2015: Όταν η ανάγκη γίνεται καταναλωτικό προϊόν
Το 2015 ελάχιστοι άκουγαν.
Αυτή η γενικευμένη, η απαστράπτουσα επιθυμία έτρεχε τότε ορμητικά στη συνείδηση των πολιτών: Να έρθει «στα πράματα» η κυβέρνηση Τσίπρα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.
Αυτή ήταν επιθυμία αλλά (η αντιστροφή της φοράς της πολιτικής) ήταν και ανάγκη ταυτόχρονα απέναντι στην επελαύνουσα απόλυτη μείωση του βιοτικού επιπέδου του λαού.
Λίγοι φυσικά πίστευαν τότε πως η κυβέρνηση θα υλοποιούσε τα βασικά, τα κοινωνικά αναγκαία που περιείχε η διακήρυξη των Τσίπρα – Καμένου.
Η μεγάλη πλειοψηφία – κατά την εκτίμηση μας – ήταν πεισμένη πως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – εθνικιστικής Δεξιάς (ΑΝΕΛ) θα υλοποιούσε ένα μικρό, έστω, ποσοστό από όσα επαγγελλόταν. Επομένως θα έμπαινε φρένο στην νεοφιλελεύθερη λαίλαπα και θα ερχόταν μια ελάχιστη, έστω, βελτίωση στη ζωή του λαού.
Αυτά κυκλοφορούσαν ευρέως, αυτή ήταν η λαϊκή επιθυμία και μάλιστα ολοένα ανεξέλεγκτα.
Αλλά όσο η ανάγκη έδινε χώρο στην ανεξέλεγκτη επιθυμία σιγά – σιγά η μεν επιθυμία κυριαρχούσε, η δε κοινωνική ανάγκη αναδυόταν χλωμή, ασαφής, ολοένα και πιο αδύνατη πολιτικά.
Η επιθυμία όμως η απαλλαγμένη από την συγκεκριμένη πολιτική ανάγκη και τα μέσα υλοποίηση της είναι στην ουσία ένα καταναλωτικό προϊόν που τελειώνει. Μια υποκειμενικότητα υποταγμένη στο ανέφικτο, στο μοιραίο.
Λίγους μήνες μετά την ανάληψη της κυβέρνησης τα μηνύματα ήταν σαφή.
Κι όσο ο καιρός περνούσε, ο λογαριασμός της νεόκοπης κυβέρνησης ήταν για τον ελληνικό λαό και τη νεολαία απρόσμενα βαρύς.
Και στο τέλος το ρεζουμέ ήταν η διατήρηση όλων των μνημονιακών νόμων των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η διατήρηση των απόλυτων μειώσεων μισθών και συντάξεων για πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Η διατήρηση του αγίου δισκοπότηρου της καπιταλιστικής αγοράς, των όρων απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας (ελαστικές εργασιακές σχέσεις, ωράρια εργασίας, τρόποι αμοιβής).
Συντελέσθηκαν δε επιπλέον:
Η ενίσχυση και παγίωση της στρατηγικής συμφωνίας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τα ΗΑΕ. Η παραχώρηση σε Αμερικανούς και ΝΑΤΟ της Λάρισας, του Στεφανοβίκειου και της Αλεξανδρούπολης
Η δέσμευση στο Υπερταμείο (ΕΕΣΥΠ) όλης της δημόσιας περιουσίας για 99 χρόνια!
Το πούλημα – δώρο 23 αεροδρομίων στη γερμανική Φραπόρτ, η οποία δανειοδοτήθηκε από ελληνική τράπεζα, για να καταβάλει το τίμημα της αγοράς. Δηλαδή δώσαμε δάνειο, για να… μας αγοράσουν!
Η ίδρυση του χρηματιστηρίου ενέργειας με τα γνωστά «ευεργετικά» ανεξέλεγκτα αποτελέσματα για την τιμή του ρεύματος και του αερίου.
Η ευθεία επίθεση στο κίνημα κατά των πλειστηριασμών μέσω της θέσπισης των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών..
Η θεσμοθέτηση της θατσερικού τύπου μεταρρύθμισης στο συνταξιοδοτικό.
Και πάνω απ’ όλα η οδυνηρή και ιστορικής σημασίας οπισθοχώρηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Οπισθοχώρηση ανάλογου βάθους με την ήττα του ‘89-’91 στην οποία προστέθηκε.
Το πούλημα των λιμανιών Πειραιά και Θεσσαλονίκης στην κινεζική Cosco και στον Ιβάν Σαββίδη.
Το πούλημα των τρένων στην ιταλική εταιρεία Φέρο για 45 εκατομμύρια και του Ελληνικού – το καλύτερο φιλέτο της Ευρώπης, στο Λάτση σε συμβολική τιμή.
Το άνοιγμα του δρόμου να περάσουν τα κόκκινα δάνεια στα Funds με τα γνωστά αποτελέσματα.
Η αρχική ελπίδα μεταφράστηκε σε μια ραγδαία και δίχως αρχές υποχώρηση υποταγμένη στο ανέφικτο. Υποχώρηση που οδήγησε στην αντιστροφή πορείας που τραυμάτιζε όλο και βαθύτερα το εργατικό κίνημα.
Ξανά νέες απάτες και αυταπάτες
Τώρα ξανά, μέρες του 2026, υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες απλώνεται σαν νέφος η αυτοπολλαπλασιαζόμενη θέση «να διώξουμε όπως κι όπως τον Μητσοτάκη». Έτσι δίχως όρια και σχεδόν δίχως κριτήριο.
Μια τέτοια κατάσταση δεν γεννά ποτέ θετική αντιστροφή στη φορά του βέλους των κοινωνικών εξελίξεων προς φιλολαϊκή κατεύθυνση που είναι και το άμεσο ζητούμενο. Μια τέτοια κατάσταση, αν συνεχίσει ως έχει, αν η μαχόμενη Αριστερά και δη η κομμουνιστική και το εργατικό κίνημα μείνουν ως έχουν, η μεν κυβέρνηση θα «πέσει από τα πάνω και από δεξιά» η δε κοινωνικοπολιτική κατάσταση θα χειροτερεύει.

Λοιπόν;
Το κυβερνητικό ζήτημα επανέρχεται άλλη μια φορά με ιδιαίτερη ένταση.
Το θέμα τέθηκε και από τον επανερχόμενο Αλεξη Τσίπρα:
«Πιστεύω, λέει στη δήλωση του μέσα Ιούλη του 2026 στη δύναμη της πολιτικής, γιατί έχει τη δυνατότητα να κάνει τα πράγματα καλύτερα για τους ανθρώπους. Και δεν μπορώ να κατανοήσω καθόλου κάποιους πολύ αριστερούς, τόσο πολύ που λένε ότι ”εμείς δεν θα ασχοληθούμε ποτέ με τη διακυβέρνηση παρά μονάχα στη δεύτερη παρουσία του σοσιαλισμού”, οι οποίοι έχουν την ευκολία να φεύγουν από τα προβλήματα και την ευκολία να το παίζουνε πάντοτε, τζάμπα μάγκες διαμαρτυρόμενοι, αλλά ποτέ αναλαμβάνοντας ευθύνη».
Το κυβερνητικό ζήτημα απασχολεί σύμπαντα τον ελληνικό λαό εξαιτίας της ραγδαίας φθοράς της μητσοτακικής κυβέρνησης, της ατελείωτης επίθεσης στα λαϊκά δικαιώματα και συμφέροντα και στους εθνικολαϊκούς κινδύνους που ελλοχεύουν από την κυβερνητική πολιτική, μια απαραίτητη επισήμανση.
Σε αυτές τις συνθήκες προστέθηκε η δήλωση Τσίπρα.
Σπάνια σε τόσες λίγες προτάσεις περικλείονται τόσες πολλές ανακρίβειες και τόσα παραπλανητικά ψεύδη όσα στη δήλωση Τσίπρα η οποία δημοσιεύτηκε μέσα Ιούλη.
Καμία Αριστερά, είτε επαναστατική είτε μεταρρυθμιστική, δεν είχε και δεν έχει την «ευκολία να φεύγει από τα προβλήματα», καμιά ανεξαίρετα αριστερά δεν έταξε εύκολες λύσεις. Ούτε καν οι αστικές κυβερνήσεις που μεσολάβησαν από το 2008 ως σήμερα. Το αντίθετο.
Ο Τσίπρας και μόνον αυτός είναι που έταζε πως θα σκίσει τα μνημόνια και πως με ένα νόμο θα τα καταργούσε.
Κανένα κόμμα, ούτε καν αστικό, δεν ισχυρίζεται πως μόνο η ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης είναι η μοναδική υπεύθυνη στάση. Ίσα – ίσα. Όλα τα πολιτικά κόμματα, πλην του Αλέξη Τσίπρα, υπογραμμίζουν την υπευθυνότητα που εμπεριέχει αντικειμενικά και η θέση της αντιπολίτευσης.
Η αντιπολίτευση είναι δομικό στοιχείο και της ελληνικής δημοκρατίας.
Το δίλημμα επομένως δεν είναι υπευθυνότητα ή ανευθυνότητα. Το ουσιώδες δίλημμα είναι το «υπευθυνότητα για ποιον και γιατί».
Τέλος, εκεί που ο κύριος Τσίπρας δίνει ρέστα πολιτικής παραποίησης είναι εκεί που ισχυρίζεται πως υπάρχουν αριστερά πολιτικά κόμματα – εδώ εννοεί κυρίως το ΚΚΕ – «που λένε ότι ”εμείς δεν θα ασχοληθούμε ποτέ με τη διακυβέρνηση παρά μονάχα στη δεύτερη παρουσία του σοσιαλισμού”.
Η ιστορική αλήθεια – από την οποία μπορεί ο καθείς να συνάξει σοβαρά συμπεράσματα για το κυβερνητικό ζήτημα σήμερα – άλλα λέει. Το ΚΚΕ για δεκαετίες είτε στήριξε, είτε συμμετείχε σε αστικές κυβερνήσεις.
Συμπεράσματα από την Ιστορία
Στην Ελλάδα, συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην «κυβέρνηση του βουνού», στην Π.Ε.Ε.Α., (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1944). Η Π.Ε.Ε.Α, ως κυβέρνηση των απελευθερωμένων περιοχών της χώρας, έλαβε μέρος στις σοβαρότατες διαπραγματεύσεις που έγιναν κατά το Συνέδριο του Λιβάνου, για το σχηματισμό της μελλοντικής ελληνικής κυβέρνησης.
Η δεύτερη συμμετοχή του ΚΚΕ ήταν σε κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου το 1945.
Η τρίτη και ιδιαίτερα ξεχωριστή, επειδή ήταν επαναστατική, είναι στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (Δεκέμβρης 47 – Αύγουστος 49). Η Προσωρινή Δημοκρατική κυβέρνηση αυτοδιαλύθηκε με την στρατιωτική ήττα και την οργανωμένη οπισθοχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού στην Αλβανία τον Αύγουστο του 1949.
Η τέταρτη συμμετοχή ήταν στην παγκόσμιας δυσφήμησης του κομμουνιστικού κινήματος συγκυβέρνηση ΚΚΕ-ΕΑΡ με τη Νέα Δημοκρατία και αμέσως μετά στη συγκυβέρνηση με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κατά το «βρόμικο 89»
Το ΚΚΕ στην ιστορία του στήριξε επίσης αστικές κυβερνήσεις αλλά δίχως συμμετοχή σε αυτές.
Στόχοι στήριξης αστικών κυβερνήσεων εμφανίστηκαν σε τρεις περιπτώσεις (σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα[1], στήριξη του Γ Παπανδρέου το ΄63, 17% και άθροισμα δημοκρατικών δυνάμεων το ΄81).
Οι στόχοι αυτοί αποδείχτηκαν στόχοι χωρίς προοπτική.
Οι στόχοι στήριξης αστικών κυβερνήσεων προσέθεταν τελικά ένα ακόμα φράγμα απέναντι στην αναγκαία άμεση εργατική ενωτική πολιτική γραμμή και στην αναγκαιότητα της μεγάλης αναμέτρησης. Αποδείχτηκαν στόχοι που περιόριζαν την Αριστερά στο επίπεδο της γενικής πολιτικής και επικοινωνιακής διαμαρτυρίας και στην ανάδειξη εκλογικών στόχων για τη «διεμβόλιση» δήθεν της αστικής εξουσίας
Στην πραγματικότητα ήταν η αστική πολιτική που διαβόλιζε την εργατική πολιτική και την προοπτική της.
Τελικό αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της ηγεμονίας της αστικής πολιτικής και των μορφών της. Η γενική ανάπλαση της πολιτικής του συστήματος μέσω ενός νέου πλάνου μακρόχρονης κοινωνικής εξουθένωσης, πολυδιάσπασης και πολιτικής πειθάρχησης του κόσμου της εργασίας.
Αυτά τα συμπεράσματα έχουν τεράστια αξία για τους ανθρώπους που μάχονται για την κοινωνική χειραφέτηση, για το σήμερα και το αύριο της Αριστεράς.
Το λαϊκό σύνθημα «να πέσει ο Μητσοτάκης» θέτει τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς ξανά, αλλά με διαφορετικούς όρους από 2015, ενώπιον του κυβερνητικού ζητήματος.
Μια πρόταση της Αριστεράς πρέπει να ξεκινά από τη σύγχρονη αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Γιατί, αυτή είναι η μόνη ιστορικά και επιστημονικά βάσιμη διέξοδος στο αδιέξοδο που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός. Η Αριστερά πρέπει να προβάλλει καθαρά και ρεαλιστικά το στρατηγικό αυτό ζήτημα και να μην υποκύπτει σε κοντόθωρες οπτικές.
Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να γειώνεται με την καθημερινή πραγματικότητα, μέσα από ένα άμεσο πρόγραμμα ώριμων και αναγκαίων εργατικών-λαϊκών-δημοκρατικών στόχων.
Η Αριστερά επιβάλλεται και μπορεί να τα δώσει όλα ώστε το εργατικό κίνημα να έχει νίκες – φάρους αισιοδοξίας στον αγώνα για μια αξιοβίωτη ζωή και στην επιδίωξη για την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας και της διακυβέρνησης. Για τα σκοπό αυτό οφείλει να έχει ως σταθερή πολιτική, την πολιτική συγκέντρωσης ισχυρών δυνάμεων από το χώρο της εργασίας και του πνεύματος. Να έχει ως πολιτική τακτική την πολιτική κατάκτησης θέσεων υπέρ της εργατικής πολιτικής, η οποία δεν θα αντικαθιστά την επιδίωξη της αποφασιστικής επίθεσης, αλλά θα προηγείται και θα την προετοιμάζει. Μια τέτοια πολιτική συγκέντρωσης δυνάμεων μπορεί να οδηγήσει στην αναχαίτιση, ήττα και ανατροπή της αστικής πολιτικής.
Η Αριστερά λοιπόν οφείλει να επιστρέψει ως δύναμη εξουσίας.
Η επιστροφή όμως αυτή θα γίνει κάτω από την αντίθεση ανάμεσα στο ότι οι «επάνω δυσκολεύονται να κυβερνούν όπως πριν» καθώς αποδομείται το αστικό κομματικό σύστημα – πρωτίστως από τις ενδοαντιθέσεις του αλλά και από το κίνημα, οι κάτω δεν θέλουν να κυβερνηθούν όπως μέχρι τώρα και στο ότι το εργατικό κίνημα και η Αριστερά δεν βρίσκονται ακόμη στο επίπεδο εκείνο ώστε να μπορούν να αναχαιτίσουν συνολικά σε όφελος του λαού την αστική πολιτική και πολύ περισσότερο να ανοίξουν το δρόμο για την κοινωνική επανάσταση.

Η αντίθεση αυτή θα λυθεί. Επιδιωκόμενο όμως είναι να λυθεί υπέρ των λαϊκών δυνάμεων.
Η σημερινή κατάσταση δημιουργεί όρους για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συσπειρώσεις, για ένα «μέτωπο ρήξης και ανατροπής».
Οι «άμεσοι» εργατικοί στόχοι και πολύ περισσότερο οι υλικές – και όχι επικοινωνιακές – εργατικές ανατροπές ενός τέτοιου μετώπου, θα αποτελούν τον βασικό «κρίκο», το βασικό «όπλο» του εργατικού κινήματος για τις αγωνιστικές κατακτήσεις και αντιστάσεις του σε αντιπαράθεση με την διαρκή αδιαλλαξία, το ρεβανσισμό και τους θεσμούς του συστήματος.
Αυτή είναι και η ουσία της τωρινής πολιτικής μας πρότασης
Η πολιτική αυτή θεμελιώνεται πάνω στην εκτίμηση πως οι βασικοί εργατικοί στόχοι του κινήματος στο έδαφος της διατηρούμενης αστικής κυριαρχίας όχι μόνο διεκδικούν και συγκρούονται, αλλά, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να ανατρέπουν και να κατακτούν.
Το που θα σπάσει, στη βάση τίνος θεμελιώδους ή ποιών θεμελιωδών κοινωνικών στόχων πάλης θα ανατραπεί η κυβερνητική πολιτική, με βάση την ανισόμετρη ανάπτυξη του κινήματος, είναι άγνωστο.
Ωστόσο σε αυτή την αγωνιστική διαδρομή το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να βρίσκει ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε φορά που θα συνδέεται με την επιδίωξη να πέσει η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, το περιεχόμενο και οι μορφές της. Σε αυτή τη διαδρομή το ΠΑΣΟΚ και ο Τσίπρας θα τοποθετούνται εκεί που ανήκουν: Στους πυλώνες του σημερινού απάνθρωπου κοινωνικού συστήματος.
Σε αυτή τη πολιτική λογική το ουτοπικό γίνεται ρεαλιστικό και αναγκαίο. Και γι αυτό αξίζει την υποστήριξη μας.
Το κεφάλαιο, υπογραμμίζει ο περίφημος αμερικάνος μαρξιστής Ντέιβιντ Χάρβεϊ, είναι μια αξία εν κινήσει.
Όταν η κίνηση αυτή ανακοπεί από τις λαϊκές δυνάμεις, τότε το κεφάλαιο «παγώνει». Η κατάσταση αλλάζει.
Και τότε και μόνο τότε μπορεί να αλλάξει προς όφελος μας .
[1] Στις 19 Φεβρουαρίου 1936 υπογράφτηκε μυστικό σύμφωνο μεταξύ του Kόμματος των Φιλελευθέρων και του Παλλαϊκού Μετώπου. Τη συμφωνία υπέγραψε εκ μέρους των Φιλελευθέρων ο αρχηγός του, Θεμιστοκλής Σοφούλης και εκ μέρους του Παλλαϊκού Μετώπου ο βουλευτής του και επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Στέλιος Σκλάβαινας μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου, με βάση το Συμφωνητικό αυτό, αναλάμβανε την υποχρέωση να υποστηρίξει τον υποψήφιο του κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές για το αξίωμα του προέδρου της Βουλής, και επιπλέον να δώσει ψήφο ανοχής στην κυβέρνηση, που θα σχηματιζόταν από το κόμμα των Φιλελευθέρων. Το κόμμα των Φιλελευθέρων αναλάμβανε την υποχρέωση να ικανοποιήσει σε καθορισμένες προθεσμίες, τα συγκεκριμένα αιτήματα που περιλαμβάνονταν στο Συμφωνητικό και αφορούσαν πολιτικά και οικονομικά θέματα.

