16.5 C
Athens
Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Να τιμήσουμε με πράξη, όχι με σιωπή, του Στέλιου Μερμίγκη

Ένα Μουσείο για τη ζωντανή ιστορία

Η απρόσμενη εμφάνιση στο δημόσιο βίο των φωτογραφιών και των τεκμηρίων για την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την 1η Μαΐου 1944 προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα αντιδράσεων. Από την μια η πίεση κομμάτων, οργανώσεων, ιστορικών και διάφορων φορέων προς την πολιτεία για την απόκτηση και την ελεύθερη διάθεσή τους και από την άλλη ο βανδαλισμός του μνημείου από τους πολιτικούς απογόνους των δωσιλόγων, έδειξε ότι η μνήμη αυτού του γεγονότος αναδύθηκε ξανά με οργή και ένταση.

Αρχικά, η κυβέρνηση σιώπησε· όμως το κύμα αυτών των αντιδράσεων την ανάγκασε να υιοθετήσει τη μοναδική αποδεκτή επιλογή: την απόκτηση των τεκμηρίων και την απόδοσή τους στον δημόσιο χώρο. Η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Οι Κυνηγοί, είναι εκείνη που περιγράφει αλληγορικά αυτή τη στάση της πολιτείας. Μέχρι το 1982, όταν η Εθνική Αντίσταση αναγνωρίστηκε επιτέλους με νόμο, η μνήμη της παρέμενε εντελώς παραγκωνισμένη. Η προκλητική αποχή της Νέας Δημοκρατίας τότε, που δεν ήθελε να δώσει «συγχωροχάρτι» στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας για τη συμμετοχή του στην Αντίσταση, κατά δήλωση του τότε  αρχηγού της Ευάγγελου Αβέρωφ και «πολιτικού πατέρα» του νυν προέδρου Δημοκρατίας Τασούλα, υπογράμμιζε με σαφήνεια τη στρατηγική λήθης που επικρατούσε.

Στην ταινία, ο νεκρός αντάρτης λειτουργεί ως αλληγορία της ζωντανής Ιστορίας που επιμένει παρά τη φυσική της απουσία. Οι κυνηγοί, αντίθετα, αντιπροσωπεύουν το ζωντανό αλλά αμήχανο κομμάτι της κοινωνίας και της εξουσίας, που προσπαθεί να «διαχειριστεί» την ιστορία χωρίς να την κατανοεί. Η ταινία γίνεται έτσι μια αλυσιδωτή αλληγορία μνήμης, απώλειας και ιστορικής διαστρέβλωσης — παραβολή για τη σχέση των ζώντων με την ιστορική αλήθεια.

Παρά τη λήθη δεκαετιών, η ανάγκη για μνήμη επανέρχεται συνεχώς. Τα ονόματα όμως των 200 εκτελεσμένων, που σήμερα είναι χαραγμένα στο μνημείο, διασώθηκαν χάρη στις επίμονες προσπάθειες δύο ιστορικών, του Σπύρο Κουτσομύτη και του Γιώργου Σκαλκώτα. Η πολιτεία, είτε μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού είτε μέσω των πανεπιστημίων, απουσίαζε από τέτοιες αναγκαίες πρωτοβουλίες όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και σε άλλα κομβικά ιστορικά γεγονότα. Το τραγικό πογκρόμ της βασιλικής χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας απέναντι σε Έλληνες ανάπηρους του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στα βουνά της Αλβανίας, με φυλακίσεις και εκτελέσεις στις 30 Νοεμβρίου 1943, παραμένει σχεδόν άγνωστο. Στο προαύλιο του νοσοκομείου Ελπίς εκτελέστηκαν και θάφτηκαν τρεις ΕΑΜίτες ανάπηροι — και ακόμη δεν υπάρχει μνημονική πλάκα που να αναγράφει τα ονόματά τους.

Ήρθε η ώρα λοιπόν η κοινωνία, τουλάχιστον το κομμάτι που νοιάζεται για την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης, να απαιτήσει τη δημιουργία ενός Μουσείου Εθνικής Αντίστασης. Ένα μουσείο που θα τιμά όλους όσοι θυσιάστηκαν, όχι μόνο για να διώξουν τον κατακτητή, αλλά και για να οργανώσουν τη ζωή τους σε μια πολιτεία με γνώμονα την ουσιαστική δημοκρατία — μια δημοκρατία που θα καλύπτει τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες, με λαϊκή κυριαρχία και όχι για τα συμφέροντα μιας μικρής ελίτ που ζει μέσα στον προκλητικό πλούτο ροκανίζοντας δημόσιο χρήμα.

Τέλος, οι πρόσφατες απόψεις που κυκλοφορούν στον δημόσιο λόγο ότι οι εκτελέσεις έγιναν ως αντίποινα για πράξεις των ανταρτών, δείχνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι για κάποιους η υποταγή, όταν τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται μέσω της φρίκης και της βαρβαρότητας, θεωρείται μονόδρομος. Θυμίζουν τη λογική της «ΤΙΝΑ» — της αντίληψης δηλαδή ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Ας το κρατήσουμε και αυτό στο νου μας ως ένα σύγχρονο πολιτικό επίδικο, την αναγκαιότητα δηλαδή  να αναδείξουμε σήμερα έναν άλλο διαφορετικό δρόμο οργάνωσης της ζωής μας από αυτόν που οι κυρίαρχοι μας έχουν επιβάλει. Και αυτό μάλλον θα είναι και ο καλύτερος τρόπος να τιμήσουμε όλους αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ