Η «καλή» δημοσιογραφία, η ευθυγραμμισμένη με τα καθεστωτικά «πρέπει», δεν ορίζεται μόνο από το τι λες και πώς το λες. Εξ ίσου ή και περισσότερο σημαντικό είναι τι επιλέγεις να αποσιωπήσεις. Τυπικό δείγμα, ένα δελτίο ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης, το Σάββατο (6/6/2026). Ειδικότερα, η αναφορά στις εξελίξεις του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν, με απόληξη μια ξερή φράση: Ότι στην Ελλάδα η αύξηση που σημειώθηκε στις τιμές ενέργειας κατά τον Μάιο ήταν 20,2%.
Τι δεν… καταδέχθηκε να αναφέρει το κανάλι; Ότι για δεύτερο συνεχόμενο μήνα η αύξηση στις τιμές ενέργειας στην Ελλάδα ξεπέρασε το 20%, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η αντίστοιχη μέση στην ΕΕ ήταν σχεδόν η μισή. Τον Απρίλιο, εδώ οι τιμές ενέργειας «ψήλωσαν» κατά 21,6% και στην ΕΕ κατά 10,8%. Τον Μάιο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 20,2% και 10,9%.
Πρόδηλο είναι το πλεονέκτημα που παρέχει η τόσο «μινιμαλιστική»… διάθεση της κρατικής τηλεόρασης. Διευκολύνει το μύθευμα πως έχουμε έναν αμιγώς εισαγόμενο (και λόγω πολέμου αγριεμένο) πληθωρισμό, απέναντι στον οποίο είμαστε άπαντες, σε όλη την υφήλιο, εξ ίσου ανήμποροι και πληττόμενοι. Θα μπορούσε να είναι και μότο: Όταν έχουμε κρίσεις, άσε τις συγκρίσεις…
Έλα όμως που οι συγκρίσεις αποβαίνουν καταλυτικές. Προφανώς και είναι παγκόσμιες και σοβαρές οι συνέπειες που έχει η πολεμική ανάφλεξη στο ενεργειακό πεδίο, η βαρύτητά τους όμως δεν είναι ίδια, παντού. Δεν είναι ίδια στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Ούτε είναι ίδια ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, δέκα έξι εκ των οποίων προχώρησαν σε έκτακτες (έστω και προσωρινές) μειώσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης – κυρίως στην αμόλυβδη και το diesel.
Δεν έχουμε αντίπαλο…
Βάσει των πρόσφατων εβδομαδιαίων στοιχείων της Κομισιόν (Directorate-General for Energy), η μέση τιμή των 2,064 ευρώ ανά λίτρο κατέτασσε την Ελλάδα, στις αρχές Ιουνίου, στην τρίτη θέση του καταλόγου των χωρών με την ακριβότερη αμόλυβδη στην ΕΕ. Οι δυο χώρες που μας ξεπέρασαν ήταν η Δανία και η Ολλανδία. Δηλαδή δυο χώρες, στις οποίες οι μισθοί και τα εισοδήματα κυμαίνονται σε επίπεδα απείρως υψηλότερα από όσο στην Ελλάδα. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως σε μια νοερή κατάταξη, ως προς το πόσο δυσβάσταχτες είναι από κοινωνικής πλευράς οι αυξήσεις αυτές, στην κυριολεξία «δεν έχουμε αντίπαλο…».
Από τις 23/2/2026 μέχρι τις 25/5/2026, η μέση αύξηση της τιμής στην αμόλυβδη ήταν 16% στην ΕΕ και 23% στην Ελλάδα. Εκεί όπου μειώθηκε η φορολογία, οι αντίστοιχες αυξήσεις συγκρατήθηκαν σε επίπεδα κατά πολύ χαμηλότερα. Στη Γερμανία 11%, την Πολωνία 10%, την Ισπανία 7% κοκ. «Αντί για fuel pass, μήπως να μειώναμε ΕΦΚ και ΦΠΑ;», ήταν ο τίτλος πρόσφατου άρθρου (26/5/26) στο site της «Ναυτεμπορικής». Ενός μέσου ενημέρωσης που πολύ δύσκολα θα χαρακτηριστεί ευάλωτο σε «λαϊκίστικες» ιδέες ή… ασεβές προς τα δόγματα του «οικονομικού ορθολογισμού».
«Τι να κάνουμε, πόλεμος γίνεται, αυτές είναι οι αναπόφευκτες συνέπειες στην ενέργεια αλλά και στις τιμές των αγαθών…». Το ακούγαμε συνεχώς και στην πρώιμη περίοδο του πολέμου στην Ουκρανία. Όμως ακόμη και φιλοκυβερνητικά μέσα, όπως πχ η «Καθημερινή», επιχειρούσαν να εξηγήσουν γιατί στην Ελλάδα το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν κατά 54% ακριβότερο από όσο στον μέσο όρο της ΕΕ, σε εποχές κατά τις οποίες δεν είχαν αρχίσει καν να μαζεύονται σύννεφα πολέμου πάνω από την Ουκρανία.
Είναι αλήθεια πως οι καπνοί των πολέμων βοηθούν, ώστε να κρύβονται πολλά. Να καμουφλάρονται αλήθειες, επιδιώξεις των οικονομικών και πολιτικών ελίτ για τις κοινωνίες, κοκ. Ε, λογικό ήταν να πασχίσει να καμουφλάρει τα αποτελέσματα του νεοφιλελεύθερου «αριστουργήματός της» στην ενέργεια μια κυβέρνηση, που κάποτε (Σεπτέμβριος 2020) δήλωνε δια στόματος Κωστή Χατζηδάκη ότι η πλήρης «απελευθέρωση » θα έφερνε «χαμηλότερο κόστος στη βιομηχανία και κυρίως στον μέσο Έλληνα»…
Ένα στερεότυπο που δεν πείθει πια
Είναι βέβαιο, πάντως, ότι έχει μειωθεί δραστικά η διεισδυτικότητα του στερεότυπου «για όλα φταίει ένας πόλεμος» – και μάλιστα φταίει σε βαθμό,,, ισόποσο, εδώ και αλλού. (Και όχι μόνον οι πόλεμοι – ας θυμηθούμε ότι τον Ιούλιο του 2024 η κυρία Σοφία Βούλτεψη μας κάλεσε να σκεφτούμε πόσο επιδρούσαν στα καθ’ ημάς οκτώ… πραξικοπήματα, τα οποία είχαν γίνει στην Αφρική, από το 2019 τότε που ανέλαβε ξανά τη διακυβέρνηση η ΝΔ).
Αυτό το ξεθώριασμα του κλισέ αντανακλάται και στα ευρήματα δημοσκόπησης της Alco. Στο ερώτημα «ποιος πιστεύετε ότι ευθύνεται περισσότερο για την ακρίβεια;», το 47% απάντησε «η κυβέρνηση», το 30% «η αισχροκέρδεια» και μόνο το 18% είδε «τον πόλεμο στο Ιράν» ως βασική αιτία. Κι αν σκεφθούμε ότι, λογικά, μέσα στο 30% κατοικοεδρεύει και ένα τμήμα που δεν αθωώνει την κυβέρνηση για τον καλπασμό της αισχροκέρδειας (κανόνες, έλεγχοι, κλπ), γίνεται ηχηρότερη η καταδίκη.
Φυσικά, όσο λιγότερες συγκρίσεις γίνονται τόσο το καλύτερο για την κυβέρνηση, έστω και στη λογική του «να σωθεί οτιδήποτε κι αν σώζεται», προπαγανδιστικά. Είναι καλύτερο πχ να διαπιστώνει ο κόσμος απλώς ότι έχουν ακριβύνει πολύ τα νωπά τρόφιμα (μη επεξεργασμένα λαχανικά, φρούτα, κλπ). Αλλά να μην ξέρει ότι οι αυξήσεις στην Ελλάδα, χώρα αγροτική, είναι διπλάσιες από το μέσο όρο της ΕΕ. Διότι αν ξέρει, τότε είναι δύσκολο να επιφυλάξει κάτι διαφορετικό από άγρια «σιχτιρίσματα» στην όποια εκδοχή περί «διεθνούς ανωτέρας βίας».
Για ενοίκια, το 70,2% και το 93,6% ενός μέσου μισθού!
Σταθερά επιβεβαιώνει η Eurostat το αδιανόητο βάρος που αντιπροσωπεύει η στέγη, στην Ελλάδα. Υποτίθεται ότι η κυβέρνηση κάνει προσπάθειες (δεν είναι της παρούσης η ανάλυση ή η αξιολογική παρουσίασή τους) για την αντιμετώπιση του προβλήματος, εδώ και τρία – τέσσερα χρόνια. Και πώς ακριβώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, στο βασίλειο της Golden Visa, του Airbnb, της τουριστικής παράκρουσης, αλλά και των διαδοχικών προγραμμάτων «Σπίτι μου», τα οποία τελικά ώθησαν ακόμη υψηλότερα τα ενοίκια, προκαλώντας τεχνητή ζήτηση στην αγορά, δηλαδή τηρώντας τη μέθοδο «σβήνουμε τη φωτιά με… βενζίνη», όπως τραγουδούσε κάποτε κι ο Ντέιβιντ Μπόουι στο Cat People»;
Ας αφήσουμε τα στοιχεία του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών (δημοσιεύθηκαν τον περασμένο Απρίλιο, βλ. εδώ) να πουν πού φθάσαμε. Μέσα στο 2025, στην ΕΕ οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 3,2%. Στην Ελλάδα, αυξήθηκαν κατά 10,1%. Μόνο στην Κροατία σημειώθηκε μεγαλύτερη αύξηση από αυτήν.
Μήπως επρόκειτο, εδώ, για άνοδο έπειτα από κάποια χρόνια «συγκράτησης»; Κάθε άλλο. Σύμφωνα πάντα με την έρευνα του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών, στα έτη 2022 – 2025 τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 21%. Και το 2025 ξεπέρασαν ακόμη και τα επίπεδα του 2010. Δηλαδή αυτά που ίσχυαν πριν από την περίοδο της μεγάλης πτώσης 2011 – 2018 (με προφανή αιτία τα μνημόνια και την κατάρρευση των εισοδημάτων) και εκείνη, 2018 – 2021, όταν τα ενοίκια « παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα, εν μέρει λόγω πανδημίας».
Ποιο ακριβώς τμήμα των σημερινών μισθών αφανίζουν τα ενοίκια; Η εν λόγω έρευνα απαντά: «Η αναλογία ενοικίου προς μηνιαίο εισόδημα στην Αθήνα ανέρχεται στο 70,2% για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο και 93,6% για δυο υπνοδωμάτια, έναντι 31–34% και 46% αντίστοιχα για τον μέσο όρο της ΕΕ». Τι άλλο να πει κανείς; Και τι να σχολιάσει;
Μπρος στους δείκτες τι είναι η φτώχεια…
Τον Μάιο του 2026 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα «έτρεξε» με 5% – και στην Ευρωζώνη με 3,2%. Εικάζουμε λοιπόν ότι παρατείνεται η «λύπη» και η «οργή» του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος έχει δηλώσει ότι αυτά τα συναισθήματα του προκαλεί η ακρίβεια. Και το δήλωσε με την απλότητα, με την οποία ένας θεατής κινηματογραφικής ταινίας θα εξέφραζε δυσφορία για την εξέλιξη του έργου.
Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως… Όσο και αν είναι αυθεντική η πρωθυπουργική ανησυχία για τον πληθωρισμό ως πολλαπλασιαστή πολιτικού κόστους και ως δυνητικού πρόξενου διάφορων οικονομικών επιπλοκών, δεν παύει να υφίσταται και μια ισχυρότατη «άλλη πλευρά». Αν το ένα πρόσωπο του καθεστωτικού Ιανού είναι επιδεικτικά θλιμμένο, τα άλλο μπορεί κάλλιστα να χαμογελά, κρυφά. Γιατί; Καταμετράμε λόγους.
Πρώτον: Χάρη στη θηριώδη ακρίβεια και τις συνακόλουθες φορολογικές εισπράξεις, η κυβέρνηση κομπάζει για τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Βεβαίως, υπάρχει και άλλη μεγάλη (αν και όχι επαρκώς συζητηθείσα) πηγή «φουσκώματος» των πλεονασμάτων. Πρόκειται για τις περικοπές κοινωνικών δαπανών, στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, τον οποίον κατέθεσε η ελληνική κυβέρνηση στις Βρυξέλλες, στα τέλη Νοεμβρίου 2025 (εδώ). Παραμένει όμως… ανεκτίμητος «πυλώνας» των πλεονασμάτων η «καταιγίδα» των φόρων και μάλιστα των (αμείωτων) έμμεσων. «Καταιγίδα» που «καλά κρατεί» λόγω της ακατάβλητης ακρίβειας.
Δεύτερον: Η ακρίβεια αυξάνει το πληθωριστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Δηλαδή εκείνη τη «συνιστώσα» του ΑΕΠ που πηγάζει μόνο από την άνοδο των τιμών και όχι από την αύξηση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι, η ακρίβεια βοηθά στην εμφάνιση μεγαλύτερου ΑΕΠ. Παράλληλα, μειώνει την τιμή του δείκτη «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ». Εν ολίγοις, «μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Κι αν εκτός από τα συμβολικά «τρυγόνια» της λαϊκής έκφρασης κείτονται κατάχαμα, ημιθανή, πραγματικά εισοδήματα και πραγματικοί μισθοί, μικρό το κακό. Διότι μια καλή μεταποίηση της ρήσης «μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος», μέσα στο εργοστάσιο του «οικονομικού ορθολογισμού», είναι: Μπρος στους δείκτες, τι είναι η φτώχεια…
Άλλες «ευεργετικές» πλευρές ενός εφιάλτη
Τρίτον: Η ακρίβεια μπορεί να είναι εφιαλτική για την κοινωνία, αλλά φτιάχνει ονειρεμένα «success stories» – και πέραν των δημοσιονομικών μεγεθών.
Μέγα «success story» βιώνουν οι επιχειρηματίες των σούπερ μάρκετ, ενός τομέα όπου πέντε όμιλοι ελέγχουν το 71% της αγοράς. Όλα κινούνται από το πολύ στο… περισσότερο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας NielsenIQ, από τις 29/12/2025 έως τις 24/5/ 2026 ο τζίρος των σούπερ μάρκετ έφθασε τα 6,625 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει αύξηση 7,1% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Και σε απόλυτα μεγέθη, συν 440 εκατ. ευρώ.
Τεράστιο «success story» εξασφαλίζει τα τελευταία χρόνια η τρομακτική (για τους «κοινούς θνητούς») ενεργειακή ακρίβεια στη ΔΕΗ, τα golden boys της οποίας τριπλασίασαν τις αμοιβές τους μέσα σε μία τριετία.
Γιγάντιο «success story» χαίρονται τα δυο διυλιστήρια. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 και σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, τα καθαρά κέρδη της Motor Oil κατέγραψαν άνοδο της τάξης του 291,4% και της Helleniq Energy (πρώην ΕΛ.ΠΕ) κατά 155%.
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι οι κυβερνώντες θα συνεχίζουν να τα παρουσιάζουν όλα τούτα σαν να είναι αποτελέσματα κάποιας… εμπνευσμένης, «τεχνοκρατικά άρτιας» γενικής ρότας τους για την οικονομία και την επιχειρηματικότητα. Ωσάν να έχουν κομίσει κάποια προχωρημένα «know how». Ενώ αυτά, όπως και τα πλεονάσματα, θα έχουν οικοδομηθεί πάνω στη λογική της «τραμπάλας», που καθιστά τη βύθιση του ενός πόλου μέσο ανύψωσης του άλλου.
Υπό αυτήν την έννοια, το δισυπόστατο της ακρίβειας – θηλιά για την κοινωνία, πολύτιμος μοχλός για… άλλους – ίσως μας παρακινεί να συνειδητοποιήσουμε βαθύτερα κάποιες αλήθειες. Και πρώτη – πρώτη ότι οι «δυο Ελλάδες» δεν είναι σχήμα λόγου.
Όταν ο Άδωνις έλεγε «δεν μπορούμε να τα’ έχουμε όλα»
Υπάρχει πάντως μια διαφορά, σε σχέση με ό,τι ακούγαμε από χείλη κυβερνητικών στελεχών τρία – τέσσερα χρόνια νωρίτερα για την ακρίβεια και το κόστος ζωής. Τώρα, αναπόφευκτα, είναι λίγο πιο συγκρατημένοι στις δηλώσεις τους οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι… Αναπόφευκτα, διότι σε όλες τις σφυγμομετρήσεις η ακρίβεια αναδεικνύεται ως το μεγαλύτερο, το πιεστικότερο πρόβλημα – και συνήθως μακράν του δεύτερου. Διότι, επίσης, η φθειρόμενη ΝΔ αντιμετωπίζει δυσφορία κατά πολύ μεγαλύτερη.
Θυμάστε πόση υπεροψία, ιδεολογικά «ανόθευτη» και επιθετική, έδειχναν τότε που ένιωθαν «καβάλα στ’ άλογο» ή – αν προτιμάτε – στο 41%; Αν όχι, ας υπενθυμίσουμε εμείς.
Στα μέσα Φεβρουαρίου 2022, τα ενοίκια ήταν κατά 30 – 50% αυξημένα σε σχέση με το 2017. Όταν ρωτήθηκε σχετικά ο Άδωνις Γεωργιάδης (προσκεκλημένος στον «Αντ1»), που τότε ήταν υπουργός Ανάπτυξης, μόνο που δεν μας ζήτησε να… χαρούμε για το αυξημένο κόστος στέγασης, διότι αυτό αντανακλούσε την ανάκαμψη της οικοδομής.
Επί λέξει: ««Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι λόγω της πολύ καλής πορείας της αγοράς των ακινήτων τα ενοίκια έχουν αυξηθεί. Είχαν όμως μειωθεί υπερβολικά πολύ στην Ελλάδα, ακριβώς γιατί είχαμε χρεοκοπήσει (…).. Κύριε Παπαδάκη, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα στη ζωή. Δεν μπορούμε να έχουμε και πολύ χαμηλά ενοίκια, και να πηγαίνει καλά η οικοδομή (…) Προφανώς τώρα που πάει καλά η οικοδομή, έχουν αυξηθεί και λίγο τα ενοίκια».
Αναφέρθηκε ήδη πόσο ήταν αυτό το «λίγο»… Ας αναφερθεί κάτι ακόμη, βασισμένο στα στοιχεία της Eurostat: Ο τότε υπουργός Ανάπτυξης τα είπε αυτά 1,5 μήνα αφ’ ότου παρήλθε το 2021. Στο έτος εκείνο τα ελληνικά νοικοκυριά είχαν δαπανήσει κατά μέσο όρο το 34,2% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση (ενοίκια, δόσεις δανείων, κλπ). Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, της οποίας ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν 18.9%.
Όταν ο Μ. Βορίδης θεωρούσε «σταλινικούς» τους πολλούς ελέγχους
Στις αρχές Ιουνίου του 2022, ο τότε υπουργός Εσωτερικών Μάκης Βορίδης ρωτήθηκε (επίσης στον «Αντ1») αν θα έπρεπε να διενεργηθούν περισσότεροι και αυστηρότεροι έλεγχοι στην αγορά, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αισχροκέρδεια. Και απάντησε: «Από ένα σημείο και πέρα ελπίζω να καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούν να ελεγχθούν τα πάντα και πρέπει να λειτουργούν οι μηχανισμοί της αγοράς. Ο έλεγχος έρχεται επικουρικά, δεν είναι σταλινική η οικονομία, δεν είναι σοβιετική η οικονομία για να ελέγχουμε τα πάντα».
Κάπως έτσι γίναμε σοφότεροι. Όσοι – νωρίτερα – δεν ήθελαν τα μνημόνια ήταν θαυμαστές της Βόρειας Κορέας και όσοι απορούσαν γιατί δεν γίνονταν συστηματικοί έλεγχοι στην αγορά φιλοδοξούσαν να μας κάνουν «Σοβιετία» και μάλιστα σταλινική. Ευτυχώς, το αποφύγαμε…
Αλλά επειδή οι «μηχανισμοί της αγοράς» δεν τα… διόρθωσαν τα πράγματα, άρχισε ο πρωθυπουργός να ανακοινώνει «εντατικότερους ελέγχους». Και να φλερτάρει με… σταλινικές εκτροπές, δηλώνοντας (τον Δεκέμβριο του 2023) : «Δεν έχω αυταπάτες και δεν πιστεύω ότι οι αγορές μπορούν αυτόματα και μέσα από κάποιο μαγικό χέρι να αυτορυθμίζονται». Και να εφευρίσκει φθηνές δικαιολογίες για την μόνιμη ακρίβεια. Και να «θλίβεται»…
Θα μπορούσαμε ίσως να καταρτίσουμε έναν κατάλογο με τέτοια (αλά Γεωργιάδη και Βορίδη) «μαργαριτάρια» του παρελθόντος, ενώ θα παρακολουθούμε τους κυβερνητικούς «άθλους» στο παρόν. Δεν έχει όμως κανένα νόημα να αναζητήσουμε το… λαμπρότερο. Η πρωτιά είναι «καπαρωμένη», από την… ιστορική διαβεβαίωση του Κ. Χατζηδάκη ότι ο συνδυασμός ιδιωτικοποίησης – απολιγνιτοποίησης θα μας έφερνε φθηνότερη ενέργεια…

