχρονίστηκε, το ρέμα καθαρίστηκε, κατασκευάστηκε η καντίνα και δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί και υποδομές για την αναψυχή, τη ψυχαγωγία και την κοινοτική ανάπτυξη γύρω από το χωριό.

Αυτή η διαδικασία –της ευρείας, λαϊκής διαβούλευσης που μεταμορφώνει τη ζωή των εργαζομένων– αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κινεζικής αντίληψης για την «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία». Αντανακλά μια επαναστατική μεθοδολογία που επιδιώκει να αναπτύξει μια «μαζική γραμμή» ερμηνεύοντας, συστηματοποιώντας και υλοποιώντας συνεχώς τις ιδέες του λαού. Πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να είναι δύσκολη. Οι Σιονγκ Τζιε και Τινγκς Τσακ έχουν περιγράψει λεπτομερώς πώς αυτή λειτούργησε κατά την αποκατάσταση της λίμνης Ερχάι, η οποία περιλάμβανε μια παρατεταμένη διαμάχη μεταξύ κομματικών αξιωματούχων και κατοίκων της περιοχής για την υπέρβαση των συγκρούσεων, την επίτευξη συμβιβασμών και την απόκτηση λαϊκής υποστήριξης για πρακτικές λύσεις.

Η προσέγγιση αυτή αμφισβητεί ριζικά τις κυρίαρχες αφηγήσεις στη Δύση σχετικά με την έλλειψη δημοκρατίας και λαϊκής νομιμοποίησης της κινεζικής κυβέρνησης – υποδηλώνοντας, αντίθετα, ότι η κινεζική δημοκρατική διαδικασία είναι από πολλές απόψεις  πιο  ευαίσθητη και  πιο  συμμετοχική από τα δυτικά μοντέλα φιλελεύθερης δημοκρατίας. Πράγματι, τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί σε αρκετές μελέτες πάνω στο ζήτημα αυτό –πολλές από τις οποίες διεξήχθησαν από καθιερωμένους δυτικούς φιλελεύθερους θεσμούς– δείχνουν όχι μόνο ότι η κυβέρνηση στην Κίνα απολαμβάνει σημαντική λαϊκή υποστήριξη σε όλα τα επίπεδα, αλλά και ότι περισσότεροι άνθρωποι στην Κίνα πιστεύουν πως το πολιτικό τους σύστημα είναι δημοκρατικό, δίκαιο και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού σε σύγκριση με σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.

Η παρούσα μελέτη παρέχει μια επισκόπηση του κινεζικού δημοκρατικού μοντέλου. Πρώτον, εξετάζει τη φύση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας σε αντιπαραβολή με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Δεύτερον, αναλύει τα χαρακτηριστικά της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας» στην Κίνα και τη συγκρίνει με τα δημοκρατικά μοντέλα που επικρατούν στη Δύση. Τρίτον, εξετάζει δεδομένα σχετικά με τη στήριξη του συστήματος και τις δημόσιες αντιλήψεις για τη δημοκρατία στην Κίνα.

Τι είναι η σοσιαλιστική δημοκρατία;

Για πολλούς στη Δύση, η δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη πολλαπλών κομμάτων ικανών να ενσωματώνουν διαφορετικά οράματα για το μέλλον της κοινωνίας και να εκφράζουν διαφορετικές απόψεις. Σε αυτή την αντίληψη, το κράτος λειτουργεί ως ουδέτερος διαιτητής και η αρχή «ένα άτομο, μία ψήφος» εγγυάται την ισότητα της δημοκρατικής συμμετοχής.

Πρόκειται για ένα ωραίο ιδεώδες, αλλά συσκοτίζει τον ρόλο της ταξικής εξουσίας. Σε ένα τέτοιο σύστημα, είναι πολύ εύκολο για την κυρίαρχη τάξη –την τάξη με την μεγαλύτερη οικονομική και οργανωτική δύναμη– να καθορίσει τα πολιτικά αποτελέσματα προς το συμφέρον της, να καταλάβει το κράτος και να αποτρέψει οποιαδήποτε δημοκρατική πρόκληση στην κυριαρχία της. Πράγματι, αυτό ακριβώς συμβαίνει υπό τον καπιταλισμό. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κράτος χρησιμεύει ως όργανο της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας. Οι θεσμικές του ρυθμίσεις και τα πολιτικά του ήθη χρησιμεύουν στην προώθηση και διασφάλιση της κυριαρχίας της μίας τάξης πάνω στην άλλη. Η «τάξη» και η «σταθερότητα» μετριάζουν την ταξική σύγκρουση προς όφελος της διατήρησης της εξουσίας του κεφαλαίου και της αποτροπής της ανάδυσης ενός πολιτικού συστήματος που θα υπηρετεί τους εργαζόμενους ανθρώπους. Στην ουσία, η φιλελεύθερη δημοκρατία  διευκολύνει  την εδραίωση και τη λειτουργία της δικτατορίας της αστικής τάξης.

Τα δυτικά κράτη περιγράφονται συστηματικά ως δημοκρατίες. Στην πραγματικότητα, όμως, η άσκηση της δημοκρατίας είναι σοβαρά περιορισμένη. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η εξουσία μεταβιβάζεται μεταξύ δύο κομμάτων του κατεστημένου, τα οποία είναι και τα δύο ρητά φιλοκαπιταλιστικά και αφοσιωμένα στα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Τα τρίτα κόμματα –συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλιστικών– αποκλείονται ουσιαστικά από την εθνική πολιτική διαδικασία. Αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια όσον αφορά την πρόσβαση στα ψηφοδέλτια και την εξασφάλιση χρόνου προβολής στις επίσημες πολιτικές τηλεμαχίες. Επιπλέον, οι ελίτ και οι εταιρείες μπορούν να δαπανούν απεριόριστα ποσά για τη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών, προωθώντας και εγκαθιστώντας πολιτικούς που θα διαμορφώνουν πολιτικές προς όφελός τους, σε αυτό που δεν μπορεί παρά να περιγραφεί ως θεσμοθετημένη πολιτική διαφθορά. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δημοκρατία καθίσταται κενό γράμμα.

Μια μελέτη του 2014 που δημοσιεύθηκε από το Cambridge University Press διαπίστωσε ότι η εφαρμογή πολιτικών στις ΗΠΑ ακολουθεί γενικά τις προτιμήσεις των ελίτ και των οργανωμένων επιχειρηματικών λόμπι, ακόμη και όταν αυτές συγκρούονται με τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας.  Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ προσομοιάζουν περισσότερο σε ολιγαρχία παρά σε δημοκρατία. Αυτή η πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται και στις δημοσκοπήσεις κοινής γνώμης. Δεδομένα από τον Δείκτη Αντίληψης της Δημοκρατίας (Democracy Perception Index) δείχνουν ότι μόνο το 54% των Αμερικανών πιστεύει πως η χώρα τους είναι πράγματι δημοκρατική, και μόλις το 42% δηλώνει ότι η κυβέρνηση υπηρετεί την πλειονότητα των ανθρώπων. Πρόκειται για εντυπωσιακά ποσοστά σε μια χώρα που προβάλλει τον εαυτό της ως προπύργιο της «δημοκρατίας».

Ακόμη και σε χώρες με πιο ισχυρά πολυκομματικά συστήματα και περιορισμούς στη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών, επιβάλλονται σοβαροί περιορισμοί στις δημοκρατικές διαδικασίες. Για παράδειγμα, σε συνθήκες όπου τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης ανήκουν σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή μάλιστα ελέγχονται άμεσα από δισεκατομμυριούχους και ολιγάρχες, είναι ουσιαστικά αδύνατο για πολιτικά κινήματα της εργατικής τάξης να τύχουν δίκαιης προβολής. Όπως είδαμε στη Βρετανία κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2017, οι μεγάλες εταιρείες μέσων ενημέρωσης συσπειρώθηκαν και διεξήγαγαν μια συντονισμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης, η οποία δαιμονοποίησε τη σοσιαλιστική αριστερά και κατάφερε να την αποκλείσει από την εξουσία.

Το πιο σημαντικό είναι ότι, στον καπιταλισμό, η δημοκρατία περιορίζεται σε περιοδική και εξαιρετικά τελετουργική συμμετοχή στο πολιτικό πεδίο, αλλά αποκλείεται εντελώς στο οικονομικό πεδίο, παρόλο που το τελευταίο επηρεάζει την καθημερινή ζωή και καθορίζει τη μορφή και την κατεύθυνση του πολιτισμού μας. Όταν το κεφάλαιο ελέγχει την παραγωγή, ο σκοπός της παραγωγής και της επανεπένδυσης δεν είναι η κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, η επίτευξη κοινωνικής προόδου ή η υλοποίηση δημοκρατικά επικυρωμένων στόχων. Σκοπός είναι η μεγιστοποίηση και η συσσώρευση κερδών. Οι αποφάσεις σχετικά με τον τρόπο χρήσης της εργασίας μας και των παραγωγικών δυνατοτήτων της κοινωνίας μας λαμβάνονται με γνώμονα τα στενά συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Οι εργαζόμενοι –οι άνθρωποι που στην πραγματικότητα πραγματοποιούν την παραγωγή– σπάνια έχουν οποιαδήποτε φωνή. Αυτή η ρύθμιση είναι βαθιά αντιδημοκρατική. Πράγματι, είναι λογικό να πούμε ότι, ανεξάρτητα από τις πολιτικές ρυθμίσεις που μπορεί να έχει μια κοινωνία, αν οι άνθρωποι δεν έχουν τον έλεγχο της δικής τους παραγωγής και της επένδυσης του πλεονάσματος που παράγουν, αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατία. Αυτή η κατάσταση εξηγεί τα παράδοξα αποτελέσματα που παρατηρούμε στις καπιταλιστικές οικονομίες, όπου ακόμη και σε περιπτώσεις υψηλής συνολικής παραγωγής, υπάρχουν χρόνιες ελλείψεις βασικών αγαθών όπως προσιτή στέγαση, θρεπτικά τρόφιμα και δημόσιες συγκοινωνίες.

Όσον αφορά το κεφάλαιο, η δημοκρατία θεωρείται επικίνδυνη και πρέπει να αποτρέπεται όσο το δυνατόν περισσότερο. Πράγματι, οι μόνες παραχωρήσεις που έχει κάνει ιστορικά ο καπιταλισμός προς τις εργατικές τάξεις έχουν συμβεί σε συνθήκες μαχητικού κοινωνικού αγώνα και τεκτονικών παγκόσμιων μετασχηματισμών. Η ανάπτυξη των δημοκρατικών πολιτικών κομμάτων στην Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα ακολούθησε μια περίοδο παρατεταμένης εργατικής κινητοποίησης, η οποία κέρδισε παραχωρήσεις από τις καπιταλιστικές τάξεις που ήταν πρόθυμες να αποτρέψουν την επαναστατική δυναμική. Οι πρώιμες κοινωνικά προσανατολισμένες πολιτικές στη Δύση μπορούν επίσης να εντοπιστούν στον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο κομμουνιστικής επανάστασης που προκλήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 καθώς και από την ένταξη των κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης στην Κομμουνιστική Διεθνή.

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, μια ισχυρή σοσιαλδημοκρατική συναίνεση αναδύθηκε από τις στάχτες του παγκόσμιου πολέμου και αντανακλούσε τη συστημική αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε εξασφαλίσει τεράστιο κύρος παγκοσμίως νικώντας τον ευρωπαϊκό φασισμό και επιτυγχάνοντας ιστορικές προόδους στη βιομηχανική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο. Πρόκειται για μια πραγματική νίκη για τις δυτικές εργατικές τάξεις, αν και είναι κρίσιμο να θυμόμαστε ότι οι καπιταλιστές ήταν διατεθειμένοι να κάνουν αυτές τις παραχωρήσεις μόνο επειδή ήξεραν ότι μπορούσαν να διατηρήσουν τις συνθήκες συσσώρευσης βασιζόμενοι στο πλεόνασμα που οικειοποιούνταν από την περιφέρεια. Η σοσιαλδημοκρατία στον πυρήνα βασιζόταν πάντα σε μια ιμπεριαλιστική διάταξη.

Σήμερα, οι οικονομίες του πυρήνα αγωνίζονται να επιτύχουν τους ρυθμούς ανάπτυξης και συσσώρευσης που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες δεκαετίες, κυρίως λόγω των αυξανόμενων κινημάτων για οικονομική κυριαρχία στην περιφέρεια. Ως αποτέλεσμα, οι δυτικές κυβερνήσεις αντιδρούν διαλύοντας το σοσιαλδημοκρατικό σύμφωνο στο εσωτερικό και κλιμακώνοντας την ιμπεριαλιστική βία στο εξωτερικό, αποκαλύπτοντας ότι οι παραχωρήσεις του καπιταλισμού προς τους εργαζόμενους έγιναν μόνο στο βαθμό που παρέμεναν δομικά συμβατές με τη συνεχιζόμενη συσσώρευση κεφαλαίου.

Οι σοσιαλιστές έχουν κατανοήσει από καιρό αυτές τις τάσεις. Έχουν κατανοήσει ότι ένα ανοιχτό πολιτικό σύστημα με ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης δεν μπορεί, στο πλαίσιο σοβαρών ανισορροπιών στην ταξική εξουσία, να προσφέρει πραγματική δημοκρατία. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως στην περιφέρεια, όπου οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι ικανές να παρεμβαίνουν σε εκλογές και άλλες πολιτικές διαδικασίες για να καταπνίξουν κινήματα απελευθέρωσης και να στηρίξουν τις συνεργαζόμενες τοπικές ελίτ.

Τα πολιτικά κόμματα –όπως και το κράτος– δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά έξω από τα ζητήματα της τάξης. Τα κόμματα αναδύονται, προσελκύουν υποστήριξη και λειτουργούν ως εκπρόσωποι συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων, αντανακλώντας την δυναμική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Ελλείψει ενός κόμματος που να έχει δημιουργηθεί κατ’ εικόνα τους, η εργατική τάξη αναγκάζεται να ευθυγραμμιστεί πολιτικά με μια ξένη υποκειμενικότητα: την υποκειμενικότητα της καταπιεστικής τάξης. Η ύπαρξη πολλαπλών, ανταγωνιστικών καπιταλιστικών κομμάτων περιορίζει τον πολιτικό ορίζοντα των εργαζομένων, διαιρώντας τους γύρω από δευτερεύοντα ζητήματα που αποκρύπτουν τις θεμελιώδεις ταξικές αντιφάσεις που δομούν τις κοινωνίες και τη ζωή τους. Αυτό μετατρέπει μη ανταγωνιστικές αντιφάσεις εντός της εργατικής τάξης σε ανταγωνιστικές, για παράδειγμα, διαιρώντας τους εργαζόμενους σε ζητήματα μετανάστευσης, αντί να τους ενώνει στην υπηρεσία της απελευθέρωσης.

Έχουν προταθεί διάφορες πιθανές σοσιαλιστικές εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, μετά την απομάκρυνση της καπιταλιστικής τάξης από τον έλεγχο της παραγωγής και του κράτους, θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί ένα πολυκομματικό σύστημα όπου όλα τα κόμματα πρέπει να ασπάζονται τις βασικές σοσιαλιστικές αρχές. Αυτός είναι ο πολυκομματικός δημοκρατικός σοσιαλισμός. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση μπορεί να εξακολουθεί να είναι ευάλωτη σε ιμπεριαλιστική παρέμβαση, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κομματική σύγκρουση για να αποσταθεροποιήσει μια χώρα ή να ανατρέψει μια κυβέρνηση. Μια εναλλακτική οδός, που επέλεξε η Κίνα, είναι η κυβέρνηση από ένα ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα με μαζική συμμετοχή που αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον λαό, το οποίο είναι συνταγματικά δεσμευμένο στην προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης, το οποίο έχει οργανική παρουσία από τη βάση σε κοινότητες με ισχυρές πρακτικές εμπλοκής και διαβούλευσης και το οποίο είναι οργανωμένο σύμφωνα με εσωτερικές δημοκρατικές πρακτικές (δημοκρατικός συγκεντρωτισμός).

Πέρα από τα πολιτικά και διαδικαστικά μέτρα, ο στόχος της σοσιαλιστικής δημοκρατίας είναι επίσης να επεκτείνει την αρχή της δημοκρατίας στο πεδίο της παραγωγής. Οι αποφάσεις σχετικά με το τι θα επενδυθεί, τι θα παραχθεί και ποιος θα ωφεληθεί από τα προϊόντα της παραγωγής – όλα αυτά θα πρέπει να υπόκεινται στη βούληση του λαού και να ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Η εκπροσώπηση των μαζών στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο ανοίγει την πόρτα σε ένα πολύ ευρύτερο σύνολο διεκδικήσεων που μπορούν να ασκηθούν κατά του κράτους. Εάν η δυτική δημοκρατία περιορίζεται σε τυπικά πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες –τα οποία, από μόνα τους, περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό όταν απειλούν την ταξική κυριαρχία των καπιταλιστών εντός του κράτους– η σοσιαλιστική δημοκρατία επιδιώκει επίσης να υλοποιήσει αυτά συν τα οικονομικά  και  κοινωνικά δικαιώματα  των μαζών. Αυτό συμβαίνει επειδή η ουσιαστική απελευθέρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί σε συνθήκες οικονομικής στέρησης. Μπορεί κανείς να θεωρηθεί ελεύθερος αν είναι πεινασμένος, διψασμένος ή άστεγος; Η ελευθερία δεν είναι απλώς μια ρητορική δέσμευση. Πρέπει να αναδυθεί παράλληλα με την πραγμάτωση ορισμένων υλικών και ιστορικών συνθηκών. Απαιτεί σταθερή ανάπτυξη και ένα κράτος ικανό να κατευθύνει αυτή την ανάπτυξη προς την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Όπως έγραψαν ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς στο Η Γερμανική Ιδεολογία:

«Γενικά δεν μπορεί κανείς να απελευθερώσει τους ανθρώπους όσο αυτοί δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν βρώση και πόση, κατοικία και ένδυση σε πλήρη ποιότητα και ποσότητα. Η «απελευθέρωση» είναι μια ιστορική πράξη, όχι μια νοητική πράξη και πραγματοποιείται μέσα από ιστορικές σχέσεις».

Οι άνθρωποι βιώνουν καταπίεση και στέρηση με διαφορετικούς τρόπους, που αντανακλούν τις ιδιαιτερότητες της τοπικής τους γεωγραφίας, οικονομίας, ιστορίας και κουλτούρας. Δεν μπορεί να υπάρξει μια ενιαία προσέγγιση για την προώθηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Γι’ αυτό ο σοσιαλισμός απαιτεί την ενεργή συμμετοχή των μαζών στη διαδικασία της ανάπτυξης. Χωρίς ενεργό διάλογο, η δημοκρατία μπορεί να παράγει ελάχιστα περισσότερα από σιωπηλή αποδοχή πολιτικών και λύσεων γενικής φύσης. Αυτός είναι ένας αναγκαίος στόχος του σοσιαλισμού, ακόμα κι αν δεν έχουν όλα τα υπάρχοντα σοσιαλιστικά καθεστώτα καταφέρει να τον υλοποιήσουν σε ίσο βαθμό.

Θα ήταν όμως ιδεαλιστικό να απαιτεί κανείς από μια επαναστατική διαδικασία να δημιουργήσει αμέσως ένα σύστημα καθολικής συμμετοχής, όπως επιμένουν πολλοί δυτικοί Μαρξιστές. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός μπορεί να είναι ένας μακρύς και δύσκολος δρόμος, και το βάρος της ιστορικής κληρονομιάς, που εκφράζεται σε ανισότητες στην εκπαίδευση, στους πόρους, στις παραγωγικές ικανότητες και στη θεσμική σταθερότητα, απαιτεί συστηματική προσέγγιση. Στάσεις και πολιτισμικές νόρμες που παραμένουν από τον παλιό κόσμο –πρότυπα εκμετάλλευσης και υποταγής– δεν μπορούν να ξεπεραστούν με μια απλή κίνηση. Κάποιες από τις πρώτες εκλογές στην Κίνα είχαν τους χωρικούς να ψηφίζουν βάζοντας μια πέτρα στο δοχείο του υποψήφιου της επιλογής τους, καθώς οι χωρικοί ήταν αναλφάβητοι.

Κάθε σοσιαλιστική χώρα έχει αντιμετωπίσει μια ακραία κατάσταση εξαίρεσης, με συνεχή στρατιωτική περικύκλωση, οικονομικό πόλεμο μέσω κυρώσεων και αποκλεισμών, και πολιτισμικές-πληροφοριακές επιθέσεις που διεξάγει ο ιμπεριαλισμός. Σε αυτό το πλαίσιο, τα επαναστατικά κράτη μπορεί να επιλέξουν να δώσουν προτεραιότητα στην εθνική άμυνα και τη βιομηχανική ανάπτυξη ως μέτρο προστασίας ενάντια στην υποταγή των δομών κοινωνικής αναπαραγωγής τους στο άναρχο και καταστροφικό μοντέλο της ιμπεριαλιστικής συσσώρευσης. Ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας εντός του κράτους, η δημοκρατία δεν μπορεί να ερμηνευτεί χωρίς να ληφθούν υπόψη τα υλικά της μέτρα προστασίας, ούτε να απομονωθεί από τα σχέδια με τα οποία ο ιμπεριαλισμός επιδιώκει να την υπονομεύσει.

Η σοσιαλιστική δημοκρατία πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως μια ιστορική, πολυγενεακή και διαλεκτική διαδικασία μέσω της οποίας δημιουργούνται, καλλιεργούνται και υπερασπίζονται οι συνθήκες που επιτρέπουν σε ολοένα και περισσότερα τμήματα της κοινωνίας να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση. Η Κίνα έχει προχωρήσει σε αυτό το μονοπάτι περισσότερο από τις περισσότερες κοινωνίες στη σύγχρονη ιστορία. Από τις πρώιμες δοκιμές στην οργάνωση σε επίπεδο χωριού μέχρι τη δημιουργία μιας πανεθνικής διαδικασίας για 1,4 δισεκατομμύρια ανθρώπους από 56 εθνοτικές ομάδες σε μια χώρα που εκτείνεται σε πάνω από εννέα εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα, αυτή η διαδικασία έχει ενσωματωθεί σε μια έννοια που ονομάζεται «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία» – μια πρακτική δημοκρατικής διακυβέρνησης βασισμένη σε πάνω από έναν αιώνα οργανωτικής εμπειρίας.

Η ολόπλευρη Λαϊκή Δημοκρατία

Η έννοια της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας» διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ σε ομιλία του τον Σεπτέμβριο του 2014 σε συνέδριο για την 65η επέτειο από την ίδρυση της Κινεζικής Λαϊκής Πολιτικής Συμβουλευτικής Διάσκεψης (CPPCC). Ο Σι τόνισε το στοιχείο της «διαβούλευσης», που ήταν εδώ και καιρό ενσωματωμένο στη σοσιαλιστική δημοκρατία της Κίνας. «Η εφαρμογή της λαϊκής δημοκρατίας στην πράξη και η διασφάλιση της θέσης του λαού ως κυρίαρχου της χώρας», είπε, «απαιτεί να ξεκινήσουμε εκτεταμένες συζητήσεις σε ολόκληρη την κοινωνία κατά τη διακυβέρνηση της χώρας».

Για να κατανοήσουμε τον ρόλο της διαβούλευσης στη κινεζική επαναστατική διαδικασία, είναι απαραίτητο να επανεξετάσουμε σύντομα την ιστορία της ανάπτυξης του ΚΚΚ. Ήδη από τη δεκαετία του 1930, την εποχή της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Τζιανσί, το Κόμμα πειραματίστηκε με στρατηγικές για την ενσωμάτωση των μαζών –οι οποίες για αιώνες είχαν καταπιεστεί και ποτέ δεν είχαν οργανωθεί επαρκώς ώστε να ανατρέψουν τις δομές καταπίεσης– στην ενεργή πολιτική ζωή. Αυτό, όπως ήταν ευρέως κατανοητό, ήταν ο μόνος τρόπος για να οικοδομηθεί η επανάσταση. Θα ήταν αδύνατο να ξεπεραστούν τα «τρία βουνά» του ιμπεριαλισμού, της φεουδαρχίας και του καπιταλισμού χωρίς να οργανωθεί η πλειοψηφία της κοινωνίας ενάντια στους καταπιεστές της. Από αυτή την προϋπόθεση προέκυψε η έννοια της «μαζικής γραμμής» και μια διαδικασία μελέτης των απόψεων των μαζών, συντονισμού και συστηματοποίησής τους, και στη συνέχεια επιστροφής τους στις μάζες ώστε να υιοθετηθούν ως λαϊκή ανάλυση και να δοκιμαστεί η ορθότητά τους μέσω συλλογικής δράσης. Η άσκηση αυτή επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σε μια συνεχή διαδικασία αναγνώρισης και επίλυσης των αντιφάσεων που αντιμετωπίζει η κοινωνία. «Σε όλη την πρακτική δουλειά του Κόμματός μας», είπε ο Μάο Τσετούνγκ, «κάθε σωστή ηγεσία κινείται απαραίτητα “από τις μάζες προς τις μάζες”».

[…] Η άνοδος του ΚΚΚ στην εξουσία μέσω μαζικής επαναστατικής κινητοποίησης, ρητά προσανατολισμένη στη βελτίωση των συνθηκών για χωρικούς και εργάτες, εδραίωσε τις θεμελιώδεις σχέσεις μεταξύ των μαζών και του κράτους που εξακολουθούν να στηρίζουν το κινεζικό κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτή η διαδικασία αναπτύχθηκε –με προόδους, πισωγυρίσματα, επιτυχίες και αποτυχίες– τις δεκαετίες που ακολούθησαν την επανάσταση. Σήμερα, το ΚΚΚ έχει επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει περισσότερα από 100 εκατομμύρια μέλη και πάνω από 75 εκατομμύρια μέλη της νεολαίας του Κόμματος. Στην πράξη, κάθε οικογένεια έχει τουλάχιστον ένα άτομο στο Κόμμα, διασφαλίζοντας όχι μόνο ότι μια ευρεία ποικιλία κοινωνικών θέσεων και πολιτικών απόψεων εκπροσωπείται εντός του Κόμματος, αλλά και ότι το ΚΚΚ διαθέτει άμεσους μηχανισμούς για να κατανοεί τι θέλει ή χρειάζεται κάθε τμήμα της κινεζικής κοινωνίας. Εσωτερικά, το ΚΚΚ λειτουργεί υπό το μοντέλο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, που αποτελεί το θεμελιώδες οργανωτικό και ηγετικό σύστημα του Κόμματος. Με βάση αυτό το μοντέλο, ενθαρρύνονται ζωηρές εσωτερικές συζητήσεις σε όλα τα επίπεδα, ώστε να συγκεντρώνεται η συλλογική σοφία των μελών του Κόμματος. Στη συνέχεια, τα μέλη του ΚΚΚ δεσμεύονται να τηρούν τις συμφωνημένες αποφάσεις, εξασφαλίζοντας ότι οι προσπάθειες του Κόμματος συγκλίνουν σε κοινούς στόχους.

Αξίζει να τονιστεί εδώ ότι το ΚΚΚ δεν μπορεί να θεωρηθεί με τον ίδιο τρόπο όπως τα πολιτικά κόμματα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Δεν αποτελεί όργανο πολιτικού ανταγωνισμού. Αντίθετα, είναι τόσο ένα μέσο μαζικής συμμετοχής στη διακυβέρνηση όσο και εγγυητής του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του. Στην πραγματικότητα, η Κίνα δεν είναι μονοκομματικό κράτος. Διαθέτει εννέα επίσημα κόμματα: το ΚΚΚ και οκτώ δημοκρατικά κόμματα. Αυτό το σύστημα αποτελεί ιστορική κληρονομιά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Κίνα πειραματίστηκε με πολυκομματική φιλελεύθερη δημοκρατία. Τα αποτελέσματα ήταν κάθε άλλο παρά δημοκρατικά. Πάνω από 300 κόμματα σχηματίστηκαν σε όλη τη χώρα και, μεταξύ 1912 και 1928, αυτό το σύστημα παρήγαγε 10 διαφορετικούς αρχηγούς κράτους, 45 υπουργικά συμβούλια και 59 πρωθυπουργούς – δεκαέξι χρόνια πολιτικού χάους. Η περίοδος της μονοκομματικής δικτατορίας υπό το Κουομιντάνγκ του Τσιανγκ Κάι-Σεκ απέτυχε επίσης, προκαλώντας οικονομική κρίση και στρατιωτική ήττα. Όλο αυτό το διάστημα, νέα κόμματα εμφανίζονταν για να αμφισβητήσουν την εξουσία. Χρειαζόταν ένα νέο πολιτικό σύστημα και η εντολή για την οικοδόμησή του έπεσε στο ΚΚΚ. Το σύστημα που προέκυψε επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη μιας συνεργατικής, και όχι ανταγωνιστικής, σχέσης μεταξύ των υφιστάμενων πολιτικών κομμάτων, τα οποία θα λειτουργούσαν ως κανάλια για τη συμμετοχή διαφορετικών τμημάτων της κοινωνίας στη διακυβέρνηση – για παράδειγμα, μέσω της διεξαγωγής ερευνών ή της διαβούλευσης για τη νομοθεσία.

Αυτή η ιστορική πορεία αντικατοπτρίζει μια πηγή δημοκρατικής νομιμοποίησης που δεν προέρχεται από αφηρημένες θεσμικές διατάξεις αλλά από εμφανείς βελτιώσεις στις υλικές συνθήκες για την πλειονότητα του κινεζικού πληθυσμού. Ο Λιν Σανγκλι υποστηρίζει την προώθηση πολιτικών που απολαμβάνουν «ολόκαρδης υποστήριξης από τον λαό» και προσφέρουν «σταθερή, βιώσιμη και ισχυρή εθνική ανάπτυξη» – επιτεύγματα που θα ήταν αδύνατα χωρίς ισχυρές διαδικασίες διαβούλευσης, ικανές να εντοπίζουν και να επιλύουν τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός.

[…] Μπορούν να εξαχθούν τρεις βασικές αντιθέσεις με τα φιλελεύθερα δημοκρατικά μοντέλα της Δύσης. Πρώτον, στη Δύση, η έννοια της δημοκρατίας παραμένει παγιδευμένη στο στενό πλαίσιο του ιδεαλισμού. Αντιμετωπίζεται ως ολοκληρωμένη, ως ένα πολιτικό σύστημα που έχει φτάσει στον τελικό του προορισμό, μια αντίληψη που επιτρέπει την εργαλειοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας εναντίον εκείνων που επιδιώκουν να προωθήσουν δικαιώματα που αυτή δεν καλύπτει. Στη Δύση μιλάμε ελάχιστα για την εμβάθυνση, την επέκταση ή τη βελτίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Λόγω της έλλειψης σαφούς επιστημονικής βάσης, Κινέζοι μελετητές έχουν αναφερθεί στο δυτικό σύστημα ως «δογματικό» ή «σαν θρησκευτική λατρεία». Η «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία», αντίθετα, γίνεται κατανοητή στο πλαίσιο του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού. Είναι μια διαρκώς επεκτεινόμενη διαδικασία, η οποία αναγκαστικά εμβαθύνει, διευρύνεται και βελτιώνεται καθώς μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού έλκονται στο σύστημα διακυβέρνησης και της οποίας οι επιπτώσεις μετριούνται από τις υλικές και άυλες βελτιώσεις που επιφέρει στη ζωή των ανθρώπων. «Δεν υπάρχει τέλος στην ανθρώπινη εξερεύνηση και πρακτική της δημοκρατίας», γράφουν οι Τσεν Ενφού και Τσεν Τζιάν.

Δεύτερον, οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες διασφαλίζουν ότι λίγοι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική διαδικασία εκτός της κάλπης – μια περιορισμένη και περιοδική άσκηση της οποίας τα αποτελέσματα διαστρεβλώνονται και διαφθείρονται από τις ανισότητες στην οικονομική δύναμη. Αντίθετα, το δημοκρατικό μοντέλο της Κίνας στοχεύει στη διατήρηση της ευρείας συμμετοχής των μαζών στην πολιτική διαδικασία σε όλες τις στιγμές και σε όλα τα επίπεδα – αυτό εννοείται με τον όρο «σε όλη τη διαδικασία» (whole-process). Αυτό ισχύει και στην κάλπη. Το 2016 και το 2017, πάνω από 900 εκατομμύρια ψηφοφόροι συμμετείχαν στις εκλογές για τα λαϊκά συνέδρια σε επίπεδο δήμου και κομητείας – τα δύο πρώτα επίπεδα του πενταβάθμιου εκλογικού συστήματος της Κίνας που αντιπροσωπεύει το 90% της συμμετοχής της κοινότητας. Τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των ψηφοφόρων έχει ξεπεράσει το ένα δισεκατομμύριο, υπερβαίνοντας τους ψηφοφόρους της Ινδίας και καθιστώντας τις εκλογές της Κίνας τις μεγαλύτερες δημοκρατικές εκλογές που διεξάγονται σε όλο τον κόσμο. Όμως, η μαζική συμμετοχή πρέπει να ισχύει και πέρα ​​από την κάλπη, σημείο που τόνισε ο Σι Τζινπίνγκ σε μια ομιλία του τον Οκτώβριο του 2021:

«Αν ο λαός αφυπνίζεται μόνο την ώρα της ψήφου και αδρανεί μετά· αν ο λαός ακούει μεγάλα συνθήματα κατά τη διάρκεια των εκλογών αλλά δεν έχει λόγο στη συνέχεια· αν ο λαός ευνοείται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας αλλά αποκλείεται μετά τις εκλογές, αυτό δεν είναι πραγματική δημοκρατία».  

Η υπόσχεση της πολιτικής ισότητας που εμπεριέχεται στην έννοια «ένα άτομο, μία ψήφος» δεν επεκτείνεται από μόνη της στα πιο ευρεία κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις σοσιαλιστικές αντιλήψεις για την ανάπτυξη και τη δημοκρατία. Εκτός από τις εκλογές, λοιπόν, η «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία» διασφαλίζει τη μαζική συμμετοχή μέσω διαβουλεύσεων, σεμιναρίων, συνεδριάσεων, συζητήσεων, συμποσίων, ακροάσεων, συμβουλίων, κριτικών και άλλων μορφών λαϊκής ανατροφοδότησης που συμβάλλουν στη διαμόρφωση νομοθετικών και πολιτικών αποτελεσμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, κατά την ανάπτυξη του Αστικού Κώδικα της Κίνας, διεξήχθησαν 10 γύροι δημόσιων διαβουλεύσεων, με περισσότερα από ένα εκατομμύριο σχόλια από 425.000 άτομα. Στις συνεχιζόμενες διαβουλεύσεις για το 15ο Πενταετές Πλάνο της Κίνας, το οποίο πρόκειται να εφαρμοστεί από το 2026 έως  το 2030, η κινεζική κυβέρνηση έλαβε πάνω από τρία εκατομμύρια προτάσεις από το κοινό – δηλαδή τρεις φορές περισσότερες από ό,τι κατά την αντίστοιχη περίοδο για το 14ο Πενταετές Πλάνο το 2020.

Αυτά τα στοιχεία από μόνα τους δεν αποτυπώνουν το εύρος και το βάθος της διαδικασίας, η οποία περιλαμβάνει έναν πολύπλοκο ιστό καναλιών για λαϊκή διαβούλευση και ανατροφοδότηση. […] Το κράτος λειτουργεί τις λεγόμενες «γραμμές άμεσης εξυπηρέτησης 12345» σε όλη τη χώρα. Αυτές οι γραμμές, που εγγυώνται «άμεση ανταπόκριση μετά την υποβολή παραπόνου», στοχεύουν στην αντιμετώπιση των ανησυχιών του κοινού και αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συνόλου καναλιών επικοινωνίας που περιλαμβάνουν τηλεφωνικά κέντρα, γραμματοκιβώτια δημάρχων, εφαρμογές για κινητά και ομάδες στο WeChat, την κινεζική «εφαρμογή για τα πάντα». Με αυτόν τον τρόπο, οι κυβερνήσεις σε όλα τα επίπεδα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κοινού και αντιμετωπίζουν τα ζητήματα και τα προβλήματα που αφορούν άμεσα τους πολίτες. Σε νομοθετικό επίπεδο, η ανάπτυξη πολιτικών τείνει να ακολουθεί εκτεταμένες, πολυετείς διαδικασίες όπου πολιτικά κόμματα, ερευνητικά ιδρύματα, μαζικά κινήματα και άλλοι οργανισμοί σε όλη τη χώρα καλούνται να διεξάγουν έρευνες και να φιλοξενούν συζητήσεις και συνέδρια για συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικής, τα οποία στη συνέχεια ανατροφοδοτούν τη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής. Πριν από το 20ό Εθνικό Συνέδριο του ΚΚΚ, για παράδειγμα, 54 ερευνητικά ιδρύματα συμμετείχαν στη διεξαγωγή μελετών που τροφοδότησαν την επίσημη έκθεση, παράγοντας 80 έγγραφα. Σε αυτή τη διαδικασία, 64 ερευνητικές ομάδες πραγματοποίησαν 179 επιτόπιες επισκέψεις σε επαρχίες, αυτόνομες περιοχές και δήμους. 25 ερευνητικές ομάδες διεξήγαγαν γραπτές έρευνες σε 465 οργανισμούς και 10 ομάδες ανέθεσαν σε 252 οργανισμούς τη διεξαγωγή εξειδικευμένων μελετών. Οι ερευνητικές ομάδες απασχόλησαν 19.022 συμμετέχοντες και διεξήγαγαν διαβουλεύσεις και συνεντεύξεις με 1.847 άτομα. Οι διαδικτυακές διαβουλεύσεις για την κοινή γνώμη σχετικά με την Έκθεση του 20ού Συνεδρίου έλαβαν πάνω από οκτώ εκατομμύρια απαντήσεις.

Τρίτον, η φιλελεύθερη δημοκρατία ασκείται κυρίως από και προς το συμφέρον της καπιταλιστικής άρχουσας τάξης. Ως αποτέλεσμα, καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για να περιοριστεί η πολιτικοποίηση της κοινωνίας εκτός των στενών πλαισίων που διασφαλίζουν την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας – και υπάρχουν λίγοι μηχανισμοί για να ελέγχεται η εξουσία πέρα από τις εκλογές. Όταν η πολιτική κινητοποίηση εμφανίζεται εκτός των εκλογικών περιόδων, προκύπτει αναγκαστικά ως αντίθεση προς τις κυβερνητικές και κρατικές πολιτικές και συχνά εκφράζεται ως αντίδραση σε ανεκπλήρωτες εκλογικές υποσχέσεις.

[…] Η επιτακτική ανάγκη, λοιπόν, είναι να δημιουργηθούν δομές διακυβέρνησης και κουλτούρες πολιτικής λογοδοσίας που να λειτουργούν παράλληλα με το κρατικό σύστημα για την προώθηση κοινών στόχων. Αυτό εννοείται με τον όρο «λαϊκή δημοκρατία», μια έννοια που αναδείχθηκε σε αντίθεση με την «αστική δημοκρατία». Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο οι πολιτικές επιδιώκουν να «αντανακλούν πραγματικά τις ανησυχίες του λαού, να ενσωματώνουν τις φιλοδοξίες του, να προωθούν την ευημερία του και να ικανοποιούν την επιθυμία του για καλύτερη ζωή». […] Η ανάγκη να κινηθούν όλοι προς μια κοινή κατεύθυνση έχει συνέπειες για τη λογοδοσία των αξιωματούχων: οι ψηφοφόροι μπορούν όχι μόνο να εκλέξουν αξιωματούχους, αλλά και να τους απομακρύνουν από την εξουσία εάν δεν αντικατοπτρίζουν επαρκώς τα συμφέροντα του λαού. Το κοινό ενθαρρύνεται επίσης να καταγγέλλει αξιωματούχους για διαφθορά ή ανάρμοστη συμπεριφορά και τέτοιες αναφορές έχουν πραγματικές συνέπειες. Μεταξύ 2012 και 2022, 4,7 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετώπισαν διάφορες μορφές ποινών αποκλειστικά για διαφθορά.

Το κινεζικό μοντέλο της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας» ενσωματώνει έτσι δύο κύρια δημοκρατικά μοντέλα: την εκλογική δημοκρατία και τη διαβουλευτική δημοκρατία. Ξεκινά σε επίπεδο δήμου, όπου τα Λαϊκά Συνέδρια του Δήμου εκλέγονται άμεσα από τις κοινότητες. Σε αυτό το επίπεδο, η συμμετοχή διασφαλίζεται επίσης από αυτοδιοικούμενες κοινοτικές επιτροπές με άμεσες εκλογές, τοπικές συνεδριάσεις και φόρουμ διαβούλευσης. Οι εκλογές σε επίπεδο βάσης αντιπροσωπεύουν την πιο εκτεταμένη και δυναμική μορφή δημοκρατίας στην Κίνα, η οποία περιλαμβάνει την εκλογή επιτροπών χωριών, επιτροπών κατοίκων αστικών περιοχών και εργατικών συνελεύσεων σε επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς. Αυτό είναι σημαντικό επειδή η Κίνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκεντρωμένη. Οι τοπικές κυβερνήσεις –συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων επαρχίας, περιοχής, κομητείας, δήμου και χωριού –αποτελούν το 50% των κρατικών εσόδων και αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 85% των δαπανών. Η κεντρική κυβέρνηση της Κίνας είναι υπεύθυνη μόνο για το 15% των συνολικών κρατικών δαπανών – ενώ ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι 66%.

Σε επίπεδο κομητείας, υπάρχουν Λαϊκά Συνέδρια της Κομητείας που υποστηρίζονται από τις κομητειακές επιτροπές της CPPCC, εξειδικευμένες επιτροπές για τη γεωργία, τη βιομηχανία, την εκπαίδευση και άλλους τομείς, καθώς και δημόσιες ακροάσεις για σημαντικά ζητήματα. Σε επίπεδο περιοχής/πόλης, υπάρχουν Λαϊκά Συνέδρια του Δήμου και οι μόνιμες επιτροπές τους, δημοτικές επιτροπές της CPPCC, μηχανισμοί διαβούλευσης ανά τομέα και ευρεία δημόσια συμμετοχή στον αστικό σχεδιασμό και την ανάπτυξη. Σε επίπεδο επαρχίας, υπάρχουν Λαϊκά Συνέδρια της Επαρχίας και οι μόνιμες επιτροπές τους, επαρχιακές επιτροπές της CPPCC, μηχανισμοί διαπεριφερειακού συντονισμού και διαδικασίες διαβούλευσης πολιτικής με ακαδημαϊκά ιδρύματα και ομάδες προβληματισμού (think tanks). Αφού οι πολίτες εκλέξουν αντιπροσώπους σε επίπεδο δήμου και κομητείας, αυτοί με τη σειρά τους εκλέγουν αντιπροσώπους σε υψηλότερα επίπεδα διακυβέρνησης.

Η κοινοτική αυτοδιοίκηση στην Κίνα λειτουργεί μέσω πέντε αλληλένδετων διαστάσεων της δημοκρατίας οι οποίες συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα τοπικής συμμετοχής και ελέγχου. Οι δημοκρατικές εκλογές αποτελούν το θεμέλιο μέσω των εκλογών σε επίπεδο βάσης για τις επιτροπές χωριών, τις επιτροπές κατοίκων αστικών περιοχών και τις εργατικές συνελεύσεις σε επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς, με τους ηγέτες και τα μέλη των επιτροπών να εκλέγονται ταυτόχρονα με τις θέσεις σε επίπεδο δήμου και κομητείας. Η δημοκρατική διαβούλευση περιλαμβάνει ποικίλα κανάλια, όπως προτάσεις, συνέδρια, συζητήσεις, σεμινάρια, ακροάσεις, αξιολογήσεις, διαδικτυακές πλατφόρμες και δημοσκοπήσεις, επιτρέποντας στις κοινότητες να ασχολούνται με θέματα που επηρεάζουν τα ζωτικά συμφέροντα των ανθρώπων, ιδιαίτερα όσον αφορά τα δικαιώματα συγκεκριμένων ομάδων. Η δημοκρατική λήψη αποφάσεων πραγματοποιείται μέσω διαφόρων μορφών συνεδριάσεων μεταξύ των αγροτών, των κατοίκων αστικών κέντρων και των εκπροσώπων τους, καλύπτοντας οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, υποδομές, κοινωνική διαχείριση, πολιτιστικές υπηρεσίες, προστασία του περιβάλλοντος, κανονισμούς αυτοδιοίκησης και άλλα σημαντικά τοπικά θέματα, με τους κατοίκους να συμμετέχουν τόσο στη λήψη όσο και στην υλοποίηση αποφάσεων. Η δημοκρατική διαχείριση δίνει τη δυνατότητα στις αστικές και αγροτικές κοινότητες να θεσπίζουν τους δικούς τους κανόνες και κανονισμούς που διέπουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κατοίκων, τις οργανωτικές διαδικασίες, τις αρχές της συλλογικής οικονομίας, την ασφάλεια της γειτονιάς, τη δημόσια ασφάλεια, την υγιεινή, τα έθιμα του γάμου, τον οικογενειακό προγραμματισμό και τις πολιτιστικές δραστηριότητες, με τις κοινότητες να διαχειρίζονται τα δικά τους δημόσια θέματα και υπηρεσίες εντός του συνταγματικού και νομικού πλαισίου. Τέλος, η δημοκρατική εποπτεία επιτρέπει στους πολίτες, τα νομικά πρόσωπα και τους οργανισμούς να εποπτεύουν τα κρατικά όργανα και τις επιδόσεις του προσωπικού μέσω αιτημάτων διοικητικής αναθεώρησης, δικαστικών διαδικασιών και παραπόνων σε εποπτικά όργανα σχετικά με κακή διαχείριση, αμέλεια, κατάχρηση εξουσίας ή παραβάσεις επαγγελματικής ηθικής, δημιουργώντας μηχανισμούς λογοδοσίας που ολοκληρώνουν τον κύκλο της δημοκρατικής διακυβέρνησης σε επίπεδο βάσης. Κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα αντικατοπτρίστηκε στη συνολική διαδικασία διαβούλευσης που μεταμόρφωσε το χωριό Μινζού στο Τσονγκτσίνγκ.

Σε εθνικό επίπεδο, αυτές οι διαδικασίες συγκλίνουν στο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο (NPC) και στην Εθνική Επιτροπή του CPPCC, παράλληλα με μηχανισμούς διαβούλευσης του Κρατικού Συμβουλίου και διαδικασίες διαβούλευσης για την πολιτική της κεντρικής κυβέρνησης. Το NPC λειτουργεί ως το ανώτατο όργανο κρατικής εξουσίας της Κίνας, με τους αντιπροσώπους να εκλέγονται μέσω ενός πολυεπίπεδου έμμεσου εκλογικού συστήματος που ξεκινά με την άμεση εκλογή αξιωματούχων σε επίπεδο δήμου. Το 2023, το NPC είχε 2.977 μέλη, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων και των 56 εθνοτικών ομάδων, με τις μειονότητες να αντιπροσωπεύουν το 14,85% του συνόλου (υπό αυτή την έννοια, οι μειονότητες –οι οποίες αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού της Κίνας– έχουν υψηλότερη από τον μέσο όρο εκπροσώπηση στην κυβέρνηση). Το 16,69% ​​των μελών του NPC αντιπροσώπευε τους εργάτες και τους αγρότες της πρώτης γραμμής, συμπεριλαμβανομένων 56 εκπροσώπων μεταναστών εργατών. Τα στελέχη του κόμματος και της κυβέρνησης αντιπροσώπευαν το 32,55% του συνόλου, ποσοστό που έχει μειωθεί σταδιακά καθώς περισσότεροι εργάτες, αγρότες και ειδικοί εντάσσονται στο Κογκρέσο.  Το NPC συνεδριάζει ετησίως και διαθέτει μια Μόνιμη Επιτροπή που ασκεί εξουσία μεταξύ των συνεδριάσεων. Η Κινεζική Λαϊκή Πολιτική Συμβουλευτική Διάσκεψη (CPPCC) λειτουργεί παράλληλα με το σύστημα του NPC από εθνικό έως τοπικό επίπεδο. Περιλαμβάνει εκπροσώπους των οκτώ δημοκρατικών κομμάτων της Κίνας, εθνοτικών μειονοτήτων, θρησκευτικών ομάδων, αντιπροσώπους από το Χονγκ Κονγκ, το Μακάο, την Ταϊβάν και Κινέζους που ζουν στο εξωτερικό, καθώς και εξέχοντα άτομα από διάφορους τομείς. Λειτουργεί ως συμβουλευτικό όργανο για πολιτικό διάλογο και οικοδόμηση συναίνεσης.

Κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα θεσμικής λήψης αποφάσεων αντικατοπτρίζει την εξέλιξη της διαδικασίας της «γραμμής των μαζών», όπου ιδέες, πολιτικές και εκθέσεις φιλτράρονται προς τα πάνω από τις κοινότητες στο εθνικό επίπεδο και στη συνέχεια εφαρμόζονται προς τα κάτω στη διαδικασία υλοποίησης πολιτικών – μια διαδικασία που ταυτόχρονα αναβαθμίζει και τελειοποιεί τα εργαλεία που έχουν επιφέρει πρωτοφανείς βελτιώσεις στη ζωή των ανθρώπων.

Αντιλήψεις για τη δημοκρατία στην Κίνα

Η επισκόπηση του κινεζικού συστήματος της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας» αμφισβητεί τον κυρίαρχο λόγο εντός της δυτικής ακαδημαϊκής κοινότητας, ο οποίος ερμηνεύει το πολιτικό σύστημα της Κίνας μέσα από πλαίσια αυταρχικής παρανομίας και τοποθετεί το κινεζικό κράτος ως θεμελιωδώς εξαρτημένο από καταναγκαστικούς μηχανισμούς για την ύπαρξή του. Αντίθετα, η κινεζική δημοκρατική διαδικασία περιέχει ένα πλούσιο μωσαϊκό θεσμών και πρακτικών που, συνολικά, επιτρέπουν την ολοένα και ευρύτερη λαϊκή συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας.

Εξίσου σημαντικό είναι το ερώτημα του πώς οι ίδιοι οι Κινέζοι αντιλαμβάνονται το δημοκρατικό τους μοντέλο. Σε αυτό το σημείο, εκτενή δεδομένα ερευνών σχετικά με τις κινεζικές αντιλήψεις περί δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων ερευνών από καθιερωμένα δυτικά φιλελεύθερα ιδρύματα, αποκαλύπτουν όχι μόνο ότι ο κινεζικός λαός είναι σε συντριπτικό βαθμό ικανοποιημένος από το έργο της κεντρικής και των επαρχιακών κυβερνήσεων, αλλά και ότι η μεγάλη πλειονότητα των Κινέζων θεωρεί την κυβέρνησή της δημοκρατική και προσανατολισμένη στην υπηρεσία του λαού.

Εδώ παρουσιάζουμε δεδομένα από αρκετές σημαντικές μελέτες. Πρώτον, το Κέντρο Δημοκρατικής Διακυβέρνησης και Καινοτομίας Ash του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ διατηρεί αυτό που συνιστά την πιο εκτενή ανεξάρτητη αξιολόγηση της ικανοποίησης των Κινέζων πολιτών από την κυβερνητική απόδοση, παρακολουθώντας τις λαϊκές στάσεις από το 2003. Η έκθεσή του το 2020, με τίτλο «Κατανόηση της Ανθεκτικότητας του ΚΚΚ: Έρευνα της Κινεζικής Δημόσιας Γνώμης στο Χρόνο», αποκάλυψε ευρεία λαϊκή στήριξη προς την κινεζική κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα. Οι συγγραφείς της μελέτης, οι οποίοι εργάζονταν μέσα σε ένα αναλυτικό πλαίσιο που αρχικά υπέθετε ότι ο αυταρχικός χαρακτήρας της Κίνας θα παρήγαγε κρίσεις νομιμοποίησης, κατέγραψαν αντίθετα σταθερές αυξήσεις στην ικανοποίηση των πολιτών. Η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης έφτασε το 93% έως το 2016, ενώ οι επαρχιακές κυβερνήσεις διατηρούσαν ποσοστά στήριξης της τάξης του 82% – με συνεπή άνοδο διαχρονικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η έρευνα εντόπισε πως περιθωριοποιημένοι πληθυσμοί σε οικονομικά μειονεκτούσες ενδοχώριες περιοχές παρουσίασαν συγκριτικά μεγαλύτερες αυξήσεις στην ικανοποίησή τους, γεγονός που υποδηλώνει –σε συμφωνία με την κινεζική αντίληψη για τη λειτουργία της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας»– ότι η κρατική ανταπόκριση στις υλικές συνθήκες αποτελεί βασικό μηχανισμό της νομιμοποίησής της.

Οι συγγραφείς συνοψίζουν τα ευρήματά τους ως εξής: «Διαπιστώνουμε ότι, από την έναρξη της έρευνας το 2003, η ικανοποίηση των Κινέζων πολιτών από την κυβέρνηση έχει αυξηθεί σχεδόν σε όλους τους τομείς. Από τον αντίκτυπο των ευρύτερων εθνικών πολιτικών έως τη συμπεριφορά των τοπικών αξιωματούχων στις κωμοπόλεις, οι Κινέζοι πολίτες αξιολογούν την κυβέρνηση ως πιο ικανή και αποτελεσματική από ποτέ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πιο περιθωριοποιημένες ομάδες σε φτωχότερες, ενδοχώριες περιοχές είναι συγκριτικά πιο πιθανό να αναφέρουν αυξήσεις στην ικανοποίησή τους. Δεύτερον, οι στάσεις των Κινέζων πολιτών φαίνεται να ανταποκρίνονται (τόσο θετικά όσο και αρνητικά) σε πραγματικές αλλαγές στην υλική τους ευημερία».

Τα αποτελέσματα αυτά συνάδουν με τα δεδομένα της Έρευνας Ασιατικού Βαρόμετρου (Asian Barometer Survey), η οποία το 2015 διαπίστωσε ότι το 87% των ερωτηθέντων στην Κίνα είχε «πολύ μεγάλη» ή «αρκετά μεγάλη» εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση. Το ίδιο ισχύει και για την Έρευνα Παγκόσμιων Αξιών (World Values Survey), η οποία δείχνει σταθερά ότι πάνω από το 90% των ανθρώπων στην Κίνα δηλώνει «πολύ μεγάλη» ή «αρκετά μεγάλη» εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση. Το 2018, στο πιο πρόσφατο κύμα της έρευνας, το επίπεδο εμπιστοσύνης έφτασε το 95%, ένα από τα υψηλότερα παγκοσμίως.

Συμπληρώνοντας αυτά τα ευρήματα, η Συμμαχία των Δημοκρατιών (Alliance of Democracies, AoD), η οποία ιδρύθηκε από πρώην ηγετικά στελέχη του ΝΑΤΟ και Δανούς κυβερνητικούς αξιωματούχους, εκπονεί από το 2019 ετήσιες εκθέσεις για τον Δείκτη Αντίληψης της Δημοκρατίας (Democracy Perception Index). Σε συνεργασία με τη γερμανική εταιρεία έρευνας αγοράς Latana, η AoD χρησιμοποιεί μεθοδολογικές προσεγγίσεις ειδικά σχεδιασμένες για να περιορίζουν τη μεροληψία στις απαντήσεις και τις ανησυχίες περί αυτολογοκρισίας. Τα ευρήματα του 2024 αποκαλύπτουν ότι το 92% των Κινέζων ερωτηθέντων θεωρούν τη δημοκρατία σημαντική, το 79% χαρακτηρίζει τη χώρα του ως δημοκρατική και το 91% αντιλαμβάνεται την κυβέρνησή του ως φορέα που υπηρετεί ευρέα λαϊκά συμφέροντα και όχι ελίτ ομάδες – Κάθε ένα από αυτά τα ποσοστά ήταν υψηλότερο από σχεδόν κάθε άλλη χώρα στον κόσμο και σημαντικά υψηλότερο σε όλους αυτούς τους δείκτες σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία, τις κλασικές φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Η μελέτη της AoD αξιολογεί επίσης τις αντιλήψεις των ανθρώπων σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης, καθώς και τις ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Και σε αυτό τον τομέα, η Κίνα υπερέχει των ΗΠΑ και του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης. Όταν δόθηκε η δήλωση «Όλοι στη χώρα μου μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους για πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα», μόνο το 18% των ερωτηθέντων στην Κίνα διαφώνησε (σε σύγκριση με 27% στις ΗΠΑ). Και όταν δόθηκε η δήλωση «Οι πολιτικοί ηγέτες στη χώρα μου εκλέγονται μέσω ελεύθερων και δίκαιων εκλογών», μόνο το 5% στην Κίνα διαφώνησε (έναντι 27% στις ΗΠΑ).

Τέλος, μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Political Psychology, ρώτησε ανθρώπους σε 42 χώρες αν θεωρούν ότι το σύστημά τους είναι δίκαιο και ισότιμο. Χρησιμοποιήθηκαν οι εξής ερωτήσεις: «Γενικά, θεωρώ ότι η κοινωνία είναι δίκαιη», «Γενικά, το πολιτικό σύστημα της χώρας μου λειτουργεί όπως θα έπρεπε», «Όλοι στη χώρα μου έχουν ίσες ευκαιρίες για πλούτο και ευτυχία» και «Η κοινωνία της χώρας μου είναι οργανωμένη έτσι ώστε οι άνθρωποι συνήθως να παίρνουν αυτό που τους αξίζει». Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στις περισσότερες χώρες η μέση απάντηση κυμαίνεται μεταξύ «διαφωνώ κάπως» και «ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ». Υπάρχει μόνο μία χώρα όπου η μέση απάντηση βρίσκεται στην περιοχή του «συμφωνώ κάπως», και αυτή είναι η Κίνα. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι στην Κίνα είναι πιο πιθανό από οποιαδήποτε άλλη χώρα του δείγματος να συμφωνούν ότι το σύστημά τους είναι δίκαιο και ισότιμο.

Όλα αυτά αποτελούν εντυπωσιακά ευρήματα. Ορισμένοι σκεπτικιστές έχουν αμφισβητήσει τα δεδομένα, υποστηρίζοντας ότι οι ερωτώμενοι ενδέχεται να υπερβάλλουν στη στήριξή τους προς την κυβέρνησή τους εάν ζουν σε ένα σύστημα όπου είναι πιθανό να φοβούνται την καταστολή για την έκφραση πολιτικής διαφωνίας. Αυτό είναι γνωστό ως «στρατηγική αναφορά ψευδών στοιχείων» (strategic misreporting). Ωστόσο, το γεγονός ότι όλες αυτές οι μελέτες καταγράφουν χαμηλές βαθμολογίες σε χώρες που είναι γνωστές για την πολιτική καταστολή υποδηλώνει ότι αυτό δεν αποτελεί πραγματικό πρόβλημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το ερώτημα έχει διερευνηθεί εκτενώς στην επιστημονική βιβλιογραφία για την Κίνα. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό έχει διερευνηθεί εκτενώς στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία για την Κίνα. Οι ερευνητές έχουν πραγματοποιήσει αρκετές μελέτες χρησιμοποιώντας μεθόδους ειδικά σχεδιασμένες για να αποκλείουν τη στρατηγική αναφορά ψευδών στοιχείων – όπως πειράματα καταλόγου (list experiments) και τεστ έμμεσων συσχετισμών (implicit association tests). Επανειλημμένα, αυτές οι μελέτες επιβεβαιώνουν ότι οι άνθρωποι στην Κίνα πράγματι εμφανίζουν υψηλά επίπεδα στήριξης προς την κυβέρνησή τους και το πολιτικοοικονομικό τους σύστημα.

Αυτά τα εμπειρικά ευρήματα συνιστούν μια θεμελιώδη πρόκληση προς τα φιλελεύθερα αναλυτικά πλαίσια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της πολιτικής νομιμοποίησης. Τα σταθερά υψηλά ποσοστά αποδοχής που καταγράφονται σε πολλαπλές ανεξάρτητες μελέτες υποδηλώνουν ότι η νομιμοποίηση ενδέχεται να απορρέει λιγότερο από τις διαδικαστικές μορφές της δημοκρατίας και περισσότερο από την ουσιαστική ανταπόκριση της κυβέρνησης στις υλικές συνθήκες του λαού. Αυτή η παρατήρηση ευθυγραμμίζεται με τις ιστορικές υλιστικές αναλύσεις που δίνουν προτεραιότητα στη σχέση μεταξύ κρατικής εξουσίας, λαϊκών μαζών και οικονομικής ανάπτυξης, έναντι καθαρά διαδικαστικών δημοκρατικών μηχανισμών.

Λάβετε υπόψη το γεγονός ότι, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι μισθοί στον μεταποιητικό τομέα στην Κίνα έχουν αυξηθεί οκταπλάσια. Οι μισθοί στην Κίνα από τους χαμηλότερους στην Ασία έχουν πλέον φτάσει να είναι υψηλότεροι από εκείνους σε κάθε άλλη αναπτυσσόμενη χώρα της περιοχής. Η Κίνα διαθέτει σήμερα ένα από τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Μάλιστα, σύμφωνα με τα δεδομένα του GBD, το προσδόκιμο υγιούς ζωής στην Κίνα είναι πλέον πάνω από τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο από εκείνο των ΗΠΑ. Πρόκειται για μείζονες ιστορικές εξελίξεις, η σημασία των οποίων δεν περνά απαρατήρητη από τον κινεζικό λαό.

Σημειώσαμε παραπάνω ότι ο στόχος της σοσιαλιστικής δημοκρατίας περιλαμβάνει και την επέκταση της αρχής της δημοκρατίας στον τομέα της παραγωγής. Η παρούσα ανάλυση επικεντρώνεται στις πολιτικές διαδικασίες και ξεπερνά το αντικείμενό της η διερεύνηση του κατά πόσο και σε ποιον βαθμό έχει επιτευχθεί η οικονομική δημοκρατία στην Κίνα. Πρόκειται για ζήτημα έντονης συζήτησης μεταξύ των σοσιαλιστών, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό της ίδιας της Κίνας. Αφενός, ο δημόσιος έλεγχος του χρηματοπιστωτικού τομέα και των «στρατηγικών τομέων» της οικονομίας (οι κρατικές επιχειρήσεις αντιστοιχούν σε σχεδόν το ένα τρίτο του ΑΕΠ της Κίνας) επιτρέπει στη χώρα να κατευθύνει τις επενδύσεις και την παραγωγή σύμφωνα με εθνικά αναπτυξιακά σχέδια που έχουν επικυρωθεί δημοκρατικά. Από την άλλη πλευρά, αριστεροί επικριτές επισημαίνουν ότι η άμεση εμπειρία πολλών Κινέζων εργαζομένων από την εργασιακή διαδικασία εξακολουθεί να είναι αυτή της εκμετάλλευσης μέσα σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις.

Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι το ΚΚΚ προωθεί μεγαλύτερη εργατική δημοκρατία στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες απαιτούν από τις επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονται περισσότεροι από τρεις εργαζόμενοι που είναι μέλη του ΚΚΚ να παρέχουν σε αυτούς τους εργαζομένους εκπροσώπηση στη διοίκηση της εταιρείας. Οι επόμενες δεκαετίες θα αποκαλύψουν περισσότερα σχετικά με την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το ΚΚΚ στο ζήτημα της οικονομικής δημοκρατίας, ωστόσο από τις συνομιλίες μας με ανθρώπους στην Κίνα προκύπτει σαφώς ότι από το 2012, και ιδιαίτερα μετά το 19ο Εθνικό Συνέδριο το 2017, η κυβέρνηση έχει επιταχύνει την πορεία προς τον σοσιαλισμό· πλέον επίσημος στόχος της Κίνας είναι η οικοδόμηση μιας «σύγχρονης σοσιαλιστικής χώρας που να είναι ευημερούσα, ισχυρή, δημοκρατική, πολιτισμένη και αρμονική» έως το 2049. Δεν πρόκειται για απλά συνθήματα, αλλά για αποτυπώσεις ενός ευρέος φάσματος συγκεκριμένων πολιτικών πεδίων με σαφή κριτήρια επιτυχίας. Το πρόγραμμα στοχευμένης καταπολέμησης της φτώχειας, για παράδειγμα, είχε ως έναν από τους βασικούς του πυλώνες την ανάπτυξη συνεταιριστικών οικονομιών σε όλη την κινεζική ύπαιθρο.

Συνοψίζοντας, η κινεζική περίπτωση καταδεικνύει πώς εναλλακτικές δημοκρατικές μορφές –που στην Κίνα χαρακτηρίζονται ως «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία»– μπορούν να παράγουν νομιμοποίηση μέσω διαφορετικών διαδρομών από εκείνες που εξυμνούνται στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, σε συνδυασμό με τη θεσμοθετημένη λαϊκή συμμετοχή στις διαδικασίες διαμόρφωσης πολιτικής, δημιουργεί μηχανισμούς κυβερνητικής ανταπόκρισης που υπερβαίνουν τους περιοδικούς εκλογικούς κύκλους, οι οποίοι συνιστούν το ανώτατο όριο πολιτικής εμπλοκής στις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Συμπεράσματα

Ο μετασχηματισμός του χωριού Μινζού –μία από τις χιλιάδες περιπτώσεις σε ολόκληρη την Κίνα– προσφέρει μια απτή απεικόνιση του τρόπου με τον οποίο η «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία» λειτουργεί ως βιωμένη πραγματικότητα για τα 1,4 δισεκατομμύρια ανθρώπους της Κίνας. Οι εκατοντάδες συνελεύσεις στις αυλές, το ψηφιοποιημένο γραμματοκιβώτιο που συγκεντρώνει τις προτάσεις των κατοίκων και η ολοκληρωμένη διαδικασία διαβούλευσης που καθοδήγησε την αναγέννηση του χωριού αποτελούν ένα μικρόκοσμο των ευρύτερων μηχανισμών μέσω των οποίων η κινεζική σοσιαλιστική δημοκρατία μεταφράζει τη λαϊκή συμμετοχή σε υλικές βελτιώσεις στη ζωή των ανθρώπων. Αυτή η διαδικασία, ριζωμένη σε πάνω από έναν αιώνα επαναστατικής εμπειρίας και μεθοδολογίας, αμφισβητεί θεμελιώδεις παραδοχές σχετικά με τη σχέση μεταξύ δημοκρατίας, ανάπτυξης και πολιτικής νομιμοποίησης που κυριάρχησαν επί μακρόν στον δυτικό λόγο – και αποκαλύπτει την υπεροχή της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, με την έμφαση που δίνει όχι μόνο στα πολιτικά δικαιώματα αλλά και στα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα.

Το κινεζικό μοντέλο δείχνει ότι η δημοκρατία δεν χρειάζεται να περιορίζεται σε περιοδικές εκλογικές διαδικασίες ή σε τυπικά διαδικαστικά δικαιώματα αποκομμένα από τις υλικές συνθήκες. Η «ολόπλευρη λαϊκή δημοκρατία» ενσωματώνει εκλογικούς και διαβουλευτικούς μηχανισμούς σε πολλαπλά επίπεδα διακυβέρνησης, από τις επιτροπές των χωριών έως το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο (NPC), δημιουργώντας συνεχείς διαύλους λαϊκής συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι θεμελιώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση σε αποδεδειγμένες βελτιώσεις των υλικών και κοινωνικών συνθηκών της ζωής των ανθρώπων – όπως η εξάλειψη της απόλυτης φτώχειας, η μαζική ανάπτυξη υποδομών, η τεχνολογική πρόοδος και η άνοδο του βιοτικού επιπέδου που επιτεύχθηκαν μέσα από διαδικασίες οι οποίες ενσωμάτωσαν συστηματικά τη λαϊκή συμβολή και τον κοινωνικό έλεγχο στη χάραξη πολιτικής.

Αυτή η αντίληψη της δημοκρατίας ως μιας επεκτεινόμενης ιστορικής διαδικασίας, και όχι ως μιας σταθερής θεσμικής ρύθμισης, αντανακλά τις ευρύτερες μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ των ιστορικοϋλιστικών και των φιλελεύθερων προσεγγίσεων στην πολιτική ανάλυση. Εκεί όπου η φιλελεύθερη δημοκρατία αντιμετωπίζει τις υφιστάμενες δυτικές θεσμικές μορφές ως το τελικό στάδιο της δημοκρατικής εξέλιξης, ως μια διαδικασία που εξελίσσεται συνεχώς σε ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες υλικές συνθήκες και τις λαϊκές ανάγκες. […] Η κινεζική εμπειρία υποδηλώνει ότι αυτή η διαλεκτική προσέγγιση –η οποία δίνει προτεραιότητα στο περιεχόμενο έναντι της μορφής και στα αποτελέσματα έναντι των διαδικασιών– ενδέχεται να προσφέρει πιο στέρεες βάσεις για γνήσια λαϊκή κυριαρχία από συστήματα που τυποποιούν την πολιτική ισότητα, ενώ ταυτόχρονα ανέχονται τεράστιες οικονομικές ανισότητες που υπονομεύουν την ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή.

Σε πιο θεμελιώδες επίπεδο, η κινεζική εμπειρία καταδεικνύει την αδιαχώριστη σχέση μεταξύ σοσιαλιστικής οικοδόμησης και δημοκρατίας. Όπως παρατηρεί ο Βίκτορ Γκάο:

«Αν πιστεύετε ότι η Κίνα θα μπορούσε να επιτύχει τον πλήρη και βαθύ οικονομικό μετασχηματισμό κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, εξαλείφοντας πλήρως την απόλυτη φτώχεια, και να δημιουργήσει τον μεγαλύτερο αριθμό χρηστών διαδικτύου και κινητών τηλεφώνων στον κόσμο, με περισσότερους από 150 εκατομμύρια ανθρώπους στην Κίνα να ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο κάθε χρόνο, χωρίς δημοκρατία, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του κινεζικού λαού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, τότε κάτι δεν πάει καλά με την ανάλυση και τα συμπεράσματά σας».

Οι συνέπειες ξεπερνούν τα σύνορα της Κίνας. Σε μια εποχή κατά την οποία οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες κρίσεις νομιμοποίησης –όπως η πτώση της συμμετοχής στις εκλογές, η αυξανόμενη ανισότητα, η δυσλειτουργία των θεσμών, η όλο και μεγαλύτερη αποξένωση των πολιτών από τις πολιτικές διαδικασίες και η εγκατάλειψη των φιλελεύθερων δημοκρατικών κανόνων από κράτη που όλο και περισσότερο εμπλέκονται σε πολέμους ιμπεριαλιστικής επέκτασης– το κινεζικό μοντέλο προσφέρει εναλλακτικούς τρόπους αντίληψης της σχέσης μεταξύ λαϊκής κυριαρχίας και αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Υποδεικνύει ότι η τελική δοκιμασία της δημοκρατίας δεν βρίσκεται στην τήρηση συγκεκριμένων θεσμικών διευθετήσεων που αναπτύχθηκαν σε ιδιαίτερα ιστορικά πλαίσια, αλλά στην ικανότητά της να ενεργοποιεί τους ανθρώπους ώστε να διαμορφώνουν οι ίδιοι τις συνθήκες της ζωής τους και της κοινωνίας τους. Η κατανόηση της «ολόπλευρης λαϊκής δημοκρατίας» απαιτεί, συνεπώς, την υπέρβαση των περιορισμών που επιβάλλει η φιλελεύθερη ιδεολογία και την σοβαρή ενασχόληση με σοσιαλιστικές προσεγγίσεις στην πολιτική οργάνωση, οι οποίες παρέχουν κρίσιμες γνώσεις για όλες τις κοινωνίες που αντιμετωπίζουν ερωτήματα σχετικά με την ανάπτυξη και τη λαϊκή κυριαρχία στον 21ο αιώνα.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ