Ο Μάνος της αυλής, των δρόμων και τραγουδιών της ζωής μας, της Τέας Βασιλειάδου

 

Κάθε Σεπτέμβρη, η μνήμη επιστρέφει στην ίδια αυλή. Στο σπίτι του Μάνου Λοΐζου, εκεί που με δέχτηκε ένα μεσημέρι για να μιλήσουμε για την επικείμενη εμφάνισή του στο 2ο Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή στην Καισαριανή.

Δεν θυμάμαι πια τι ακριβώς συζητήσαμε, σίγουρα η κουβέντα ξέφευγε από τα τυπικά, ταξιδεύαμε στους δρόμους του. Θυμάμαι το φως εκείνης της αυλής και, πάνω από όλα, τη γλυκύτητα ενός ανθρώπου που κουβαλούσε στους ώμους του τη μουσική μιας ολόκληρης γενιάς, δίχως ίχνος έπαρσης. Ο Μάνος δεν μιλούσε πολύ· είχε μια στοργική, σχεδόν παιδική συστολή και μαζί πείσμα και αποφασιστικότητα.  Οι σιωπές του δεν ήταν κενές· ήταν γεμάτες από μια εσωτερική μουσική, ένα καταφύγιο όπου γεννιόταν η επόμενη μελωδία. Ήταν ένας άνθρωπος φτιαγμένος από ατόφια τρυφερότητα, που σε κοιτούσε στα μάτια και ένιωθες ότι σε υπερασπίζεται πριν καν σε γνωρίσει.

Εκεί, στις γειτονιές της Καισαριανής, ντυμένες ακόμα με την προσφυγιά και το αποτύπωμα της αντίστασης, πρωτακούσαμε τα «Τραγούδια του Δρόμου». Ήταν η εποχή που η μεταπολίτευση έβραζε. Ψάχναμε διέξοδο, και ο Μάνος έδωσε φωνή σε αυτό που έκαιγε μέσα μας. Τα τραγούδια του δεν ήταν φτιαγμένα για τα σαλόνια· γεννήθηκαν για να τραγουδιούνται με υψωμένες γροθιές, σε πορείες, κάτω από τον ήλιο της διεκδίκησης.

Σήμερα, δεκαετίες μετά, βάζω να ακούσω την «Τζιμινιέρα». Τότε, μέσα στον νεανικό μας ενθουσιασμό, φάνταζε ένα καθαρά ορμητικό, ανατρεπτικό εμβατήριο σε στίχους του Φώντα Λάδη. Ο εργάτης που παγώνει το εργοστάσιο, η τάξη που συνειδητοποιεί τη δύναμή της. Σήμερα, όμως, το ίδιο τραγούδι μού ακούγεται αλλιώς. Είναι ένα τραγούδι που κρύβει μαζί τη νίκη και την ήττα. Η τζιμινιέρα που πάγωσε είναι η νίκη της απεργίας, η στιγμή που το δίκιο επιβάλλεται. Αλλά την ίδια στιγμή, είναι και η αποτύπωση της σκληρής καθημερινότητας: το κρύο σπίτι, το άδειο τραπέζι, το μεροκάματο που χάνεται, η αιώνια πάλη που δεν τελειώνει με μια μόνο μάχη. Αυτή ήταν η μεγαλοφυΐα του Λοΐζου. Δεν έγραφε στεγνές πολιτικές διακηρύξεις. Έγραφε για την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από την ανθρώπινη σάρκα, με όλη της την οδύνη και το μεγαλείο.

Αυτή η βαθιά κατανόηση του ανθρώπου διαπερνά ολόκληρο το έργο του, χάρη και στους σπουδαίους συνοδοιπόρους του. Ο Μάνος είχε το χάρισμα να μετατρέπει τις λέξεις των στιχουργών του σε συλλογική ψυχή. Με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο έφτιαξαν έναν ολόκληρο κόσμο, από τις «Θαλασσιογραφίες» μέχρι το «Αχ χελιδόνι μου», ενώ με τον Γιάννη Νεγρεπόντη στα «Νέγρικα» έδωσαν φωνή στον παγκόσμιο πόνο της καταπίεσης. Και βέβαια, ο Μανώλης Ρασούλης στα «Τραγούδια της Χαρούλας», όπου το πολιτικό έγινε βαθιά υπαρξιακό. Δίπλα στα εμβατήρια του δρόμου, μας χάρισε μερικές από τις πιο λυρικές και τρυφερές στιγμές της ελληνικής μουσικής.

Και εδώ κρύβεται το μεγάλο του μυστικό: ο Μάνος έγραφε τραγούδια πολύ σοβαρά, πολύ ουσιαστικά, στα οποία όμως συχνά έβαζε μελωδίες φαινομενικά ανάλαφρες. Σαν ένα παιδικό τραγούδι για μεγάλα παιδιά. Έπαιρνε τον πιο βαθύ καημό, την πιο σκληρή αλήθεια, και την τύλιγε με μια αθωότητα που σε ξάφνιαζε, κάνοντας το βάρος να μοιάζει υποφερτό, σχεδόν λυτρωτικό. Δίπλα στα εμβατήρια του δρόμου, μας χάρισε μερικές από τις πιο λυρικές στιγμές της ελληνικής μουσικής, αποδεικνύοντας ότι ο άνθρωπος του αγώνα δεν είναι μια μονοδιάστατη μηχανή, αλλά ένα ον γεμάτο έρωτα, νοσταλγία και αμφιβολίες.

Και φυσικά, υπάρχει εκείνο το συγκλονιστικό ζεϊμπέκικο. «Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας». Μια μουσική χωρίς λόγια, που όμως τα λέει όλα. Ένας ρυθμός δωρικός, βαρύς, γεμάτος αξιοπρέπεια και εσωτερική ένταση. Ο Λοΐζος κατάφερε να απογυμνώσει το λαϊκό αίσθημα από κάθε περιττό στολίδι και να παραδώσει ένα διαχρονικό μνημείο υπερηφάνειας, που χορεύεται με το κεφάλι ψηλά, κόντρα σε κάθε είδους καταπίεση.

Η στάση του απέναντι στη ζωή είχε την ίδια δωρικότητα. Όταν το 1974 του ζητήθηκε να αφαιρέσει μια στροφή από τον «Στρατιώτη» (σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου) για να περάσει από τη λογοκρισία, εκείνος αρνήθηκε πεισματικά. Προτίμησε να κυκλοφορήσει το τραγούδι με «σφυρίγματα» στα επίμαχα σημεία, μετατρέποντας την απαγόρευση στην πιο ηχηρή καταγγελία.

Όμως, το πιο συγκλονιστικό κομμάτι της ύπαρξής του ήταν ίσως η ίδια η προφητική του σχέση με τον χρόνο. Ο Μάνος έμοιαζε να βιάζεται, σαν να γνώριζε μέσα του ότι ο δικός του χρόνος ήταν μετρημένος. Δημιουργούσε με μια ήσυχη αλλά ασταμάτητη ορμή, αφήνοντας πίσω του έργο που άλλοι θα χρειάζονταν τρεις ζωές για να ολοκληρώσουν. Και όταν το σώμα του άρχισε να τον προδίδει, εκείνος επέλεξε να αντιμετωπίσει τη φθορά με μια αφοπλιστική, σχεδόν ποιητική γενναιοδωρία, σκορπίζοντας μελωδίες μέχρι την τελευταία στιγμή. Σαν να άκουγε ο ίδιος τους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, που μελοποίησε με τόση ευλάβεια: «Δεν θα ’χεις άλλο πάρ’ εξ μοναχά να ζεις, / πρέπει να την επάρεις σοβαρά τη ζωή…»

Όλα αυτά ήρθαν και δέθηκαν εκείνη τη μέρα του αποχαιρετισμού. Θυμάμαι το ανθρώπινο ποτάμι στο Πρώτο Νεκροταφείο, μια λαοθάλασσα που είχε πλημμυρίσει τους δρόμους για να τον προπέμψει στην αθανασία. Δεν υπήρχε παγωμένη θλίψη σε εκείνη την πορεία· υπήρχε μια συγκλονιστική ζωντάνια, καθώς χιλιάδες φωνές τον αποχαιρετούσαν τραγουδώντας τις δικές του μελωδίες. Το πλήθος δεν έκλαιγε απλώς έναν χαμένο δημιουργό, αλλά τραγουδούσε τον ίδιο του τον εαυτό, τις δικές του ελπίδες που ο Μάνος είχε ντύσει με νότες. Εκείνη τη μέρα ένιωθες ότι ο Μάνος δεν έφευγε, αλλά μετακόμιζε οριστικά μέσα στις καρδιές μας.

Ο Μάνος Λοΐζος έφυγε νωρίς, αλλά η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή. Μας έμαθε ότι η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι σκληρή για να είναι επαναστατική. Χρειάζεται απλώς να είναι βαθιά ανθρώπινη. Όπως εκείνη η αυλή στο σπίτι του…

Ο Μάνος Λοίζος πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1982, σε ηλικία 44 ετών, πριν 44 χρόνια

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ