Συνέδριο Νέας Δημοκρατίας, πριν λίγο καιρό συνέδριο ΠΑΣΟΚ, σε λίγες μέρες αναγγελίες ίδρυσης κομμάτων από Τσίπρα, Καρυστιανού και Σαμαρά. Όλα σε ένα γενικό μοτίβο που εννοεί να μην αμφισβητεί το σύνολο της κυρίαρχης αντίληψης των κυρίαρχων του πλανήτη, τα βασικά δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Επιτείνοντας έτσι το ασφυκτικό κλίμα πολιτικής και κοινωνικής κρίσης και συσκοτίζοντας τους ορίζοντες μιας άλλης προοπτικής.
Η ιδέα του ΤΙΝΑ (Δεν Υπάρχει Εναλλακτική), είναι εκείνο που ορίζει τα πολιτικά και οικονομικά προγράμματα όλων αυτών των σχηματισμών, με μερικές πινελιές διαφοροποιήσεων, δειλών μετασχηματισμών, κάποιων ασαφών προτάσεων ή αφελών (;) επικλήσεων στο πατριωτικό πνεύμα (όπως αυτών του Τσίπρα προς τους πολύ πλούσιους να δώσουν κάτι από το πλεόνασμά τους για την πατρίδα), συνοδευόμενα όλα, και από όλους, με δηλώσεις πίστης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (μιας καταρρέουσας ΕΕ).
Αυτό το πολιτικό τοπίο δεν παράγει αισιοδοξία και κυριαρχείται από μόνο μια κρίσιμη μεν, ατελέσφορη δε, προοπτική και ιδέα: να φύγει ο Μητσοτάκης.
Όσο όμως κι αν είναι αναγκαίο, σχεδόν κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου, να φύγει ο Μητσοτάκης, ως προοπτική δεν προσφέρει ούτε έμπνευση, ούτε ουσιαστική απάντηση στα ασφυκτικά προβλήματα του ελληνικού λαού. Ίσως μόνο κάποιους εξωρραϊσμούς στο αποκρουστικό πρόσωπο της διακυβέρνησης.
Σε μια εποχή όπου ο νεοφιλελευθερισμός, «ακόμα και με τους δικούς του όρους έχει αποτύχει παταγωδώς», ακόμη και οι αυτοαποκαλούμενοι μη νεοφιλελεύθεροι, δεν τολμούν να αμφισβητήσουν τα βασικά δόγματά του στις πολιτικές τους επαγγελίες.
Θα ανατρέξω σε ένα βιβλίο που έχει στην ελληνική αγορά θητεία μόνο λίγων μηνών, από όπου δανείστηκα το πιο πάνω παράθεμα, το οποίο έχει τίτλο «Το αόρατο δόγμα. Η μυστική ιστορία του νεοφιλελευθερισμού (Και πως έφτασε να ελέγχει τη ζωή σου)» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Υπογράφεται από τον Βρετανό δημοσιογράφο Τζορτζ Μονμπιό και τον αμερικανό κινηματογραφιστή, συγγραφέα και ακτιβιστή Πίτερ Χάτσισον.
Δίνοντας απάντηση στην απορία που γεννιέται από τη διαπίστωση της προηγούμενης παραγράφου σημειώνεται στο βιβλίο:
«Ωστόσο, από την άποψη της διάδοσης και αναπαραγωγής της κοσμοθεωρίας του, ο νεοφιλελευθερισμός αποδείχτηκε εξαιρετικά επιτυχής.
Με το πέρασμα των χρόνων, έχουμε εσωτερικεύσει και έχουμε αναπαραγάγει τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Οι πλούσιοι αφέθηκαν να πιστεύουν ότι εξασφάλισαν τον πλούτο τους χάρη στη δική τους επιχειρηματικότητα και αρετή… Αντίστοιχα, οι φτωχοί έχουν αρχίσει να επιρρίπτουν στον εαυτό τους την ευθύνη για την κατάστασή τους. Προσδιορίζονται, τόσο από μέσα όσο και απ’ έξω ως losers (χαμένοι).
»Επομένως, ας μη δίνουμε σημασία στη δομική ανεργία· αν δεν έχετε δουλειά φταίει η δική σας έλλειψη επιχειρηματικού πνεύματος. Ας μη δίνουμε σημασία στο δυσβάσταχτο κόστος των ενοικίων· αν το υπόλοιπο της πιστωτικής σας κάρτας δεν επαρκεί για τις αγορές σας, αυτό οφείλεται στη δική σας ανικανότητα και ανευθυνότητα…
»Η ευθύνη για τη συστηματική αποτυχία εξατομικεύεται. Κι εμείς αφομοιώνουμε αυτή τη φιλοσοφία μέχρι να γίνουμε διώκτες του εαυτού μας. Ίσως δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι κάποια φαινόμενα, όπως οι αυτοτραυματισμοί και άλλες μορφές δυστυχίας, αποξένωσης, μοναξιάς, ψυχικών παθήσεων, έχουν πάρει διαστάσεις επιδημίας».
Το κύριο προσόν αυτού του βιβλίου δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία των συλλήψεων και ιδεών του, ούτε η τελική πολιτική του πρόταση ως εναλλακτική λύση, τα λεγόμενα «κοινά» (που «δεν είναι ούτε αγορά, ούτε κράτος, ούτε καπιταλισμός, ούτε κομμουνισμός»). Είναι σημαντικό ωστόσο γιατί κάνει μια συστηματική καταγραφή και ανάλυση των φαινομένων της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής ζωής, παρουσιάζοντας την πειστική εικόνα της σύγχρονης κοινωνίας και του ναυαγίου του νεοφιλελευθερισμού, που απειλεί να μας βουλιάξει όλους μαζί του.
Χρειάζεται ίσως να προσθέσουμε, παίρνοντας υπόψη το δικό μας κοινωνικό περιβάλλον, και αναλογιζόμενοι τις συμπεριφορές τους ευρέος φάσματος των πολιτικών δυνάμεων του συστήματος, μερικά χαρακτηριστικά, τα οποία υποδηλώνουν τόσο την προσαρμοστικότητα του νεοφιλελευθερισμού, όσο και την αδυναμία των δυνάμεων που τον αντιπαλεύουν.
Η ιδρυτική και βασική επαγγελία του νεοφιλελευθερισμού ήταν πως, μεγαλώνοντας ο πλούτος, μέσω του περιορισμού της κρατικής παρέμβασης και της «απελευθέρωσης» της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, θα μεγαλώνει ο πλούτος από τον οποίο όλοι θα ωφεληθούν λόγω της γενικής ευημερίας και παρά την παραγόμενη ανισότητα. Στο κάτω-κάτω όλοι κερδίζουν!
Η πρώτη εκδοχή, της δεκαετίας του 1970, ήταν πως ο καπιταλισμός συνιστά το δημοκρατικό σχέδιο απέναντι στην ανελευθερία του «σοσιαλισμού», το οποίο αναπτύσσει την ατομική επιτυχία, τον ανταγωνισμό και την γενική ευημερία. Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα, διακήρυξε η Μάργκαρετ Θάτσερ.
Η επόμενη εκδοχή, της περιόδου παντοδυναμίας, ήταν πως ο καπιταλισμός παράγει ανισότητες μεν, αλλά αυξάνοντας τον πλούτο προάγει και τη γενική ευημερία. Η ιδέα της δημοκρατίας δεν πολυχρειάζεται σε αυτή τη φάση, ούτε ως ιδεολογικό, ούτε ως πολιτικό επιχείρημα.
Η σημερινή εκδοχή εστιάζει στο υπάρχον. Δεν ενδιαφέρεται για να ομορφύνει την εικόνα. Εστιάζει στο αδύνατον. Ο καπιταλισμός του σημερινού σταδίου παράγει ανισότητες χωρίς γενική ευημερία, περιορίζει τη δημοκρατία και πολλαπλασιάζει τη φτώχεια, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση (οι προπαγανδιστικές προκαλύψεις έχουν καταρρεύσει, εδώ ισχύει μόνο η δύναμη της επιβολής, άρα και η δημοκρατία δεν είναι και πολύ αναγκαία).
Αυτό το αποκαρδιωτικό μοντέλο έρχονται τώρα να διαχειριστούν όλες οι δυνάμεις που αναφέρθηκαν στην αρχή του άρθρου. Αναπαράγοντας έτσι την κρίση και κάνοντας τα αδιέξοδα όλο και πιο ορατά.
Είναι όλο και πιο φανερή η αναγκαιότητα μιας απελευθερωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς, που θα ανασυγκροτήσει το όραμα του κόσμου, πέρα από τους κατακερματισμούς, και θα ξαναδώσει νόημα σε αυτόν τον δύστηνο κόσμο.
Νομίζω πως αυτό είναι το μέγα ζητούμενο της εποχής μας!

