Την φράση «από ήλιο σε ήλιο» (από το βιβλίο της Μαίρης Κόντζογλου το οποίο μεταφέρθηκε στην τηλεόραση της ΕΡΤ και αναφέρεται στην μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου) την χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την εξαντλητική εργασία από το ξημέρωμα μέχρι την δύση του ηλίου. Το 13άωρο γίνεται πια κανονικότητα για μεγάλο μέρος των εργαζομένων όπως μας αποκαλύπτει η νέα πανελλαδική έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για «τον χρόνο εργασίας και την εργασιακή καταπόνηση».
Η έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα επισήμαινε ακόμα και πριν τα μνημόνια, ότι οι πολιτικές των κυβερνήσεων της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ -ΣΥΡΙΖΑ με τους νόμους που ψήφισαν αντικειμενικά θα οδηγήσουν σε έναν νέο τύπου εργαζομένων όπου η υπερεργασία θα είναι κανονικότητα.
Αυτή η εξέλιξη προετοιμάστηκε μεθοδικά από την εργοδοσία και τις κυβερνήσεις με νόμους που ξεκινούν από το μακρινό 1990 για να φτάσουν μέχρι τις μέρες μας. Ο πρώτος νόμος είναι ο 1892/1990 της τότε κυβέρνησης της ΝΔ, για να ακολουθήσουν οι νόμοι του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και στην συνέχεια της ΝΔ με πιο πρόσφατο τον νόμο της Κεραμέως. Κάθε νόμος διόρθωνε ή και συμπλήρωνε τον προηγούμενο, χειροτερεύοντας κάθε φορά τους όρους εργασίας με την ελαστικοποίηση, την κατάργηση των ΣΣΕ, την «διευθέτηση του χρόνου εργασίας» που συνοδευόταν από την ισοπέδωση των εργατικών δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 35,5% των εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο, ενώ τουλάχιστον ένας στους τρεις από αυτούς δεν πληρώνεται για τις επιπλέον ώρες. Αυτή ακριβώς ήταν και η τελική στρατηγική επιδίωξη του κεφαλαίου που θεσμοθετήθηκε με τους παραπάνω νόμους. Τα συγκεκριμένο εύρημα βέβαια δεν αποτυπώνει απλώς μια παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Αποτυπώνει έναν βασικό μηχανισμό νόμιμης κλοπής αφού η απλήρωτη υπερωρία σημαίνει ότι ο εργαζόμενος παράγει περισσότερη αξία χωρίς αντίστοιχη αμοιβή. Πρόκειται για άμεση ιδιοποίηση απλήρωτου χρόνου εργασίας από το κεφάλαιο.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό εργαζομένων δεν πληρώνεται, αλλά λαμβάνει ρεπό ή άδεια. Δηλαδή, η λεγόμενη «διευθέτηση του χρόνου εργασίας» λειτουργεί ως θεσμοθετημένος μηχανισμός απλήρωτης εργασίας. Η υπερωρία μετατρέπεται σε λογιστική μεταφορά χρόνου, αποσυνδεδεμένη από την πραγματική εργασία που έχει ήδη παραχθεί.
Η κατάσταση χειροτερεύει περισσότερο στους μεγάλους χώρους δουλειάς αφού εκεί οι αντεργατικοί νόμοι αξιοποιούνται στο έπακρο. Όπως προκύπτει από την έρευνα, η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, ενώ ο ρυθμός των υπερωριών παραμένει υψηλός και στις μεσαίες επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις με προσωπικό έως 9 εργαζόμενους, το 32% δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό ωράριο τουλάχιστον μερικές φορές, ενώ στις επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω το ποσοστό φτάνει το 45,4%.
Ωστόσο, μεταξύ όσων απασχολούνται επιπλέον ώρες, το υψηλότερο ποσοστό έντονης υπερωριακής απασχόλησης, δηλαδή 6 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, καταγράφεται στις επιχειρήσεις 50-249 εργαζομένων με 35,6% και στις επιχειρήσεις 10-49 εργαζομένων με 35,5%.
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν πως η «ψηφιακή κάρτα εργασίας του Χατζηδάκη όχι μόνο έχει πάει στον …κουβά αλλά η εφαρμογή της μάλλον διευκόλυνε περισσότερο τους εργοδότες να κλέβουν νομίμως χρησιμοποιώντας και την κάρτα εργασίας, αφού μπορεί να υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να την κτυπάνε όποτε αυτοί νομίζουν.

Το δίλημμα «να δουλεύεις για να ζεις ή να ζεις για να δουλεύεις».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων να ενσωματώσουν πολλαπλές μορφές διευθέτησης στις επιχειρησιακές συμβάσεις, παρουσιάζοντάς τες ως «εναρμόνιση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής». Κάποιες από αυτές τις πρωτοβουλίες επιδοτούνται μάλιστα με ΕΣΠΑ. Δηλαδή, εργοδότες, κράτος και ΕΕ διαστρέφουν την πραγματικότητα προσπαθώντας να αποδείξουν ότι αν δουλεύεις 70 ώρες την εβδομάδα με διάφορα τρικ μπορείς να φέρεις σε «ισορροπία» την προσωπική και επαγγελματική σου ζωή…
Φυσικά πρόκειται για πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας. Η διευθέτηση δεν εναρμονίζει τη ζωή του εργαζόμενου, αλλά την αποδιοργανώνει. Καταργεί τα σταθερά όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου, μετατρέποντας τον εργαζόμενο σε διαρκώς διαθέσιμο. Τις περιόδους που η εταιρία χρησιμοποιεί τον εργαζόμενο, ο ελεύθερος χρόνος του καταργείται. Στην πραγματικότητα μετατρέπεται σε χρόνο εργασίας, αφού ο εργαζόμενος βρίσκεται μονίμως σε μια διαρκή αναμονή της κλήσης από τον εργοδότη για εργασία. Αυτή η συνθήκη μηδενίζει κάθε δυνατότητα προγραμματισμού οικογενειακής ζωής και κοινωνικής δράσης, με τα εξουθενωτικά ωράρια που έχουν ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη σωματική και ψυχική φθορά των εργαζομένων μετατρέποντας τους σε εργασιακά ζόμπι.

Ακόμα η έρευνα καταγράφει με σαφήνεια ότι η εντατικοποίηση της εργασίας έχει άμεσες επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων. Άγχος, εξάντληση, μυοσκελετικά προβλήματα και συνολική ψυχική επιβάρυνση συνδέονται άμεσα με τον αυξημένο χρόνο εργασίας. Η εργασία δεν εξαντλεί μόνο τον χρόνο, αλλά και το σώμα και την ψυχή των εργαζομένων. Ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται, η κοινωνική ζωή περιορίζεται, η οικογενειακή καθημερινότητα διαταράσσεται. Πρόκειται για μια συνολική υποβάθμιση των όρων ζωής της εργατικής τάξης.
Η έρευνα καταγράφει με σαφήνεια τη σχέση ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και στην εργασιακή καταπόνηση. Το 60,1% των εργαζομένων αναφέρει ως βασικό παράγοντα επιβάρυνσης την πίεση χρόνου και τον αυξημένο φόρτο εργασίας, ενώ το 58,8% αναφέρεται στην παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση.

Τα προβλήματα υγείας που συνδέονται με την εργασία είναι εξίσου αποκαλυπτικά:
- 42,1% δηλώνει εμφάνιση ή επιδείνωση άγχους.
- 29,4% αναφέρει πόνους σε οστά, αρθρώσεις ή μύες.
- 28,9% πονοκεφάλους ή κόπωση ματιών.
- 27,3% συνολική εξάντληση και κόπωση.
Τα ποσοστά αυτά αυξάνονται δραματικά στους εργαζόμενους που πραγματοποιούν πολλές επιπλέον ώρες εργασίας κάθε εβδομάδα. Όσοι εργάζονται πάνω από 11 επιπλέον ώρες παρουσιάζουν σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά άγχους, μυοσκελετικών προβλημάτων και συνολικής κόπωσης. Η ψυχική και σωματική φθορά αποτελεί τελικά συστατικό στοιχείο του σημερινού μοντέλου οργάνωσης της εργασίας.

Η αξία της έρευνας δεν βρίσκεται μόνο στα ποσοτικά στοιχεία που καταγράφει, αλλά και στο γεγονός ότι αποτυπώνει τις βαθύτερες αλλαγές που συντελούνται στην αγορά εργασίας. Αυτό που διακρίνεται ολοκάθαρα είναι πως πίσω από τους αριθμούς αναπτύσσεται ένα μοντέλο ανάπτυξης και κερδοφορίας που βασίζεται στη συμπίεση του εργατικού κόστους, μέσα από την «νόμιμη» η παράνομη κλοπή υπεράξιας από το κεφάλαιο.
Η έρευνα του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ μας αποκαλύπτει ακόμα πως μέσα από τους μηχανισμούς πειθάρχησης στους τόπους δουλειάς η εργοδοσία με όπλα την απειλή της απόλυσης, την δημιουργία επισφάλειας για τον μισθό και η κυβέρνηση από την άλλη με την ακρίβεια, τα τεράστια ενοίκια τον οικονομικό και πολιτικό αυταρχισμό λειτουργούν ως μηχανισμοί πειθάρχησης της εργατικής τάξης
Οι εργαζόμενοι μπορεί να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους όμως δεν τα διεκδικούν, φοβούμενοι την απώλεια της εργασίας τους αλλά και γιατί οι μηχανισμοί προστασίας υποτίθεται των εργαζομένων (επιθεωρήσεις εργασίας κ.λπ.) είναι πλήρως υποβαθμισμένοι και χωρίς καμιά δυνατότητα παρέμβασης υπέρ των εργαζομένων.
Έτσι η εκμετάλλευση των εργαζομένων δεν επιβάλλεται μόνο από τους γνωστούς μηχανισμούς απόσπασης υπεραξίας αλλά μέσα και από την αποδοχή από τους εργαζόμενους της συνθήκης που του υπαγορεύουν οι φόβοι του για το μέλλον της δουλειάς του και του μισθού του…

