Η κριτική σε ένα κόμμα που δηλώνει επαναστατικό είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη. Πρωτίστως για το ίδιο το κόμμα και τα μέλη του. Από έναν οργανισμό, όπως το ΚΚΕ, με ανθρώπους, οικονομικούς πόρους, δυνατότητες άντλησης πολλών πηγών, περιμένει κανείς να παραγάγει σοβαρές μελέτες για κρίσιμα θέματα της κοινωνικής ζωής, όπως η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα σήμερα ή η κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων.
Ή για την οικονομία απουσιάζει η αναφορά, έστω, στις αιτίες για τις νέες συνθήκες π.χ. γιατί στην Ελλάδα επικρατούν ως πηγές του ΑΕΠ κλάδοι όπως τουρισμός και επισιτισμός και πως εξελίσσεται η γιγάντωση σχεδόν αποκλειστικά των Υπηρεσιών ή η δραματική συρρίκνωση της πρωτογενούς παραγωγής.
Χωρίς ανάλογες εκτιμήσεις πως μπορείς να διατυπώνονται κατευθυντήριες οδηγίες οργανωτικών, μαζικών ή ιδεολογικών καθηκόντων;
Κόμμα «παντός καιρού» και «πανέτοιμο»
Όπως ανέφερα και στο προηγούμενο άρθρο, το θέμα του 22ου συνεδρίου είναι το Κόμμα. Αλλά το Κόμμα δεν οικοδομείται και δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό κενό, κάθε άλλο.
Ζούμε και δρούμε σε μια ιστορικά νέα εποχή, πρωτοφανούς όξυνσης των πολλαπλών αντιθέσεων, τεχνολογικών εκρήξεων, κοινωνικής και πολιτικής αβεβαιότητας. Αυτή η νέα εποχή επιτάσσει να την μελετήσουμε σε βάθος.
Μέσα σε αυτήν καλείσαι να δράσεις. Οπότε και χρειάζεται ένα κόμμα που, και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου, να μπορεί να ανταποκριθεί στον πολύπλοκο κόσμο. Καθώς το κόμμα είναι μορφή οργάνωσης, δεν είναι αυτοσκοπός.
Όμως όπως γράφεται: «το ερώτημα που τίθεται… είναι το πως κατακτιέται στην πράξη και μέσα στην κομματική λειτουργία ο πρωτοπόρος επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος».
Προφανώς δεν υπάρχει ανάγκη να διατυπωθεί μια θεωρητική και κοινωνική προσέγγιση για το ρόλο, τη σημασία και τις μορφές λειτουργίας του κόμματος στις σημερινές συνθήκες. Το κόμμα είναι πάνω από αυτά, καθώς είναι παντός καιρού. Υπάρχει με την ίδια μορφή και ρόλο που το μάθαμε από τη δημιουργία του στις αρχές του 20ου αιώνα. Έκτοτε τα περιεχόμενα αλλάζουν αλλά όχι και η μορφή-περιεχόμενο κόμμα.
Πολλά κόμματα, δύο πολιτικές
Οι Θέσεις επανέρχονται με έμφαση στην άποψη πως όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις είναι ίδιες, αλλά ίδιες με τις αστικές είναι και οι «οπορτουνιστικές-ρεφορμιστικές δυνάμεις» (στις οποίες κατατάσσονται αδιακρίτως όλες οι κινήσεις κομμουνιστικής αναφοράς), γιατί, όπως αναφέρεται, «εκ των πραγμάτων ενισχύουν την κυβερνητική πολιτική». Άρα, και πάλι: πολλά κόμματα αλλά δύο πολιτικές.
Οι διατυπώσεις έχουν λογικές ακολουθίες. Επί του προκειμένου μεθερμηνεύονται: όποιος δεν είναι μαζί μας είναι με τους άλλους. Συνεπώς απευθυνόμαστε σε μια κοινωνία εχθρών. Όποιος, ας πούμε, παλεύει για τα δικαιώματα των εργαζομένων αλλά όχι με τον δικό μας τρόπο (καθώς ο δικός μας τρόπος έχει αναγορευθεί στον μοναδικά σωστά, ταξικό και κομμουνιστικό) οδηγεί τους εργαζόμενους σε αυταπάτες, άρα εξυπηρετεί την αστική εξουσία. Κάτι που παραπέμπει στο μανιχαϊσμό του χριστιανισμού (το καλό και το κακό). Και όποιος πολιτικός φορέας δεν είναι με μας – δεν είμαστε εμείς δηλαδή – ό,τι και να πράττει κατά του καπιταλισμού, στην ουσία, «εκ των πραγμάτων», τον στηρίζει. Όπου τον ορισμό των «πραγμάτων» τον έχουμε εμείς.
Κατόπιν τούτων, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πρόγραμμα πολιτικών συμμαχιών και συγκρότηση πολιτικών μετώπων. Αντ’ αυτής επιλέγονται σχήματα κοινωνικών συμμαχιών, τα οποία είναι εν πολλοίς αυτονόητα (η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά, με μικρομεσαία τμήματα κ.ο.κ.).
Παλιότερα το ΚΚΕ πρόβαλε τη Λαϊκή Συμμαχία (η οποία περιελάμβανε όλα τα μετωπικά σχήματα που συγκροτούσε το ΚΚΕ, ΠΑΜΕ, ΕΕΔΥΕ, ΟΓΕ, ΜΑΣ κ.λπ.) και σήμερα, καθώς το εγχείρημα εκείνο δεν είχε καλή τύχη, την Κοινωνική Συμμαχία (σ. 90), που είναι συνένωση κοινωνικών δυνάμεων για ανατροπή του καπιταλισμού και οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Όσων δηλαδή συμφωνούν με το ΚΚΕ.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο κίνημα, μέτωπο και κόμμα συντίθενται σε ένα, το Κόμμα.
Αλλά το ζήτημα της συγκέντρωσης δυνάμεων, της πολιτικής συνεργασιών για άμεσες διεκδικήσεις και κατακτήσεις, η μετωπική πολιτική για τη δημιουργία των προϋποθέσεων συσπείρωσης και κατάκτησης των μαζών και της προσέγγισης των στρατηγικών επιδιώξεων, είναι εκ των ων ουκ άνευ του επαναστατικού κινήματος.
Στρατηγική επιδίωξη, καθημερινοί αγώνες
Το κεντρικό πρόβλημα του κομμουνιστικού κινήματος και το πιο δύσκολο καθήκον σε θεωρητικό και σε πρακτικό, πολιτικό επίπεδο για κάθε επαναστατική κίνηση ή κόμμα είναι η σχέση στρατηγικής επιδίωξης, της επανάστασης, με την τακτική που ακολουθείται στο παρόν. Δηλαδή, το πως η καθημερινή προσπάθεια και οι αγώνες θα οδηγούν την εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα σε άμεσες κατακτήσεις που θα βελτιώνουν τη ζωή τους, και στη συνειδητοποίηση της ανάγκης μιας συνολικής, επαναστατικής, ανατροπής που θα φέρνει πιο κοντά το στόχο. Και πως οι στόχοι στο παρόν θα προετοιμάζουν τους όρους για τη στρατηγική επιδίωξη.
Η σχέση στρατηγικής και τακτικής δεν είναι μονοσήμαντη, καθώς οι κατακτήσεις του παρόντος κινδυνεύουν πάντα να γίνουν εμπόδιο στις κατακτήσεις του μέλλοντος, οι νίκες στα επί μέρους να θολώσουν τον ορίζοντα του γενικού. Όπως το έχουμε ξαναπεί, οι άνθρωποι έχουν την τάση να επαναπαύονται σε αυτό που κέρδισαν και η υπέρβαση είναι το πιο δύσκολο εγχείρημα.
Οι Θέσεις διαπιστώνουν πως ο συσχετισμός είναι πολύ αρνητικός σήμερα. Αλλά πως το αντιμετωπίζουν;
Οι αρνητικοί συσχετισμοί επιδρούν στη συνείδηση των εργαζομένων και της νεολαίας. Σημειώνεται μια συνεχής αφαίρεση δημοκρατικών δικαιωμάτων και υποχώρηση ακόμη και αυτής της αστικής δημοκρατίας. Η αντίσταση σ’ αυτό έχει κρίσιμη σημασία. Γιατί μέσω αυτής αποκρούεται, όσο μπορεί κάθε φορά, η αστική επίθεση και ταυτόχρονα δίνεται η δυνατότητα για κατακτήσεις αλλά, το πιο σημαντικό, διαμορφώνεται η αγωνιστική και εν συνεχεία επαναστατική συνείδηση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης, της νεολαίας και του λαού.
Στο έδαφος μιας στενάχωρης πραγματικότητας αναπτύσσεται ο ελπιδοφόρος αγώνας και ανοίγονται οι προοπτικές. Από μόνες τους; Όχι, προφανώς. Εδώ είναι ο ρόλος των πρωτοπόρων κομμάτων, να αποδεικνύουν με την εμπειρία, την πολιτική παρέμβαση και τη θεωρία το εύθραυστο και ανεπαρκές των όσων κερδίζονται. Να οδηγούνται συνεπώς οι εργαζόμενοι στο επόμενο βήμα και στο μεγάλο επαναστατικό άλμα, όχι μέσω πολιτικών σταδίων αλλά μέσω επαναστατικής διαδικασίας.
Αν έχουν έτσι τα πράγματα ο αγώνας και το κίνημα για τα καθημερινά ζητήματα δεν είναι μόνο ένας εξ ανάγκης αγώνας, αλλά αγώνας προϋπόθεση να ανοίξουμε δρόμο προς το μέλλον.
Η υπεράσπιση των δημοκρατικών κατακτήσεων εντός της αστικής δημοκρατίας, ας μιλήσουμε γι’ αυτό, και η προσπάθεια συνεχούς διεύρυνσής της μπορεί να είναι αυταπάτη, αν παραδοθείς σ’ αυτήν, μπορεί να είναι και εφαλτήριο αν έχει σχέδιο, πρόγραμμα, συνενώνεις δυνάμεις και δεν χάνεις τη στρατηγική σου επιδίωξη.
Το αν τα κομμουνιστικά κόμματα (περιλαμβανομένου του ΚΚΕ) στο παρελθόν γοητεύθηκαν από την αστική δημοκρατία και βόλεψαν την ύπαρξή τους μέσα στους θεσμούς της, αφήνοντας την επανάσταση να μένει στις διακηρύξεις, δεν είναι λόγος για να εγκαταλείψεις τώρα τη δημοκρατία με μια τυπική εξίσωσή της με το νεοφασισμό.
Εξ άλλου το ΚΚΕ στην πράξη με τις κινητοποιήσεις κατά της Χρυσής Αυγής, πήρε μέρος στον αγώνα αυτόν.
Τώρα όμως οι Θέσεις διατυπώνουν την άποψη πως το να αντιπαλεύεις τον νεοφασισμό, είναι σα να αναβιώνεις τα παλαιά αντιφασιστικά μέτωπα και να αντιμετωπίζεις «τον φασισμό ως κάποια “εκτροπή από την αστική δημοκρατία” και όχι ως γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού».
Ο νεοφασισμός είναι μια βασική τάση του κυρίαρχου συστήματος για να αντιμετωπίσει τις εγγενείς αδυναμίας του, όσο μάλιστα το εργατικό κίνημα δεν είναι σε θέση να προτάξει μια αποφασιστική αντίσταση. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, η υπεράσπιση των κατακτήσεων – και η διεύρυνσή τους – είναι κρίσιμο πεδίο αντιπαράθεσης για λογαριασμό της εργατικής τάξης και του λαού. Και για την επαναστατική προοπτική. Εκτός κι αν θεωρούμε πως όσο δυσκολεύει η κατάσταση, όσο η αστική τάξης τείνει προς το φασισμό, τόσο θα οξύνονται τα προβλήματα και θα ωριμάζει η συνείδηση του λαού.
Κάτι, βέβαια, που δεν έχει αποδείξει η ιστορία ότι συμβαίνει.
Τι απάντηση δίνουν οι Θέσεις σε αυτά;
Μέσα στο κείμενο υπάρχουν πολλές αντιφατικές διατυπώσεις, οι οποίες, θεωρώ, δεν προέρχονται από προχειρότητα στο γράψιμο αλλά από αντιφάσεις στην ίδια την πολιτική σύλληψη. Προτείνονται αγώνες και κατακτήσεις εντός του συστήματος; Ή οι αγώνες αυτοί είναι μάταιοι, και εν πολλοίς αποπροσανατολιστικοί;
Ας δούμε όμως πως ακριβώς συμβαίνει αυτό:
Γράφουν οι Θέσεις: «Παρεμβαίνουμε και διαμορφώνουμε πλαίσιο πάλης σε όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από τις ίδιες τις εξελίξεις και αφορούν τη ζωή των εργαζομένων [πιστεύεις εδώ πως θα ανοίξουν μέτωπα για συγκεκριμένες άμεσες διεκδικήσεις, είναι όμως έτσι;]. Ανοίγουμε τα ζητήματα με όρους αντεπίθεσης και όχι απλώς άμυνας, αναδεικνύοντας τον πραγματικό αντίπαλο, το ίδιο το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης… » (σ.86).
Καθώς δεν υπάρχει σχέδιο άμεσων διεκδικήσεων η διατύπωση αυτή προκαλεί απορία. Τι ακριβώς θα συμβαίνει με το μαζικό κίνημα και τα αιτήματά του;
«Για να μπορέσει ένας αγώνας να έχει ευρύτερη επίδραση, να συμβάλλει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, να διαμορφώνει προϋποθέσεις για ανατροπές, πρέπει να “ανοίγει” ο ορίζοντας του, να κάνει βήματα στην κατεύθυνση της αντεπίθεσης, να δυναμώνει ο αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός του, να συμβάλλει δηλαδή στη συνειδητοποίηση των όρων και των προϋποθέσεων για τη σύγκρουση με την καπιταλιστική εξουσία» (σ.85).
Να θεωρήσουμε πως αυτό δίνει έναν ταξικό προσανατολισμό, ο οποίος είναι αναγκαία συνθήκη για ένα επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα.
Αλλιώς, λένε οι Θέσεις, οι αγώνες γίνονται «κρίκος στην αλυσίδα των ψευδαισθήσεων και αυταπατών που οδηγούν ουσιαστικά στην ενσωμάτωση στο σύστημα» (σ.85).
Εδώ γίνεται σαφέστερο ότι πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να επιβάλλει το κίνημα κατακτήσεις στον καπιταλισμό σήμερα; Αν απαντάς θετικά, πρέπει να διαμορφώσεις ένα πλαίσιο πάλης σε όλους τους τομείς. Αν όχι, καταλήγεις πως οι τυχόν κατακτήσεις καλλιεργούν αυταπάτες και άρα η μόνη λύση είναι η επαναστατική ανατροπή.
Τι μπορεί να σημαίνει στην πράξη η έκφραση «με όρους αντεπίθεσης»; Ο αγώνας για να αποτραπεί μια ή πολλές απολύσεις είναι αμυντικός. Ο αγώνας για να μην περάσει το 13ωρο της Κεραμέως είναι αμυντικός. Κι ακόμα πιο αμυντικός αποδεικνύεται όταν γίνεται με μια απεργία που δεν είχε επιτυχία (αλήθεια γιατί δεν υπάρχει κάποια εκτίμηση σχετικά με αυτές τις απεργίες στις Θέσεις;). Φαντάζομαι πως αν η απεργία είχε μεγάλη επιτυχία θα μπορούσε να θέσει όχι μόνο την απόκρουση της επίθεσης αλλά και να αντεπιτεθεί διεκδικώντας 6ωρη απασχόληση με αύξηση μισθών κ.λπ. Αλλά και μόνη η απόκρουση της επίθεσης θα μπορούσε υπό ορισμένες συνθήκες να είναι επιθετική. Αυτό εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που δημιουργεί για κλιμάκωση, συσπείρωση, συνειδητοποίηση της δύναμης που έχουν οι εργαζόμενοι όταν ενώνονται και παλεύουν κ.ο.κ. Δεν είναι μια παράθεση κανονικοποιημένων ρυθμών, τώρα γίνεται εκείνο, τώρα το άλλο, που παραπέμπουν σε σχέδια επί χάρτου, τα οποία δεν επαληθεύονται ποτέ!..
Οι Θέσεις λοιπόν πιστεύουν περισσότερο πως ο καπιταλισμός σήμερα δεν επιτρέπει κατακτήσεις, αλλά δεν μπορούν και να πουν στα μέλη πως είναι μάταιο να παλεύουν για τις καθημερινές ανάγκες των εργαζομένων και του λαού. Οπότε προκύπτει μία μείξη. Και το ένα και το άλλο, ως παντός καιρού λύση.
Και για να … αποσαφηνιστεί περισσότερο η πρόθεση των Θέσεων, επισημαίνεται πιο κάτω: «Οι συνέπειες από την πολύχρονη εφαρμογή των ιδιωτικοποιήσεων, και, και… δημιουργούν έδαφος για να δυναμώσει ένα “ρεύμα” ρεφορμισμού που καλλιεργείται από τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού… Τα συνθήματα της “επανακρατικοποίησης”, “των μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας, ενάντια στην αισχροκέρδεια”, της πίεσης για “εξανθρωπισμό του ΝΑΤΟ” κ.ά. προβάλλονται ως εναλλακτική “προοδευτική”, “αριστερή” κυβερνητική πολιτική, ακόμα και με ρόλο μεταβατικό για την ήττα του καπιταλισμού. Ενώ πρόκειται για καθαρά αποπροσανατολιστικά πολιτικά αιτήματα που ταυτόχρονα συνοδεύονται από επίθεση στο Κόμμα για “κηδεμόνευση” του κινήματος ή για “πολιτικοποίησή” του» σ.86
Ας ξεπεράσουμε την κατά σειρά παράθεση των συνθημάτων, όπου η επανακρατικοποίηση ακολουθείται από τον εξανθρωπισμό του ΝΑΤΟ, κάτι που δεν θα το έλεγες και ηθικό πολιτικά, και ας έλθουμε στην ουσία.
Μπορεί το λαϊκό κίνημα να βάζει τέτοιους στόχους ή είναι ρεφορμιστικοί, και άρα αποτρόπαιοι;
Η επανακρατικοποίηση των σιδηροδρόμων ανήκει, σύμφωνα με τις Θέσεις, στην κατηγορία του ρεφορμισμού. Όμως σε ποια κατηγορία ανήκουν τα συνθήματα των Θέσεων λίγο πιο κάτω «για σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες, Παιδεία και Υγεία-Πρόνοια, με βάση τις ανάγκες που διαμορφώνει η ανάπτυξη της επιστήμης, ασφαλείς και αναβαθμισμένες, αποκλειστικά κρατικές μαζικές μεταφορές με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και όχι το καπιταλιστικό κέρδος, νερό κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα…» (σ. 88-89) Ή «επίταξη του τομέα Υγείας» (σ.109)
Για κρατικά δεν μιλάει; Και εντός του καπιταλισμού;
Και οι μαζικές μεταφορές που αναφέρονται δεν περιλαμβάνουν τους σιδηρόδρομους; Αν τους συμπεριλαμβάνουν γιατί εδώ είναι νόμιμες και επαναστατικές οι «αποκλειστικά κρατικές μαζικές μεταφορές» και πιο πριν είναι αποπροσανατολιστικό πολιτικό αίτημα;
Ακόμα μεγαλύτερη γίνεται η απορία όταν διαβάσει κανείς τη συνέχεια:
«Η επίδραση αυτών των θέσεων σε ριζοσπαστικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα σημαίνει ουσιαστικά την αναβίωση της λογικής των σταδίων και της στρατηγικής πρότασης που επικαλείται την “ενότητα στο πρόβλημα” ως γραμμή συσπείρωσης. Μια γραμμή που έχει καταδικαστεί και ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή, από την πείρα της ταξικής πάλης… Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης ότι στο πιεστικό ερώτημα “τι να γίνει άμεσα”, η απάντηση είναι ότι πρέπει να δυναμώσουν η συζήτηση και η δράση για τη συγκέντρωση δυνάμεων, η πάλη για τα μέτωπα που βγάζουν οι ίδιες οι εξελίξεις, με πολιτική ταξικής σύγκρουσης που ωριμάζει τις εργατικές συνειδήσεις, ώστε να δώσουν αποφασιστικά τη μάχη για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και την πολιτική εξουσία» (σ.86-87).
Και κάτι ακόμη. Γίνεται λόγος στις Θέσεις για την «πολεμική οικονομία» της ΕΕ. Αλλά προκύπτει από τη διαπίστωση και η ερώτηση: ποιο πολιτικό πρόγραμμα και ποιο πρόγραμμα πάλης, προτείνεται προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών (σε βάρος των οποίων θα αναπτυχθεί η πολεμική οικονομία), που θα σημάνουν θεαματική χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου και της ζωής των εργαζομένων; Οι Θέσεις (και) επ’ αυτού σιωπούν.
Αδιέξοδο
Υπάρχει ένας συλλογισμός, ο οποίος επαναλαμβάνεται με διάφορους τρόπους και εκδοχές όχι μόνο από το ΚΚΕ και τις Θέσεις του, αλλά και από διαφορετικούς φορείς της Αριστεράς. Καθώς ο καπιταλισμός είναι η αιτία των δεινών, δεν έχει νόημα να παλεύουμε εναντίον του κάθε δεινού χωριστά, αλλά συνολικά να παλεύουμε για να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό.
Φιλοσοφικά η σκέψη είναι σωστή. Πολιτικά όμως; Πολιτικά οδηγεί στο παράλογο. Έρχεται πόλεμος, πιθανόν να μπορούμε να τον αποτρέψουμε. Αλλά εμείς λέμε, τον πόλεμο τον γεννάει ο καπιταλισμός.
Μη συσπειρωθείτε όσοι είστε πρόθυμοι να πολεμήσετε τον πόλεμο, αλλά όσοι είστε πρόθυμοι και έτοιμοι να ανατρέψετε τον καπιταλισμό. Πόσοι έρχονται; Δραματικά λίγοι.
Μη συσπειρωθείτε για εργασιακά δικαιώματα, αύξηση μισθών, μείωση χρόνου εργασίας, εξασφάλιση στη δουλειά κ.ο.κ., αλλά εναντίον του καπιταλισμού που τα γεννάει. Και πάει λέγοντας.
Αλλά έτσι ακυρώνουμε τον αγώνα του παρόντος προσδοκώντας το μέλλον. Το οποίο όμως δεν μπορεί να έρθει χωρίς τον αγώνα του παρόντος.
Κοντολογίς, διαφεύγουμε από τα καθήκοντα του παρόντος προβάλλοντας επιθυμίες μέλλοντος.
Εντωμεταξύ αν αντιστρέψεις τον συλλογισμό προκύπτει μια πιο αληθοφανής και πιθανόν ρεαλιστική σχέση. Αν ο πόλεμος, ο φασισμός, η αυθαιρεσία, η εκμετάλλευση κ.λπ. είναι ο καπιταλισμός, που είναι, το να παλέψεις για την ανατροπή αυτών των σχέσεων είναι η πιο βαθειά υπονόμευση του καπιταλισμού. Δεν είναι ανατροπή, γιατί καπιταλισμός είναι πολύ περισσότερα πράγματα, είναι όμως ένα μεγάλο βήμα για να πείσεις τους ανθρώπους να παλέψουν και να προσεγγίσεις την ανατροπή.
Τα καθήκοντα του κόμματος
Ξεπερνώντας όλα αυτά τα κρίσιμα και αποφασιστικά ερωτήματα οι Θέσεις αποπειρώνται να ορίσουν τα καθήκοντα του κόμματος, των μελών και των καθοδηγητικών οργάνων. Καμία διάθεση αυτοκριτικής για τη μέχρι τώρα πολιτική πορεία. Η αυτοκριτική δεν είναι τυπική διαδικασία, είναι μέρος της πραγματικότητας και της ανάγκης, γιατί συμβάλλει στη δική σου αλλαγή αλλά και στην αλλαγή της πραγματικότητας.
Αν είναι όλα καλώς καμωμένα, αν η πολιτική του κόμματος είναι (η μόνη) σωστή, οι αντιθέσεις του καπιταλισμού συνεχώς οξύνονται, τότε γιατί παραμένει αρνητικός ο συσχετισμός και οι δυνάμεις που ευαγγελίζονται την πρόοδο παραμένουν ισχνές; Οι αποφάσεις είναι σωστές, οι γραμμές αλάνθαστες αλλά πάσχουν από την εφαρμογή, απαντούν οι Θέσεις. Οπότε η έμφαση δίνεται στο πως τα μέλη και τα στελέχη θα διαβάσουν περισσότερο το Ριζοσπάστη, την Κομμουνιστική Επιθεώρηση και τις αποφάσεις της ΚΕ. Εξοπλισμένοι έτσι θα μπορέσουν να γίνουν αποτελεσματικοί και να αλλάξουν το συσχετισμό.
Οι επισημάνσεις αυτές είναι μόνο μέρος πολλών ακόμη που προκύπτουν από την ανάγνωση των Θέσεων. Εκείνο που όμως χρειάζεται να προκύψει από αυτή τη «συζήτηση», είναι πως η εποχή μας είναι εξαιρετικά απαιτητική, πως είμαστε αδύναμοι και λίγοι μπρος στις προκλήσεις, πως είναι ανάγκη να ενώσουμε (όσο και να χωρίζουμε για να τις ξαναενώσουμε) τις δυνάμεις μας, προκειμένου να απαντήσουμε στα θεωρητικά ζητήματα αυτής της εποχής και να δράσουμε αποτελεσματικά, τόσο για την απόκρουση της επίθεσης, όσο και για την κήρυξη της αντεπίθεσης.
Αλλιώς κινδυνεύουμε να πορευόμαστε στο αδιέξοδο (προσμένοντες «ίσως, κάποια θάμα»)!..

