Μπορεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παρέπεμψε την συμφωνία με τις χώρες της Mercosur στο Δικαστήριο της ΕΕ, ωστόσο υπάρχουν ακόμη δυνατότητες εφαρμογής της έως ότου βγει κάποια τελεσίδικη απόφαση, με τις απειλές για την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία να εξακολουθούν να υφίστανται.
Επομένως, η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur, δηλαδή τις χώρες της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Ουρουγουάης και της Παραγουάης εξακολουθεί να απειλεί να βάλει «ταφόπλακα» στα ελληνικά αγροτικά προϊόντα.
Τι είναι και τι προβλέπει όμως αυτή η συμφωνία και γιατί θα ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στην εγχώρια παραγωγή;
Αρχικά, η Mercosur (Mercado Común del Sur) ή αλλιώς η Κοινή Αγορά του Νότου είναι ένας εμπορικός συνασπισμός της Νότιας Αμερικής που ιδρύθηκε το 1991 από τις εξής χώρες: Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη. Έκτοτε ενισχύθηκε και από άλλα κράτη.
Η συμφωνία ΕΕ- Mercosur προβλέπει την εισαγωγή αδασμολόγητων προϊόντων ή την εισαγωγή προϊόντων με εξαιρετικά χαμηλούς δασμούς από τις παραπάνω χώρες.
Το χαμηλό κόστος παραγωγής, τα φθηνά εργατικά χέρια, οι διαφορετικές προδιαγραφές ανάπτυξης των καλλιεργειών έχουν ως αποτέλεσμα την πώληση των προϊόντων που θα εισάγονται σε εξευτελιστικές τιμές, απέναντι στις οποίες ο αγροτικός κόσμος στην Ελλάδα δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί.
Είναι ενδεικτικό πως ακόμη και με δασμούς, σύμφωνα με την Eurostat το 2024, οι τέσσερις χώρες της Mercosur εξήγαγαν γεωργικά και αγροδιατροφικά προϊόντα αξίας 23,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην ΕΕ, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ να ανέλθει σε 20,1 δισεκατομμύρια ευρώ (23,6 δισεκατομμύρια δολάρια).
Ακόμη μία μεγάλη διαφορά, που θα οδηγήσει σε αφόρητες πιέσεις, είναι το γεγονός ότι σε ορισμένες από αυτές τις χώρες της Λατινικής Αμερικής το μεγαλύτερο ποσοστό των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ανήκει σε ιδιωτικές εταιρείες και κατά συνέπεια έχει αναπτυχθεί ένα καθεστώς μαζικής παραγωγής από σύγχρονους τσιφλικάδες, που συμπιέζουν προς τα κάτω τους μεμονωμένους αγρότες, τόσο στα κράτη αυτά, όσο σε δεύτερο χρόνο και στη χώρα μας.
«Να μην γίνουμε σύγχρονοι κολίγοι»
Εδώ ακολουθεί μία σημαντική παρένθεση και επισήμανση. Στην Ελλάδα η ύπαιθρος επί σειρά δεκαετιών ζούσε από τη γη και την κτηνοτροφία. Ακόμη και όσοι και όσες δεν είχαν στραφεί επαγγελματικά στον παραγωγικό τομέα, μπορούσαν να θρέψουν τις οικογένειές τους από τη γη τους. Κάθε οικογένεια έβγαζε το λάδι της, είχε τα πουλερικά της, τα εσπεριδοειδή της και έτσι ακόμη και σε περιόδους ακραίας φτώχειας μπορούσε να ζει και να επιβιώνει χάρη στα αγαθά που της προσέφερε η φύση. Αναπτύχθηκε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν πολυκατακερματισμένο κλήρο. Η γη ανήκε σε όλους και όλες. Η γη τους ζούσε όλους και όλες.
Τα τελευταία αρκετά χρόνια ιδιώτες και επιχειρηματικά κεφάλαια προσπαθούν λυσσαλέα να εκμεταλλευτούν την άνιση μάχη που δίνουν αγρότες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι με το κόστος παραγωγής και την κρίση αγοράζοντας τη γη τους και τα ζώα τους, σε ένα πλαίσιο συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.
Τόσες δεκαετίες μετά τους αγώνες που ανέτρεψαν τους τσιφλικάδες, φαίνεται πως καταβάλλονται προσπάθειες το μοντέλο αυτό παραγωγής να επιστρέψει. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ένα από τα κεντρικά συνθήματα των αγροτικών κινητοποιήσεων ήταν το: «Να μην γίνουμε σύγχρονοι κολίγοι».
Λαμβάνοντας υπόψιν, τα δεδομένα, αυτά γίνεται αντιληπτό πως με την παρούσα συμφωνία η αγορά «απελευθερώνεται» έτι περαιτέρω, οδηγώντας τους εγχώριους παραγωγούς – της εκάστοτε χώρας μέλους της ΕΕ- στην κατάρρευση.
Απεναντίας, ο μεγάλος κερδισμένος από το deal της Ευρώπης με τις χώρες της Mercosur φαίνεται να είναι ο βορράς και ιδιαίτερα η Γερμανία και ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας. Το Βερολίνο τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να νιώθει την «ανάσα» της Κίνας πάνω από το σβέρκο του, με αποτέλεσμα γνωστές αυτοκινητοβιομηχανίες να βάζουν λουκέτο σε εργοστάσια παραγωγής και να προχωρούν σε δεκάδες χιλιάδες απολύσεις εργαζομένων. Ο εμπορικός πόλεμος και η πολιτική των δασμών που έχει εξαπολύσει ο Ντόναλντ Τραμπ ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αβεβαιότητα -και- σε αυτόν τον κλάδο.
Με την συμφωνία αυτή προβλέπεται να καταργηθούν δασμοί έως 35% στα οχήματα ευρωπαϊκής κατασκευής, εκτοξεύοντας τις πωλήσεις προς τις χώρες της Νότιας Κοινής Αγοράς. Θα μπορεί, μάλιστα, να βάλει «χέρι» σε κρίσιμες πρώτες ύλες των χωρών της Mercosur. Μπορεί επομένως να γίνεται αντιληπτό γιατί η Γερμανία διερύγνυε τα ιμάτιά της για να πάρει το «πράσινο φως» αυτή η συμφωνία, δεν ισχύει το ίδιο πάντως και για τη χώρα μας.
Ποια προϊόντα «χτυπά» η Mercosur στην Ελλάδα;
Τι δείχνουν οι αριθμοί για την Ελλάδα και γιατί δεν δικαιολογείται με κανέναν τρόπο η «λύσσα» της κυβέρνησης να περάσει η συμφωνία; Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur έφτασαν το 2024 τα 109,3 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι εισαγωγές εκτοξεύτηκαν στα 644,5 εκατομμύρια ευρώ. Τα δεδομένα αυτά καταρρίπτουν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι οι παραγωγοί της χώρα θα συναντήσουν «ευκαιρίες» με τη συμφωνία αυτή και καταδεικνύουν ότι θα είναι οι μεγάλοι χαμένοι.
Ανάμεσα στο προϊοντα που θα βρεθούν στο στόχαστρο με τη συμφωνία ΕΕ – Mercosur είναι το μέλι – που ήδη έχει δεχθεί μεγάλο πλήγμα εξαιτίας των λεγόμενων ελληνοποιήσεων -, το ρύζι, το λάδι, τα πουλερικά, αλλά και το βόειο κρέας.
Ήδη, μία επίσκεψη στο κρεοπωλείο των σούπερ μάρκετ αρκεί για να συνειδητοποιήσουμε ποιο είναι το ισοζύγιο των κρεάτων που εισάγονται με τα εγχώρια. Υπάρχουν, μάλιστα, μαγαζιά στα οποία συναντά κανείς κόκκινο κρέας ΜΟΝΟ από άλλες χώρες, όπως η Ολλανδία. Το «άνοιγμα» με αγορές με τεράστια παραγωγή όπως αυτές της Λατινικής Αμερικής αναμένεται να βάλει και το τελευταίο καρφί πάνω από το φέρετρο του πρωτογενούς τομέα.
Η «απελευθέρωση της αγοράς» επομένως με τη συμφωνία αυτή έρχεται να προστεθεί στα προβλήματα που οι ίδιοι οι αγρότες ανέδειξαν με τις κινητοποιήσεις τους και να τους εξωθήσει από την παραγωγή ή ακόμη και από τη χώρα.

