Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο ρόλος που κλήθηκε να επιτελέσει η μουσική στην αντιπαράθεση «Ανατολής» – «Δύσης» μόνο αμελητέος δεν ήταν, με τις κυβερνήσεις να αναγνωρίζουν ότι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο προπαγάνδας. Ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, αντιλαμβανόμενες το ότι η υπερβολικά επιθετική προπαγάνδα θα μπορούσε να γυρίσει μπούμερανγκ υιοθέτησαν την στρατηγική της σταδιακής πολιτιστικής διείσδυσης. Το Στέιντ ντι Πάρτμεντ έστελνε πολλούς μαύρους μουσικούς στο εξωτερικό για να προωθήσουν την «ελευθερία» και τις αρετές του αμερικανικού τρόπου ζωής, την ώρα που αυτοί αγωνίζονταν για τα δικά τους πολιτικά δικαιώματα πίσω στην πατρίδα τους.
Μέσω της χρήσης των βραχέων ραδιοφωνικών κυμάτων, τα οποία επιτρέπουν τη μεταφορά του σήματος σε αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων, η ροκ μουσική διαδόθηκε στο Σιδηρούν Παραπέτασμα μέσω της επιδοτούμενης από την κυβέρνηση «Φωνής της Αμερικής», του Radio Free Europe και ραδιοφωνικών προγραμμάτων όπως το «Music USA» του Willis Conover. Σαν αποτέλεσμα συγκροτήματα όπως οι Beatles και οι Talking Heads έγιναν και στις χώρες αυτές γρήγορα δημοφιλή. Ιδιαίτερα η επιρροή των Beatles στους νέους Σοβιετικούς ήταν απερίγραπτη, με σημαντικό αριθμό οπαδών τους να προέρχονταν από οικογένειες της πολιτιστικής και πολιτικής, εμπνέοντας και πολλούς μουσικούς σε όλο το Ανατολικό Μπλοκ να δημιουργήσουν τις δικές τους μπάντες. Πολλά από αυτά τα συγκροτήματα θα ξεκινούσαν την πορεία τους ως συγκροτήματα διασκευών δυτικής μουσικής (βλ. πχ. το «One way ticket» των «Eruption» με ρωσικούς στίχους).
Ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου οι Σοβιετικοί είχαν πρόσβαση σε αμερικάνικη μουσική (κυρίως μέσω ταινιών), τα χρόνια που ακολούθησαν άρχισαν να επιβάλλονται περιορισμοί σε κάθε τέχνη που προερχόταν από τη Δύση, που στιγματίστηκε συλλήβδην ως παρακμιακή και πολιτισμικά διεφθαρμένη. Στα πλαίσια της προσπάθειας να δημιουργηθεί μια εθνική μουσική σύμφωνα με τα σοβιετικά πρότυπα ολόκληροι ρυθμοί (όπως τάνγκο, φοξτροτ, μάμπο, τζαζ (ιδιαίτερα δημοφιλής κατά τη δεκαετία του 1930) άρχισαν να απαγορεύονται. Καλλιτέχνες που δεν επέστρεψαν από τη δυτική Ευρώπη απαγορεύτηκαν και αυτοί. Μερικοί από αυτούς ήταν μεγάλα αστέρια, όπως ο Pyotr Leshchenko, «ο Βασιλιάς του Ρωσικού Τάνγκο. Στο στόχαστρο μπήκε και η τσιγγάνικη και η τεράστια γηγενής μουσική κουλτούρα, των πολλών διαφορετικών εθνοτήτων της χώρας. Ιδίως η μουσική blatnyak, που απεικονίζει την υποκουλτούρα του αστικού υποκόσμου, τραγούδια για καβγάδες και σεξ, συχνά ρομαντικά και διανθισμένα με εγκληματικά διεστραμμένο χιούμορ (βλ. το τραγούδι .«Murka», για μια γυναίκα μέλος συμμορίας που έγινε πληροφοριοδότης των αρχών και κατέληξε να πυροβοληθεί) ήταν που χτυπήθηκε.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και της δεκαετία του 1950 στο Λένινγκραντ και τη Μόσχα αναπτύχθηκε η νεανική κουλτούρα των stilyagi («κυνηγοί στυλ»). Επρόκειτο για νέους που ντύνονταν με τον τρόπο που είχαν δει σε κάποιο περιοδικό ότι ντύνονταν οι νέοι στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, χρησιμοποιούσαν αμερικανική αργκό και άκουγαν παρέα αμερικανικούς δίσκους. Και δεν ήταν οι μόνοι, κάτι που έκανε το λαθρεμπόριο να ανθεί. Οι λαθρέμποροι έφερναν δίσκους από τη Δύση, όμως το μόνο ευρέως διαθέσιμο πλαστικό για να αντιγραφούν ήταν αυτό των ακτινογραφιών. Επειδή ήταν εξαιρετικά εύφλεκτες τα νοσοκομεία έπρεπε να τις πετάνε μετά από ένα χρόνο. Στις πίσω πόρτες τους αναπτύχθηκε έτσι ένα παράνομο ανταλλακτικό εμπόριο: μερικές ακτινογραφίες για ένα μπουκάλι βότκα ή μερικά ρούβλια, αλλιώς απλά αλιεύονταν από τους κάδους των απορριμμάτων. Στη συνέχεια κόβονταν στο κατάλληλο μέγεθος, «γραφόντουσαν» με μουσικές και πωλούνταν κρυφά στις γωνίες των δρόμων και στα σοκάκια. Η πρακτική αυτή έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής κατά τη διάρκεια της Beatlemania τη δεκαετία του ’60. Η ποιότητα του ήχου δεν ήταν ιδιαίτερα καλή και κάθε «δίσκος από κόκαλα» μπορούσε να γραφτεί μόνο από τη μια πλευρά. Επιπλέον δεν άντεχαν πολύ, ειδικά τον πρώτο καιρό που παίζονταν σε παλιομοδίτικα γραμμόφωνα με ατσάλινες βελόνες γινόταν γρήγορα κομμάτια. Ήταν όμως ως και πέντε φορές φθηνότεροι από τους κανονικούς. Συχνά βέβαια έκρυβαν και «εκπλήξεις», μετά από μερικά δευτερόλεπτα αμερικανικής ακουγόταν μια κοροϊδευτική φωνή στα ρωσικά που ρωτούσε κάτι του τύπου: «Λοιπόν, σκέφτηκες να ακούσεις τους τελευταίους ήχους, ε;», με μια σειρά «κοσμητικών επιθέτων» να χαλά οριστικά την διάθεση του ακροατή. Κατά τη διάρκεια της ίδιας δεκαετίας βέβαια οι χαλαρότεροι περιορισμοί στην απόκτηση ξένης μουσικής και η δημοτικότητα των μαγνητόφωνων σταδιακά τους κατέστησαν απαρχαιωμένους.

Δείγμα από «bone records»
Εκτός όμως από το μαστίγιο υπήρχε και το καρότο. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 οι αρχές προχώρησαν στην δημιουργία επίσημων «ροκ» συγκροτημάτων, των λεγόμενων VIA, Vokalno Instrumentalny Ansambl. Οι μουσικοί τους έπρεπε να είναι επαγγελματίες, δηλαδή να έχουν πτυχίο από κάποιου είδους μουσικού σχολείου και να έχουν λάβει άδεια για να δίνουν συναυλίες. Έπρεπε να φορούν κοστούμι (ιδίως όταν έπαιζαν σε εσωτερικούς χώρους), να μην κάνουν απότομες κινήσεις και εκφράσεις και να μην κραυγάζουν. Οι στίχοι και η μουσική που έπαιζαν δεν μπορούσαν να έχουν γραφτεί από τους ίδιους, αλλά μόνο από επίσημα αναγνωρισμένους ποιητές και συνθέτες, μέλη των αντίστοιχων ενώσεων, και να έχουν λάβει έγκριση από τα καλλιτεχνικά συμβούλια, μη μόνιμες επιτροπές που σχηματίζονταν ειδικά ανά περίσταση για την αξιολόγηση της καλλιτεχνικής και πολιτικής ποιότητας κάθε έργου. Τα τραγούδια που καλούνταν να παίξουν κυρίως εξυμνούσαν την σοβιετική πατρίδα και την αγνή αγάπη. Έτσι, ενώ τα όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν ουσιαστικά τα ίδια (ηλεκτρικό πιάνο, ντραμς, μπάσο, κιθάρα), το αισθητικό αποτέλεσμα ήταν πολύ διαφορετικό. Πόσο μάλλον που το κοινό έπρεπε να παραμένει καθισμένο, να μη χορεύει ή ακόμα χειρότερα χοροπηδά στα καθίσματα. Και, όπως όλες οι εκδηλώσεις στην ΕΣΣΔ, και οι συναυλίες αυτές έπρεπε να τελειώνουν μέχρι πριν τις 11μμ. Οι αμοιβές για τις δισκογραφικές τους δουλειές ήταν προκαθορισμένες και δεν εξαρτιόταν από τον αριθμό των δίσκων που θα πουλούσαν, που κατά κανόνα, δεν τον μάθαιναν καν. Το ίδιο προκαθορισμένες ήταν και οι αμοιβές για τις συναυλίες που έδιναν, ούτε αυτές εξαρτώντο από τον αριθμό των εισιτηρίων. Παρ’ όλα αυτά, λόγω του μεγάλου αριθμού που έδιναν, ως και 60 το μήνα, τα μέλη των πιο διάσημων συγκροτημάτων έβγαζαν ως και τα διπλά από έναν υπουργό. Βέβαια τη μια στιγμή μπορεί να απολάμβαναν της εύνοιας του καθεστώτος, την άλλη να υφίσταντο διώξεις και φυλακίσεις σε διαφόρων ειδών «ιδρύματα».
Όμως η ζήτηση για δυτική μουσική παρέμεινε μεγάλη. Έτσι από τη δεκαετία του 1970 και μετά έχουμε το «παράδοξο» καλλιτέχνες από τη Δύση να αρχίσουν να εμφανίζονται στην ΕΣΣΔ, πάντα υπό στενή επιτήρηση και περιορισμό στις κινήσεις τους. Τον Αύγουστο του 1976 το συγκρότημα του Cliff Richard έγινε το πρώτο δυτικό ροκ συγκρότημα που έπαιξε πίσω από το Παραπέτασμα, δίνοντας δώδεκα συναυλίες στο Λένινγκραντ και οκτώ στη Μόσχα. Την επόμενη χρονιά η κυβέρνηση του Jimmy Carter βοήθησε τους Nitty Gritty Dirt Band να πραγματοποιήσουν την πρώτη περιοδεία αμερικανικού ροκ συγκροτήματος σε σοβιετικό έδαφος. Στις 4 Ιουλίου 1978 μετά την ακύρωση μιας συναυλίας των Carlos Santana και Joan Baez στο Λένινγκραντ ξέσπασαν ταραχές («Rock Riot»), με τις δυνάμεις καταστολής να διαλύουν το πλήθος με τη χρήση κανονιών νερού και χειροβομβίδων καπνού. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς φημολογείται πως ήταν ο ίδιος ο Brezhnev που κάλεσε τους Boney M να επισκεφτούν την χώρα και έγιναν οι πρώτοι καλλιτέχνες που πήραν άδεια να γυρίσουν βιντεοκλίπ στην Κόκκινη Πλατεία. Το 1979 ο Elton John έδωσε οκτώ συναυλίες στη Μόσχα και το Λένινγκραντ, με τα εισιτήρια να πωλούνται στη μαύρη αγορά ως και είκοσι φορές πάνω από την αρχική τους αξία.
Στις 14 Απριλίου του 1978 στη Τιφλίδα ξέσπασαν ταραχές ενάντια στη μετατροπή των ρωσικών σε επίσημη γλώσσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας, που οδήγησαν στην ανατροπή της απόφασης αυτής. Ως απάντηση σε αυτήν την κυρίως νεολαιίστικη διαμαρτυρία, η ηγεσία της Σ.Δ αποφάσισε να πάρει υπό την σκέπη της μια ροκ συναυλία το 1980, καθιστώντας την, την πρώτη υπό κρατική αιγίδα συναυλία τέτοιου είδους στην ΕΣΣΔ. Θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία επειδή τα συγκροτήματα που θα ξεχώριζαν δεν ήταν επίσημα, αλλά εκείνα της Underground σκηνής, όπως οι Aquarium από το Λένινγκραντ, που θα μπουν ιδιαίτερα στο στόχαστρο των αρχών εξαιτίας της υποτιθέμενης ομοφυλοφιλίας τους.

Οι Aquarium το 1979
Περιορίζοντας τα όρια του αποδεκτού η σοβιετική ηγεσία δημιούργησε, άθελα της, μια Underground σκηνή τεράστιας ζωτικότητας. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 διοργανώνονταν αυτοοργανωμένα περιστασιακά φεστιβάλ και underground shows Το Underground supergroup της δεκαετίας του 1970 ήταν οι Time Machine, που μπορεί τελικά να μετατράπηκαν σε επίσημα αναγνωρισμένη μπάντα, άνοιξαν όμως το δρόμο για να τους ακολουθήσει μια λεγεώνα νέων συγκροτημάτων. Προπύργια της σοβιετικής ροκ ήταν η Εσθονία και η Λετονία, αλλά και το Λένινγκραντ, όπου διάφορες μπάντες δημιούργησαν το 1981 το Leningrad Rock Club, υπό αυστηρές βέβαια προδιαγραφές, όπως την ύπαρξη μιας πίσω πόρτας για την KGB. Καθώς η δεκαετία προχωρούσε, πιο αυθεντικά και “street”, προσανατολισμένα στο Punk-Rock και το New Wave συγκροτήματα κέρδιζαν σε δημοτικότητα, όπως οι The Brothers of the Mind, GrOb, Cente, DDT, Original, Kino, που έπαιζαν βιομηχανική και ψυχεδελική μουσική, αναφερόμενα στην αποξένωση και τη δυστοπία των μετά-αποκαλυπτικών κόσμων.
Ακόμα και στις μυστικές κλειστές πόλεις, όπως την ατομική πόλη Tscheljabinsk 70, ξεπετάγονταν μπάντες. Ο Mike Naumenko των Zoopark, παντρεύοντας την αγγλοσαξονική rock παράδοση (Chuck Berry, Bob Dylan, T. Rex) με τη ρωσική γλώσσα και την καθημερινότητα των σοβιετικών διαμερισμάτων, ανέτρεψε το Status quo ακόμη και του Underground, με τις αναφορές του σε θέματα ταμπού, όπως το σεξ, σε τραγούδια όπως το “Outskirts Blues” και το “Ode to the Bathroom”.

Situatsiya punk rock band, Λένινγκραντ 1988
Οι Ολυμπιακοί του 1980 στη Μόσχα, παρά το μποϊκοτάζ πολλών χωρών, άνοιξαν ένα παράθυρο προς τη Δύση. Και ενώ ο Adropov κατά τη σύντομη θητεία του ενέτεινε τον έλεγχο και την καταστολή, ο Gorbatschow που τον διαδέχτηκε άρχισε με τις μεταρρυθμίσεις της περεστρόικα να ανοίγει τη χώρα στα δυτικά κεφάλαια. Σύντομα στα μεγάλα αστικά κέντρα πραγματοποιούνταν δεκάδες διεθνείς εκδηλώσεις και συνέδρια που προσέλκυαν μεγάλο αριθμό δυτικών, κυρίως Αμερικανών. Στο πλαίσιο αυτό ο Gorbatschow, στον οποίο άρεσε η ροκ, η σύζυγός του ήταν θαυμάστρια του Elvis, ενώ και οι δύο ήταν μεγάλοι θαυμαστές του John Lenon, και ο Reagan υπέγραψαν μια συμφωνία πολιτιστικής συνεργασίας. Σαν αποτέλεσα οι εμφανίσεις δυτικών ροκ συγκροτημάτων (Pink Floyd, Status Quo, Bon Jovi, Queen, Rolling Stones, Sonic Youth, UB40) και καλλιτεχνών (Bob Dylan, Bruce Springsteen, Ozzy Osbourne, David Bowie, Dave Stewart of Eurythmics) πύκνωσαν.
Οι Iron Maiden περιόδευσαν στη Σοβιετική Ένωση για πρώτη φορά το 1984, ενώ το 1985 η Merryl Goldberg και τρεις φίλοι της προσγειώθηκαν στη Μόσχα. Η επίσκεψη παρουσιάστηκε ως πολιτιστική ανταλλαγή, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονταν σε μυστική αποστολή. Με τη βοήθεια ενός αμερικανικού μη κερδοσκοπικού οργανισμού, της Δράσης για τον Σοβιετικό Εβραϊσμό, είχαν λάβει οδηγίες να έρθουν σε επαφή με μια ομάδα αντιφρονούντων μουσικών που έπαιζαν σε κάτι που ονομαζόταν Phantom Orchestra. Επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν ζητήσει την άδεια να μεταναστεύσουν από τη Σοβιετική Ένωση και η αίτησή τους είχε απορριφθεί. Το συγκρότημα επέστρεψε στις ΗΠΑ με άγνωστες ιστορίες για αντιφρονούντες σε κωδικοποιημένες παρτιτούρες. Το γεγονός πυροδότησε ομιλίες και ακροάσεις στο Κογκρέσο, καθώς και ένα κύμα υποστήριξης, με αποτέλεσμα λίγο αργότερα να επιτραπεί στα αδέρφια – μουσικούς Goldstein να φύγουν για το Ισραήλ.

O Billy Joel στην Μόσχα
Το 1987 ο Billy Joel θα δώσει έξι συναυλίες, φέρνοντας μαζί του ένα συνεργείο 130 ατόμων, βάζοντας (υποτίθεται) 2,5 εκ δολάρια από τη τσέπη του. Στην πρώτη του συναυλία βρέθηκε μπροστά σε ένα μέσης ηλικίας κοινό, σε μεγάλο βαθμό στελέχη του κόμματος, που κοιτάζονταν μπερδεμένοι, προσφέροντας του μερικά περιστασιακά ευγενικά χλιαρά χειροκροτήματα. Όταν οι μεγάλοι τελικά τα παράτησαν και έφυγαν, έδωσαν τα εισιτήριά και τις θέσεις τους στους νεότερους, πιο ενθουσιώδεις, στις πίσω σειρές και σε όσους περίμεναν έξω, και το κλίμα άλλαξε, ιδίως βέβαια τις στιγμές που τα φώτα έσβηναν. Την ίδια χρονιά το βρετανικό συγκρότημα Uriah Heep θα δώσει δέκα συναυλίες μεταξύ 7 και 16 Δεκεμβρίου στο Ολυμπιακό Στάδιο. Την ίδια εποχή η σοβιετική τηλεόραση άρχισε να προβάλει εκπομπές για τη σύγχρονη μουσική και η Melodyia, η κρατική (και μοναδική) δισκογραφική εταιρεία, αγόρασε τα δικαιώματα για τις underground κασέτες του Aquarium. Αμερικάνικες δισκογραφικές άρχισαν επίσης να δείχνουν ενδιαφέρον για την σοβιετική Undergroound σκηνή, με το ντοκιμαντέρ «The Long Way Home» (Michael Apted, 1989), να ακολουθεί Boris Grebenshchikov, τον πρώτο underground καλλιτέχνη της Σοβιετικής Ένωσης που ταξίδεψε στη Δύση για να ηχογραφήσει άλμπουμ.

Οι Scorpions στο Moscow Music Peace Festival
Το καλοκαίρι του 1989, μεταξύ 12 και 13 Αυγούστου 1989, θα πραγματοποιηθεί στο Κεντρικό Στάδιο Λένιν της Μόσχας το Moscow Music Peace Festival, μια ροκ συναυλία που μεταδόθηκε ζωντανά σε 59 χώρες (στις ΗΠΑ θα την δείξει το MTV). Με φόντο τη σημαία με το σφυροδρέπανο δίπλα στην αστερόεσσα, τα εννέα συγκροτήματα που συμμετείχαν (έξι από το εξωτερικό και τρία ρωσικά) θα κλείσουν το ιβέντ με ένα Jam Session, ενώ αργότερα θα κυκλοφορήσει και ένα άλμπουμ και ένα ντοκιμαντέρ. Ένα από τα συγκροτήματα που κατάφεραν να κεφαλαιοποιήσουν τις επισκέψεις τους στη Ρωσία ήταν το γερμανικό hard rock συγκρότημα Scorpions. Ενώ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η δημοτικότητα τους στη Δύση είχε μειωθεί, το τραγούδι Wind of Change, με αναφορές στην περεστρόικα, έγινε διεθνής επιτυχία, φέρνοντας τους για λίγο ξανά στο προσκήνιο. Δύο χρόνια αργότερα, τις 28 Σεπτεμβρίου το 1991, οι Metallica και οι AC/DC έπαιξαν μπροστά σε 1,6 εκατομμύρια ανθρώπους στη Μόσχα σε μια από τις πολυπληθέστερες συναυλίες όλων των εποχών που χρηματοδοτήθηκε από την Time Warner. Τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς έφεραν και το επίσημο τέλος της ΕΣΣΔ.

Μόσχα, 28 Σεπτεμβρίου το 1991
Το γεγονός ότι η νεανική κουλτούρα παρέκκλινε από τη σοβιετική ιδεολογία, ότι οι νέοι ανέπτυσσαν τα δικά τους πρότυπα κοινωνικοποίησης και αναζητούσαν χώρους ελεύθερης έκφρασης και δημιουργίας, ερμηνεύτηκε από το κράτος ως επίθεση στην εξουσία του, ένας «κίνδυνος» που έπρεπε να εξουδετερωθεί. Παρόμοια με τους συντηρητικούς στις ΗΠΑ οι σοβιετικοί αξιωματούχοι ανησυχούσαν ότι η τζαζ και η ροκ θα διέφθειραν τη νεολαία, προωθώντας τον ατομισμό, την αδιαφορία για την κοινωνία και το κράτος, την υστερία και την ακολασία, τον πεσιμισμό, το ρατσισμό και τη βία. Όμως σε ένα καταπιεστικό σύστημα που αδυνατούσε να διαχειριστεί οποιοδήποτε αίτημα για αλλαγή, η ροκ έδωσε δημιουργική διέξοδο στη νεολαία να εκφράσει τους προβληματισμούς και την απογοήτευση της, όπως και να διαχωριστεί από τη γενιά των γονιών της.
Και τελικά η καταστολή και η, συχνά άγαρμπη, προσπάθεια δαιμονοποίησης κάθε τι «δυτικού», πολλές φορές με επιχειρήματα που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα, έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα. Ενώ οι παλαιότερες γενιές εξακολουθούσαν να θεωρούν τις ΗΠΑ ως εχθρό και ήταν επιφυλακτικές στην υιοθέτηση των πολιτιστικών τους προϊόντων, οι νεότεροι πήραν τον αντίθετο δρόμο. Ακόμα και αν δεν καταλάβαιναν τους στίχους και τη μελωδία ταυτίστηκαν με την μουσική του αντιπάλου και τους συνομήλικους τους στη Δύση. Η κατάρρευση της αξιοπιστίας του συστήματος οδήγησε στην εξιδανίκευση κάθε τι δυτικού, επιτρέποντας στον «ελεύθερο κόσμο» να κερδίσει την μάχη (και) σε ιδεολογικό επίπεδο. Η δήλωση του Jimmy Carter στην ταινία «Free to Rock» ότι η Ροκ, «ήταν σίγουρα ένας παράγοντας που συνέβαλε στον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου», δεν πρέπει έτσι να υποτιμηθεί.

