Η αποβιομηχάνιση, το κεφάλαιο και η εργατική τάξη στην Ελλάδα 2010–2026, του Νίκου Δαμιανάκη

 

Η συζήτηση για τη βιομηχανία στην Ελλάδα κινείται ανάμεσα σε δύο αντίθετες εικόνες. Από τη μία, αντιμετωπίζεται ως κατάλοιπο του βιομηχανικού εικοστού αιώνα. Από την άλλη, κάθε κλείσιμο εργοστασίου επαναφέρει το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της εισαγωγικής εξάρτησης και της βαρύτητας του τουρισμού, των υπηρεσιών και των ακινήτων. Η αντίφαση δεν είναι μόνο ελληνική. Διεθνώς, η αποβιομηχάνιση συνδέθηκε με απώλεια σταθερής εργασίας, αποδιάρθρωση παραγωγικών δικτύων και αποδυνάμωση εργατικών κοινοτήτων. Στην Ελλάδα, η κρίση μετά το 2010 επιτάχυνε μια ήδη υπάρχουσα παραγωγική υποχώρηση, χωρίς η μεταγενέστερη ανάκαμψη να ανατρέψει το μοντέλο συσσώρευσης.
Η βιομηχανία δεν είναι απλώς ένας ακόμη κλάδος της οικονομίας. Ο Μαρξ στον Α’ τόμο του Κεφαλαίου ανέλυσε τη μεγάλη βιομηχανία ως πεδίο όπου η κοινωνικοποίηση της παραγωγής συνυπάρχει με την αυστηρότερη υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Η μηχανική παραγωγή συγκεντρώνει εργαζομένους, επιστημονική γνώση, πρώτες ύλες, τεχνολογία και σύνθετα δίκτυα συνεργασίας, μετατρέποντας το προϊόν σε αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας. Ο Ένγκελς στο Αντι-Ντύρινγκ ανέδειξε την αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ιδιωτική ιδιοποίηση του αποτελέσματός της. Ο Λένιν στην Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία και ο Μαντέλ στον Ύστερο Καπιταλισμό συνέχισαν αυτή τη γραμμή, δείχνοντας ότι η βιομηχανική ανάπτυξη κοινωνικοποιεί την εργασία και ενισχύει τον συντονισμό, χωρίς να καταργεί την εκμετάλλευση.

Η συζήτηση για την αποβιομηχάνιση αφορά επομένως κάτι περισσότερο από την απώλεια εργοστασίων. Αφορά το ποιος ελέγχει τις παραγωγικές δυνάμεις, ποια μορφή παίρνει η εργασία και ποια θέση καταλαμβάνει μια χώρα στον διεθνή καταμερισμό παραγωγής.

 

Το εργοστάσιο δεν παράγει μόνο εμπορεύματα

Η σημασία της βιομηχανίας δεν εξαντλείται στην ποσότητα των προϊόντων που παράγονται. Το εργοστάσιο αποτελεί ταυτόχρονα χώρο κοινωνικών σχέσεων, πειθαρχίας, γνώσης, συλλογικών ταυτοτήτων και μορφών συνείδησης. Ο εργαζόμενος βιώνει καθημερινά ότι η παραγωγή δεν είναι ατομική πράξη αλλά αποτέλεσμα συντονισμένης εργασίας πολλών ανθρώπων και της συγκέντρωσης εργαζομένων σε κοινούς χώρους και διαδικασίες καθημερινής εργασίας, κάτι που στην κατακερματισμένη εργασία συχνά γίνεται λιγότερο ορατό.

Ο Αντόνιο Γκράμσι στo «Αμερικανισμός και Φορντισμός», έδειξε ότι ο φορντισμός δεν ήταν απλώς τεχνική οργάνωσης της παραγωγής. Επιχειρούσε να διαμορφώσει έναν νέο τύπο εργαζομένου, προσαρμόζοντας χρόνο, συνήθειες, πειθαρχία και τρόπο ζωής στις απαιτήσεις του εργοστασίου. Η βιομηχανία επομένως γίνεται πεδίο όπου παραγωγή, εξουσία και ιδεολογία συμπλέκονται.

Η συγκέντρωση εργαζομένων στον ίδιο χώρο και η κοινή εξάρτηση από τον εργοδότη μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρότερες προϋποθέσεις συλλογικής ταυτότητας και συνδικαλιστικής οργάνωσης. Δεν παράγουν όμως αυτόματα ταξική συνείδηση, αφού η ίδια διαδικασία γεννά ανταγωνισμό, ιεραρχία και φόβο απόλυσης. Ο Χάρι Μπράβερμαν στο Labor and Monopoly Capital έδειξε επίσης ότι η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ενίσχυση του διευθυντικού ελέγχου και αφαίρεση γνώσης από τον εργαζόμενο. Γι’ αυτό η εργατική τάξη δεν ταυτίζεται μόνο με τον βιομηχανικό εργάτη. Όπως σημείωνε ο Μαντέλ, οι μορφές βιομηχανικής οργάνωσης επεκτείνονται και στις υπηρεσίες, χωρίς να αναιρείται η στρατηγική σημασία της υλικής παραγωγής.

 

Η βιομηχανία στην Ελλάδα από το 2010 έως το 2026

Η κρίση που ξέσπασε το 2009–2010 δεν δημιούργησε από το μηδέν την ελληνική αποβιομηχάνιση. Έπληξε μια παραγωγική βάση που είχε ήδη απωλέσει μέρος του ειδικού της βάρους και επιτάχυνε μια πορεία υποχώρησης που είχε αρχίσει νωρίτερα. Με έτος βάσης το 2010=100, ο μέσος ετήσιος δείκτης βιομηχανικής παραγωγής βρισκόταν στις 117,46 μονάδες το 2008, υποχώρησε στις 106,28 το 2009, στις 99,96 το 2010, στις 94,31 το 2011, στις 92,39 το 2012, στις 89,52 το 2013 και στις 87,81 το 2014. Πρόκειται για απώλεια 25% μεταξύ 2008 και 2014 και περίπου 12% μόνο μεταξύ 2010 και 2014. Από το 2015 καταγράφεται σταδιακή σταθεροποίηση, χωρίς όμως να ανακτάται το παραγωγικό έδαφος της κρίσης.

Εντονότερη είναι η εικόνα της μεταποιητικής απασχόλησης. Το 2010 καταγράφονταν περίπου 468.275 εργαζόμενοι, το 2011 περίπου 409.700, το 2012 περίπου 351.425, το 2013 περίπου 324.725 και το 2014 μόλις 316.450. Μέσα σε τέσσερα χρόνια χάθηκαν περίπου 152.000 θέσεις εργασίας, σχεδόν το ένα τρίτο της μεταποιητικής απασχόλησης. Από το χαμηλό του 2014 ακολούθησε ανάκαμψη και το 2025 ο αριθμός είχε φθάσει περίπου στις 422.575 θέσεις, παραμένοντας χαμηλότερος από το 2010. Το ίδιο δείχνει μελέτη της PwC, σύμφωνα με την οποία κατά την περίοδο 2008–2018 σταμάτησαν να λειτουργούν 26.570 μεταποιητικές επιχειρήσεις και χάθηκαν περίπου 160.000 θέσεις εργασίας. Η αποβιομηχάνιση επομένως δεν υπήρξε αφηρημένη μεταβολή δεικτών αλλά διαδικασία που άλλαξε τον παραγωγικό και κοινωνικό χάρτη της χώρας.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται συγκεκριμένα εργοστάσια. Μόνο την περίοδο 2012–2016 καταγράφηκε η διακοπή λειτουργίας τουλάχιστον δεκαοκτώ μονάδων. Ανάμεσά τους ήταν η Αθηναϊκή Χαρτοποιία–Softex, που έκλεισε οριστικά το 2016 αφήνοντας περίπου 200 εργαζομένους χωρίς εργασία, η ContiTech IMAS στον Βόλο, η VIS, η μονάδα της Λεβεντέρης και το τελευταίο παραγωγικό εργοστάσιο της PepsiCo-Ήβη στα Οινόφυτα. Η περίοδος συνέπεσε με κατάρρευση επενδύσεων, οι οποίες εκτιμούνταν περίπου 62% χαμηλότερα από την αρχή της κρίσης. Η συρρίκνωση δεν περιορίστηκε σε έναν κλάδο ούτε σε μία μορφή ιδιοκτησίας.

Στον αγροτοσυνεταιριστικό χώρο, η ΑΓΝΟ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δημιουργήθηκε το 1950 ως συνεταιριστική επιχείρηση, πέρασε αργότερα στην Αγροτική Τράπεζα και από το 2003 στον ιδιωτικό όμιλο Κολιός. Τον Μάρτιο του 2013 σταμάτησε η παραγωγική της δραστηριότητα και το 2014 κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η περίπτωση δείχνει ότι χρειάζεται ακρίβεια όταν γίνεται λόγος για συνεταιριστική βιομηχανία, αφού η ΑΓΝΟ είχε ιδιωτικοποιηθεί χρόνια πριν από το λουκέτο. Η ΔΩΔΩΝΗ δεν έκλεισε αλλά πέρασε το 2012 από την Αγροτική Τράπεζα στην SI Foods, ενώ η συνεταιριστικής καταγωγής ΣΕΚΑΠ πέρασε το 2013 στην Donskoy Tabak και το 2018 στην Japan Tobacco International. Στην τελευταία περίπτωση η παραγωγή διατηρήθηκε και ακολούθησαν επενδύσεις. Η υποχώρηση του συνεταιριστικού τομέα συνεπώς πήρε και τη μορφή μεταβολής του ιδιοκτησιακού ελέγχου.

Ανάλογη διάκριση χρειάζεται για την κρατική ή κρατικά ελεγχόμενη βιομηχανία. Στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης αποφασίστηκε το 2014 το κλείσιμο των εργοστασίων των Σερρών και της Ορεστιάδας, ενώ είχε ήδη προηγηθεί μεγάλη συρρίκνωση της τευτλοκαλλιέργειας. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν από περίπου 23.279 εκτάρια το 2009 σε 5.755 το 2013 και 6.245 το 2014, δείχνοντας την υποχώρηση ολόκληρης της παραγωγικής αλυσίδας. Στην ΕΛΒΟ, το Δημόσιο ανέλαβε ξανά τον έλεγχο το 2010, αλλά η επιχείρηση τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση το 2014 και παρέμεινε σε αυτό το καθεστώς μέχρι το 2020, πριν τα περιουσιακά στοιχεία της μεταβιβαστούν σε ιδιώτες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η ΛΑΡΚΟ, μία από τις σημαντικότερες καθετοποιημένες μεταλλουργικές επιχειρήσεις της χώρας. Τέθηκε σε ειδική διαχείριση το 2020 και από το καλοκαίρι του 2022 δεν έχει παραγωγική λειτουργία. Το 2024 το Υπουργείο Οικονομικών αναγνώριζε ότι ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης θα απαιτούνταν σημαντικές επενδύσεις και χρόνος για να επανεκκινήσει το βιομηχανικό συγκρότημα. Παράλληλα είχαν διατεθεί από το Δημόσιο ποσά για μισθοδοσία και αποζημιώσεις. Η ΛΑΡΚΟ δείχνει τη διαφορά ανάμεσα στη νομική και οικονομική διατήρηση μιας επιχείρησης και στη διατήρηση της παραγωγικής της λειτουργίας, καθώς μια εγκατάσταση μπορεί να παραμένει υλικά παρούσα ενώ η παραγωγή, η τεχνογνωσία και η εργασιακή κοινότητα αποσυντίθενται.

Στον ιδιωτικό τομέα το κύμα λουκέτων συνεχίστηκε και μετά την οξεία μνημονιακή περίοδο. Η ΔΕΛΤΑ έκλεισε το εργοστάσιο του εβαπορέ «Βλάχας» στο Πλατύ Ημαθίας, η Frigoglass την παραγωγική μονάδα της στην Κάτω Αχαΐα, η Schneider Electric σταμάτησε το 2020 την παραγωγή μετασχηματιστών στα Οινόφυτα και η BSH τερμάτισε το 2021 την παραγωγή στο ιστορικό εργοστάσιο Πίτσος στον Ρέντη. Το 2023 έκλεισαν το εργοστάσιο της Tupperware στη Θήβα, η μονάδα της Reckitt Benckiser στο Βασιλικό Χαλκίδας και οι εγκαταστάσεις της Crown Hellas Can στην Πάτρα και στην Κόρινθο. Το 2024 η BA Glass έκλεισε το εργοστάσιο «Γιούλα» στο Αιγάλεω, το τελευταίο εργοστάσιο παραγωγής γυάλινης συσκευασίας στην Ελλάδα, ενώ η Sonoco Hellas ανακοίνωσε το κλείσιμο των δύο εργοστασίων της σε Θεσσαλονίκη και Κιλκίς.

Οι αιτίες δεν ήταν παντού ίδιες. Σε ορισμένες περιπτώσεις κυριάρχησαν η πτώση της ζήτησης και τα χρέη, σε άλλες το ενεργειακό ή μεταφορικό κόστος, σε άλλες η τεχνολογική απαξίωση και σε αρκετές η αναδιάρθρωση διεθνών ομίλων που επέλεξαν να συγκεντρώσουν την παραγωγή σε άλλες χώρες. Η διακοπή παραγωγής στην Ελλάδα δεν σημαίνει αναγκαστικά παύση της ίδιας παραγωγής διεθνώς. Συχνά σημαίνει μεταφορά της σε διαφορετικό σημείο της αλυσίδας αξίας, όπου το κόστος, η ενέργεια, η φορολογία ή η αγορά εργασίας θεωρούνται ευνοϊκότερα.

Η πορεία αυτή δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως αδιάκοπη πτώση μέχρι το 2026. Μετά το χαμηλό της περιόδου 2013–2014 εμφανίζεται πραγματική ανάκαμψη. Η μεταποιητική παραγωγή αυξήθηκε έντονα το 2021, ενώ ο συνολικός δείκτης βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε κατά 2,3% το 2025. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 ο συνολικός δείκτης αυξήθηκε κατά 2,7% και η μεταποίηση κατά 2,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Τον Ιούλιο του 2026 η συνολική βιομηχανική παραγωγή ήταν μειωμένη κατά 1,2% σε ετήσια βάση, αλλά η μεταποίηση εμφάνιζε αύξηση 1,9%. Πρόκειται για ανάκαμψη από χαμηλό σημείο εκκίνησης και όχι για επιστροφή στην παραγωγική δομή πριν από την κρίση.

Η περιορισμένη βιομηχανική βαρύτητα φαίνεται και στη δομή της οικονομίας. Το 2024 οι υπηρεσίες παρήγαγαν το 78,8% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στην Ελλάδα, έναντι 73,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προστιθέμενη αξία της μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας μεταποίησης αντιστοιχούσε περίπου στο 2% της συνολικής προστιθέμενης αξίας στην Ελλάδα, έναντι 5,21% στην ΕΕ, ενώ οι επενδύσεις έφθαναν στο 8,5% του ΑΕΠ, έναντι 12,6% στην ΕΕ. Το πρόβλημα επομένως αφορά και τη θέση της ελληνικής παραγωγής στην τεχνολογική ιεραρχία του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας.

Την ίδια στιγμή, το κράτος δεν έχει αποσυρθεί από τη βιομηχανική πολιτική αλλά παρεμβαίνει επιλεκτικά. Το 2023 εγκρίθηκε ελληνικό καθεστώς με συνολικό εκτιμώμενο προϋπολογισμό 1,36 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021–2030, ώστε να αντισταθμίζεται μέρος του έμμεσου κόστους των δικαιωμάτων CO₂ για ενεργοβόρες και διεθνώς δραστηριοποιημένες βιομηχανίες. Από τα έσοδα δημοπρασιών δικαιωμάτων εκπομπών διατέθηκαν περίπου 264,8 εκατ. ευρώ από τα έσοδα του 2023 και 272,4 εκατ. από τα έσοδα του 2024. Το 2026 εγκρίθηκε επιπλέον καθεστώς 405 εκατ. ευρώ για τη μείωση επιβαρύνσεων ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Η επίσημη αιτιολόγηση είναι η αποτροπή της μετεγκατάστασης παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ισχυρή στήριξη έχει δεχθεί και η φαρμακοβιομηχανία. Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργήθηκε δράση επενδυτικού clawback (συμψηφισμός επενδύσεων) με δημόσιο προϋπολογισμό 250 εκατ. ευρώ, συνδεδεμένη με επενδυτικά σχέδια άνω των 500 εκατ. ευρώ για παραγωγή, έρευνα, τεχνολογία και νέες θέσεις εργασίας. Το 2024 προβλέφθηκαν επίσης σημαντικά ποσά για συμψηφισμό υποχρεωτικών επιστροφών με δαπάνες κλινικών μελετών, Έρευνας και Ανάπτυξης και επενδύσεις. Η δημόσια πολιτική συνεπώς δεν αντιμετωπίζει όλους τους κλάδους ισότιμα αλλά προκρίνει δραστηριότητες που θεωρούνται στρατηγικές, εξαγωγικές, ενεργοβόρες ή υψηλότερης τεχνολογικής έντασης.

Προκύπτει έτσι μια πιο σύνθετη εικόνα από το σχήμα ενός κράτους που απλώς εγκατέλειψε τη βιομηχανία. Η παραγωγή ανακάμπτει σε ορισμένους κλάδους, συγκεκριμένες επιχειρήσεις επιδοτούνται με σημαντικούς δημόσιους πόρους και νέες επενδύσεις πραγματοποιούνται, ενώ άλλες παραγωγικές αλυσίδες συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται. Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει αυξανόμενο δείκτη μεταποιητικής παραγωγής και ταυτόχρονα να χάνει την τελευταία εγχώρια υαλουργία ή να διατηρεί τη ΛΑΡΚΟ εκτός παραγωγής.

 

Η γεωγραφία του κεφαλαίου και η αναδιάταξη της συσσώρευσης του.

Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, ιδιαίτερα στο The Limits to Capital, προσφέρει ένα χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση της αποβιομηχάνισης μέσω της έννοιας του χωρικού διακανονισμού. Όταν το κεφάλαιο συναντά προβλήματα κερδοφορίας σε έναν τόπο, μπορεί να μετακινηθεί προς νέες αγορές, γεωγραφικές ζώνες ή διαφορετικές μορφές επένδυσης. Η κινητικότητα αυτή συγκρούεται όμως με την ακινησία του πάγιου κεφαλαίου. Εργοστάσια, υποδομές, τεχνικές δεξιότητες και εργατικές κοινότητες δεν μπορούν να μεταφερθούν με την ίδια ευκολία. Έτσι, η αποβιομηχάνιση μπορεί να σημαίνει απαξίωση ολόκληρου παραγωγικού χώρου, μαζί με προμηθευτές, τεχνικά επαγγέλματα, τοπικά δίκτυα, συσσωρευμένη γνώση και δυνατότητες συλλογικής οργάνωσης.

Η διαδικασία αυτή δεν ευνοεί ένα ενιαίο και ομοιογενές κεφάλαιο. Διαφορετικές μερίδες έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Ένας βιομηχανικός όμιλος που πλήττεται από υψηλό ενεργειακό κόστος δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με μια εισαγωγική επιχείρηση, έναν χρηματοπιστωτικό οργανισμό ή ένα επενδυτικό κεφάλαιο ακινήτων. Ο Κώστας Λαπαβίτσας στο Profiting Without Producing δείχνει πώς η χρηματιστικοποίηση διευρύνει τους μηχανισμούς άντλησης κέρδους πέρα από την άμεση παραγωγική επένδυση, ενώ ο Τζοβάνι Αρίγκι στο The Long Twentieth Century συνδέει ιστορικά τη στροφή προς χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες με ώριμες φάσεις καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Στην ελληνική περίπτωση, ορισμένες μερίδες κεφαλαίου μπορούν να βρίσκουν υψηλότερη ή ασφαλέστερη κερδοφορία έξω από τη μακροχρόνια βιομηχανική επένδυση. Πρόκειται κυρίως για το εισαγωγικό και εμπορικό κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στη διακίνηση προϊόντων και εξοπλισμού, για τμήματα του ναυτιλιακού, λιμενικού και εφοδιαστικού κεφαλαίου που συνδέονται με τις διεθνείς μεταφορές και τα logistics, για το τραπεζικό και ευρύτερο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, καθώς και για τα funds και τους servicers που διαχειρίζονται χρέος και περιουσιακά στοιχεία. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν επίσης το κτηματικό κεφάλαιο και οι επενδύσεις σε κατοικίες, εμπορικά ακίνητα, αποθηκευτικούς χώρους και μεγάλα έργα αστικής ανάπτυξης. Παράλληλα, το τουριστικό κεφάλαιο κατευθύνεται σε ξενοδοχειακές μονάδες, resorts, τουριστικές κατοικίες, μαρίνες και μικτές αναπτύξεις τουρισμού και real estate, τομείς που προσελκύουν σημαντικές επενδύσεις και δημόσια κίνητρα.

Η αποβιομηχάνιση επομένως δεν σημαίνει ότι το κεφάλαιο συνολικά κερδίζει. Μπορεί όμως να μεταβάλει τον εσωτερικό συσχετισμό του, ενισχύοντας μερίδες που συνδέονται με τις εισαγωγές, τις μεταφορές, τον τουρισμό, τα ακίνητα, τις κατασκευές και τη χρηματοπιστωτική διαχείριση, ενώ τμήματα του εγχώριου μεταποιητικού κεφαλαίου με υψηλές ενεργειακές ανάγκες, μεγάλο πάγιο κόστος και μικρότερη δυνατότητα γεωγραφικής μετακίνησης πιέζονται περισσότερο. Στην ελληνική περίπτωση, λοιπόν, η αποβιομηχάνιση μπορεί να ιδωθεί και ως τμήμα μιας ευρύτερης αναδιάταξης της συσσώρευσης προς δραστηριότητες εμπορίου, τουρισμού, ακίνητης περιουσίας, μεταφορών και χρηματοπιστωτικής διαχείρισης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η βιομηχανία παύει να αποτελεί πεδίο σημαντικών και συχνά ιδιαίτερα κερδοφόρων επενδύσεων.

Η διαδικασία έχει και ιδεολογικές συνέπειες. Η διάλυση συγκεντρωμένων εργατικών χώρων, σταθερών εργασιακών συλλογικοτήτων και ισχυρών σωματείων μπορεί να ευνοεί την εξατομίκευση της εργασίας, την ευελιξία και την ιδεολογία του ατομικού ανταγωνισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποβιομηχάνιση σχεδιάζεται συνολικά από το κεφάλαιο με σκοπό την αποδυνάμωση της εργατικής τάξης. Σημαίνει όμως ότι ορισμένες μορφές της μπορούν να διασπούν τις υλικές βάσεις πάνω στις οποίες συγκροτήθηκαν ιστορικά συλλογικές εργατικές ταυτότητες και να μεταβάλλουν τον ταξικό συσχετισμό υπέρ του κεφαλαίου.

 

Γιατί η μαρξιστική σκέψη αντιμετωπίζει αρνητικά την καταστροφή της βιομηχανικής βάσης;

Θα ήταν αναχρονιστικό να υποστηρίξει κανείς ότι ο Μαρξ (στο Κεφάλαιο και στις Grundrisse) ανέπτυξε μια θεωρία της «αποβιομηχάνισης» με τη σημερινή σημασία του όρου. Το ζήτημα που αντιμετώπιζε στον 19ο αιώνα ήταν σχεδόν το αντίθετο, δηλαδή η θυελλώδης επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής και η διάλυση παλαιότερων κοινωνικών και παραγωγικών μορφών από το κεφάλαιο.

Ωστόσο, από τη μαρξική προβληματική προκύπτει κάτι ουσιαστικό για τη σημερινή συζήτηση. Η δυνατότητα υπέρβασης του καπιταλισμού δεν θεμελιώνεται στην επιστροφή σε χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων αλλά στην αντίφαση ανάμεσα στις κοινωνικοποιημένες παραγωγικές δυνατότητες και στις καπιταλιστικές σχέσεις που τις περιορίζουν. Ο Μαρξ (στις Grundrisse) έβλεπε στην αυξανόμενη ενσωμάτωση της επιστήμης και της κοινωνικής γνώσης στην παραγωγή μια βαθιά μεταβολή της ίδιας της παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας.

Ο Μαντέλ στο έργο Ύστερος Καπιταλισμός επανέφερε αυτή την αντίφαση στον εικοστό αιώνα, υποστηρίζοντας ότι η ιστορικά προοδευτική πλευρά του καπιταλισμού συνίσταται ακριβώς στην τεράστια ανάπτυξη της παραγωγικότητας, της μηχανικής παραγωγής και της αντικειμενικής κοινωνικοποίησης της εργασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εργοστάσιο πρέπει να σωθεί ανεξαρτήτως κοινωνικής χρησιμότητας, ούτε ότι κάθε αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής είναι από μόνη της προοδευτική. Σημαίνει ότι η μαζική καταστροφή παραγωγικών ικανοτήτων δεν συνιστά κάποια αυτόματη κίνηση προς μια ανώτερη κοινωνική μορφή.

Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν μια χώρα δεν αντικαθιστά την παλαιότερη παραγωγή με τεχνολογικά ανώτερη παραγωγική δραστηριότητα αλλά με μεγαλύτερη εισαγωγική εξάρτηση. Εάν κλείσει μια παρωχημένη μονάδα και στη θέση της δημιουργηθεί ένας παραγωγικός κλάδος υψηλότερης τεχνολογίας, έχουμε παραγωγικό μετασχηματισμό. Εάν όμως κλείσει μια μονάδα και τα προϊόντα της απλώς αρχίσουν να εισάγονται, ενώ το κεφάλαιο και η γη μεταφέρονται σε δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικής πολυπλοκότητας, έχουμε διαφορετικού τύπου κοινωνικοοικονομική μεταβολή.

 

Συμπεράσματα

Η υπεράσπιση της βιομηχανικής παραγωγής δεν σημαίνει επιστροφή στον παραγωγισμό του εικοστού αιώνα. Ο Μαρξ (Το Κεφάλαιο, τ. Α΄) συνέδεσε την καπιταλιστική ανάπτυξη με την εξάντληση της εργασίας και της φύσης, ενώ ο John Bellamy Foster ανέπτυξε αυτή τη διάσταση μέσα από την έννοια του μεταβολικού ρήγματος. Το ζητούμενο δεν είναι αδιάκριτη μεγέθυνση, αλλά κοινωνικά χρήσιμη παραγωγή εντός οικολογικών ορίων.

Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι χώρα χωρίς βιομηχανία, αλλά η ανάκαμψη μετά τη μνημονιακή αποδιάρθρωση δεν ισοδυναμεί ακόμη με παραγωγικό μετασχηματισμό. Η βιομηχανική βάση παραμένει σχετικά περιορισμένη, η συμμετοχή της μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας χαμηλή και σημαντικό μέρος κεφαλαίου κατευθύνεται στον τουρισμό και στην ακίνητη περιουσία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η κοινωνία μπορεί να παράγει τα υλικά μέσα της αναπαραγωγής της, να αφομοιώνει τεχνολογία και να οργανώνει παραγωγή υψηλής κοινωνικής χρησιμότητας χωρίς να εξωτερικεύει το οικολογικό κόστος.

Η αποβιομηχάνιση έχει βαθιά ταξική διάσταση, επειδή μαζί με τις μονάδες χάνονται τεχνική γνώση, παραγωγικές αλυσίδες, εργατικές συλλογικότητες και δυνατότητες οργάνωσης. Για τον Μαρξ (Το Κεφάλαιο, τ. Α΄), η μεγάλη βιομηχανία εξέφραζε ταυτόχρονα τη δύναμη της κοινωνικοποιημένης εργασίας και την υποταγή της στο κεφάλαιο. Το τελικό ερώτημα είναι ποια παραγωγική βάση διατηρείται, για ποιες κοινωνικές ανάγκες και υπό ποιον έλεγχο, ώστε οι παραγωγικές δυνάμεις να μην καθορίζονται αποκλειστικά από την κερδοφορία.

Πηγές
Ελληνική Στατιστική Αρχή. (2026). Δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, Ιούλιος 2026. ΕΛΣΤΑΤ.
Ελλάδα 2.0. (2022, 25 Αυγούστου). Φαρμακευτικές επενδύσεις ύψους 519,3 εκατ. ευρώ μέσω του «Ελλάδα 2.0». Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2023, 7 Φεβρουαρίου). Κρατικές ενισχύσεις: Η Επιτροπή εγκρίνει ελληνικό καθεστώς ύψους 1,36 δισ. ευρώ για την αποζημίωση ενεργοβόρων επιχειρήσεων λόγω του έμμεσου κόστους εκπομπών.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2026). Έκθεση χώρας 2026: Ελλάδα. Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2026, 18 Μαΐου). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκρίνει ελληνικό καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ύψους 405 εκατ. ευρώ για τη στήριξη ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
Eurostat. (2025). Key figures on Europe: 2025 edition. Publications Office of the European Union.
PricewaterhouseCoopers Business Solutions S.A. (2022). Εθνική στρατηγική για τη βιομηχανία και σχέδιο δράσης. Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων.
PricewaterhouseCoopers Greece. (2017). Εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων στην Ελλάδα 2016. PwC.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ