Για κάποιο λόγο που δεν μπορεί να είναι μόνο σύμπτωση, πριν δυο-τρεις μέρες ερχόταν συνέχεια στο μυαλό μου το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη «Κόκκινο τριαντάφυλλο». Δεν είναι ένα πολύ αισιόδοξο τραγούδι, καθώς, γραμμένο το 1978, εκφράζει τη μελαγχολία του δημιουργού του για εκείνη την εποχή, όπως τη βίωνε, αλλά ταυτόχρονα προοικονομεί την πιο γενικευμένη μελαγχολία που ακολούθησε αρκετά χρόνια μετά. Η οποία παραμένει κυρίαρχο συναίσθημα σε μεγάλα τμήματα της Αριστεράς, και των αριστερών ανθρώπων, κυρίως των μεγαλύτερων ηλικιών, των δικών μας, που προσηλώθηκαν σε σχέδια μέλλοντος αλλά δεν δικαιώθηκαν. Σαν να μας χρώσταγε η ιστορία και να μην ήρθε στο ραντεβού που είχαμε ορίσει.
Αλλά ξεπερνώντας (ή μήπως όχι;) αυτή την όχι και τόσο εύχαρι διαπίστωση πήγα από στίχο σε στίχο σε εκείνον που λέει «γίναμε όλοι φαντάσματα ζούμε συμβατικά». Και επειδή δεν εννοώ τον εαυτό μου ανάμεσα στα φαντάσματα (αν και πολλοί από τους ανθρώπους εκείνων των παλαιότερων χρόνων κινούνται πλέον μεταξύ μας στη σφαίρα της φαντασίας και της σκέψης), στέκομαι στο συμβατικά, που αποδίδει με ένταση ό,τι σήμερα βιώνουμε. Μια καθημερινότητα που δεν περιμένει εξάρσεις, που δεν έχει εξάρσεις η ίδια, που δεν προσφέρει ενθουσιασμό, ούτε καν αγωνία πέραν εκείνης της επιβίωσης, που «απλώς» συντηρεί τις δυνάμεις και (είμαι βέβαιος) συσσωρεύει εύφλεκτες ύλες, της σκέψης κυρίως (αλλά όχι μόνο), προς χρήσιν σε επόμενη στιγμή.
Και η οποία προφανώς έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που εννοεί ο στίχος ως συμβατικά.
Και σκεφτόμουν πως η δική μας νεότητα δεν ήταν μη συμβατική επειδή ήταν νεότητα, αλλά επειδή η φυσική στη νεότητα αντισυμβατικότητα συνέπεσε με μια περίοδο σκληρής επιβολής, η οποία έδινε σε κάθε συμμετοχή στις κοινωνικές υπόγειες διεργασίες εξεγερτικές διαστάσεις. Δεν ήταν οι δικές μας οι σκέψεις ανατρεπτικές επειδή είχαμε ανάλογο ψυχισμό, αλλά επειδή οι συνθήκες της δικτατορίας το υπαγόρευαν. Και παρά τις διώξεις, τα βασανιστήρια και το φόβο, ή ακριβώς εξ αιτίας τους, διαχεόταν η δύναμη να υπερβείς τον εαυτό σου, το φόβο σου, την αίσθηση αδυναμίας, και να ονειρευτείς το ρεαλισμό, άρα να γεννήσεις μέσα στο μυαλό σου και στις συναναστροφές σου μεγάλες σκέψεις και ιδέες.
Αυτή έφτιαξε τους ανθρώπους που χαρακτηρίσαμε δημιουργούς ονείρων, που μας μετέδωσαν την πεποίθηση πως μπορούμε να μεταθέσουμε τα βουνά και τα σύνορα του κόσμου και ν’ αλλάξουν την πορεία των πλανητών!
Αλλά αντί να γυρίζουμε γύρω από τις απώλειες και να στροβιλιζόμαστε σε σκέψεις από ένα παρελθόν που ήταν ωραίο και που το παρόν το διαψεύδει, κι εμάς μαζί, αντί να ωραιοποιούμε τις αναμνήσεις μας (που ωραίες ήταν αλλά είναι αναμνήσεις) καλά είναι, καλύτερα, να δούμε στα μάτια το τώρα με όσα περιέχει. Τις αθέατες όψεις του και τις κρυμμένες δυνατότητες. Που ακόμη κι αν διαψεύδονται είναι νόμος να επανέρχονται για να υποστούν νέες διαψεύσεις, σε έναν κύκλο που δεν είναι κύκλος γιατί, με τις συσσωρεύσεις των διαψεύσεων, σπάει όταν συγκεντρωθεί η κρίσιμη ύλη και μετατρέπεται σε έκρηξη και σπείρα ανόδου. Κι όσοι ζήσουν αυτή την έκρηξη θα έχουν μετά να αφηγούνται για μια εποχή που συνέτριψε τις συμβατικότητες και θα μελαγχολούν για την εποχή, το τώρα τους, που ξανάγινε συμβατική.
Αυτό είναι το πρόβλημα με τις μελαγχολίες, βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια της νοσταλγίας κι όχι με εκείνα του παρόντος. Που είναι δύσκολο, μονότονο, αντιφατικό, συμβατικό αλλά είναι πραγματικό, το μόνο!
Και επί πλέον, το ηρωικό δεν έχει μια όψη. Δεν είναι μάχες στα μαρμαρένια αλώνια, αναμετρήσεις στην κόψη της ύπαρξης. Κάθε εποχή γεννάει τους δικούς της ηρωισμούς και τα δικά της ιδανικά. Τις απαιτήσεις και τις θυσίες της. Κάτι που δεν εξαρτάται από τις θελήσεις ακόμη και των καλύτερων ανθρώπων. Αυτές μπορούν απλώς να βελτιώνουν την ατμόσφαιρα. Κι όσο πιο άτονη είναι η εποχή τόσο πιο πολύ ο καθημερινός ηρωισμός γίνεται μεγαλύτερος και πιο αξιέπαινος, ίσως και επειδή δεν έχει να σκέφτεται με την ιδιοτέλεια της επιβεβαίωσης και της αποθέωσης στην επόμενη στιγμή. Κανείς δεν θα κάνει μετά 10, 20, 30, 40 50 χρόνια εκδηλώσεις για τις εξεγέρσεις της επιθυμίας του 2026, οι οποίες δεν καταγράφονται στο ιστορικό καλεντάρι.
Όσο για μας, χρειάζεται να πενθήσουμε και να πενθούμε ποικιλοτρόπως τα απωλεσθέντα, αλλά, όπως γίνεται πάντα με το πένθος, πρέπει ταυτόχρονα να αφοσιωθούμε στα νέα σχέδια. Τα οποία είναι πολλά. Κι όσο κι αν δεν εξαρτάται από μας να κάνουμε το παρόν της ζωής μας μη συμβατικό, έχουμε στα χέρια μας τη δύναμη των μικρών συσσωρεύσεων του άγονου καιρού, της κρίσιμης ύλης, που χωρίς αυτήν δεν γεννιούνται άστρα.
Στο κάτω-κάτω, όπως έλεγε η παλιά κινέζικη παροιμία: μην καταριέσαι τη νύχτα, άναψε ένα κερί!
Κι αν κοιτάξετε προσεκτικά μέσα στη νύχτα μας, κάποιες λάμψεις που διακρίνετε δεν είναι από τα άστρα.

