20.6 C
Athens
Κυριακή, 21 Απριλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το δικαίωμα υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης

 

Αλιεύει και προλογίζει η Στέλλα Σάμου

Πηγή: Μωβ

Στο εξαιρετικό άρθρο της η Βιβή Φατούρου θέτει το ερώτημα :

“Πώς από την υπερβολή της αγιοποίησης της μητρότητας κοντεύουμε να οδηγηθούμε στο ότι η γυναίκα που κυοφορεί και γεννάει το μωρό δεν έχει καμία νομική, κοινωνική, ψυχολογική, βιολογική ή άλλη σημασία; Στις μέρες μας ο ισχυρισμός ότι η μητέρα αναπτύσσει ισχυρό δεσμό και συντονισμό με το βρέφος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκλαμβάνεται σχεδόν ως ομοφοβική, σεξιστική ή ιδεολογική θέση ενώ είναι απλώς η πραγματικότητα. Πώς γίνεται όμως οι αλλαγές που όντως συμβαίνουν στον εγκέφαλο άλλων προσώπων που φροντίζουν το μωρό (π.χ. πατέρας) να είναι ισάξιες ή υπέρτερες των αλλαγών που συμβαίνουν στο μυαλό και στο σώμα της γυναίκας που το κυοφορεί για 9 μήνες; Ποιον προσβάλλει αυτή η αυτονόητη επισήμανση; Ποιος σκέφτηκε ότι είναι δυνατόν να αλλάξουμε τα ανθρωπολογικά δεδομένα προκειμένου κάποιοι να μη θίγονται;”

Πριν τρία χρόνια, όταν ήταν έντονος ο δημόσιος διάλογος σχετικά την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, τη γονεικότητα, την μητρότητα και την πατρότητα, διαφαινόταν αρκετά ξεκάθαρα ότι στο υπόβαθρο της όλης συζήτησης, ήταν η προώθηση της πλήρους απαξίωσης της μητρότητας και ταυτόχρονα της υπέρμετρης ανάδειξης της πατρότητας, που συμπυκνώθηκε στην φράση δημοσιογράφου, πρωταγωνιστή του λόμπι των πατεράδων και προνομιούχου συνομιλητή του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης: «Μα καλά για εννέα μήνες ενοίκιο θα πληρώνω μια ζωή;», μία φράση που σφηνώθηκε στο μυαλό κάθε γυναίκας ως ένα δηλητηριώδες αγκάθι.

Τότε, η απαξίωση της μητρότητας γινόταν στο όνομα της “ισότητας των φύλων” στην προσπάθεια περαιτέρω ενδυνάμωσης των ανδρών, αποδίδοντας τους επιπλέον προνόμια και δικαιώματα, όχι όμως και υποχρεώσεις. Τότε οι φεμινιστικές οργανώσεις στο σύνολό τους είχαν αντιδράσει αναδεικνύοντας την alt right κουλτούρα πάνω στην οποία στηριζόταν η προσπάθεια επαναφοράς της φιγούρας του “πατέρα αφέντη”, μέσα από την αντιμεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου.

Σήμερα, στο δημόσιο διάλογο, επανέρχεται με μοντέρνο τεχνολογικά τρόπο το ζήτημα του ελέγχου των αναπαραγωγικών λειτουργιών των γυναικών, μέσω της παρένθετης μητρότητας, εγκαθιδρύοντας την “αντικειμενοποίηση” του γυναικείου σώματος και οδηγώντας στην εμπορευματοποίηση του, γεγονός που προκαλεί μια νέα ιδιότυπη δουλεμπορία εις βάρος τους. Μάλιστα, σήμερα δεν είμαστε απλά αντιμέτωπες με την απαξίωση της μητρότητας, αλλά την απαλοιφή αυτής. Δεν είναι καθόλου αθώα η επιλογή του όρου, που τείνει να επικρατήσει, “παρένθετη κυοφορούσα” αντί του ορθού “παρένθετη μητρότητα”,  καθώς εκφράζει τη βούληση, όσων την χρησιμοποιούν να αποκοπεί η μήτρα από το σύνολο των λειτουργιών του σώματος της γυναίκας και την ψυχοσύνθεσή της, εκλαμβάνοντας τη μήτρα ως ένα “φούρνο” παραγωγής μωρών, καθοδηγώντας μας έτσι σε λογικές “απανθρωποίησης” των γυναικών.

Αυτή τη φορά η πρόφαση, ακόμη για κόμματα της αριστεράς είναι η “ισότητα των πολιτών”, δείχνοντας “ανέμελα” ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι οι έννοιες “ισότητα” και “διαφορετικότητα” δεν είναι αντιθετικές, ή μήπως, εντελώς κυνικά, εννοούν ισότητα στην δυνατότητα εκμετάλλευσης του γυναικείου σώματος;

Παρακάτω το άρθρο της Βιβής Φατούρου από το ιστολόγιό της, Ψυχολογώ:

  1. Βιολογικός περιορισμός ή κοινωνική αδικία; Το παράδειγμα της παρένθετης μητρότητας

Σήμερα πλέον το να μην μπορεί μία γυναίκα μετά από μια συγκεκριμένη ηλικία να τεκνοποιήσει, δεν γίνεται αντιληπτό ως αναπόφευκτος περιορισμός της φύσης ή της βιολογίας, αλλά ως κοινωνική αδικία ή κάποιου είδους καταπίεση. Όπως και το να μην μπορούν δύο άντρες μεταξύ τους να κυοφορήσουν και να γεννήσουν ένα παιδί, επίσης δεν θεωρείται περιορισμός της φύσης ή της βιολογίας, αλλά κοινωνική αδικία. Και στους καιρούς που μεγάλες ομάδες του πληθυσμού ασπάζονται την πολιτική θρησκεία των “ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων” οι προαναφερθείσες αδικίες πρέπει πάση θυσία να αποκατασταθούν.

Σύμφωνα με κάποιες αντιλήψεις, κανένας φυσικός, ηθικός, κοινωνικός ή άλλος περιορισμός δεν πρέπει να εμποδίζει την ικανοποίηση των ατομικών επιθυμιών. Ιδίως μάλιστα όταν κάποιος έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει το χρηματικό αντίτιμο για την ικανοποίησή τους. Κατά συνέπεια κάθε όριο ή περιορισμός,φυσικός ή κοινωνικός, θεωρείται εξορισμού προβληματικός και επιχειρείται η κατάργηση ή υπερκέρασή του.

Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή διαμέσου παρένθετης μητρότητας αρχικά απευθύνθηκε σε γυναίκες που για ιατρικούς λόγους δεν μπορούσαν να τεκνοποιήσουν. Μια ιατρική πρακτική που από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της μέχρι σήμερα (και όχι μόνο όταν άρχισε να επεκτείνεται στα ομόφυλα ζευγάρια), προκάλεσε σφοδρή κριτική, αντιρρήσεις και ενστάσεις κυρίως από φεμινίστριες που επισήμαναν την εκμετάλλευση των γυναικών, την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος και την εμπορευματοποίηση των παιδιών.

Για παράδειγμα η Julie Bindel φεμινίστρια και ακτιβίστρια ενάντια στη βία κατά των γυναικών στην ανάλυσή της για το θέμα αποφαίνεται με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο για την παρένθετη μητρότητα αποκαλώντας την βδέλυγμα και όχι “δικαίωμα” για τους όποιους εντεταλμένους γονείς ανεξάρτητα από το φύλο στο οποίο εκείνοι ανήκουν.

Η φιλοσοφική λογική και ηθική νομιμοποίηση πίσω από την παρένθετη μητρότητα όταν απευθύνεται σε γυναίκες είναι ότι η επιστήμη, η ιατρική, η τεχνολογία μπορούν να συνδράμουν στην αποκατάσταση μιας, ας την ονομάσουμε, “ανωμαλίας”. Κάθε γυναίκα υποτίθεται ότι έχει τις βιολογικές “προδιαγραφές” να κυοφορήσει και να τεκνοποιήσει και όταν αυτό για κάποιο λόγο δεν συμβαίνει πρόκειται για “λάθος” της φύσης. Περίπου όπως όταν κάποιος γεννιέται με ένα χέρι αντί για δύο. Και στην τελευταία αυτή περίπτωση η ιατρική έχει επιχειρήσει να συνδράμει αποκαθιστώντας το άκρο που λείπει, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θα σκεφτόταν να ασχοληθεί με την επιθυμία κάποιου να είχε ένα τρίτο άνω άκρο πέραν των δύο με τα οποία γεννήθηκε. Ίσως μάλιστα μια τέτοια επιθυμία κάποτε να θεωρείτο ότι στερείται λογικής. Και λέμε κάποτε γιατί σήμερα η επιθυμία να αποκτήσει κάποιος ένα μέλος που δεν προβλέπεται από την ανατομία και φυσιολογία του σώματός του (π.χ. μια γυναίκα να αποκτήσει πέος) δεν θεωρείται παράλογη.

“Kανένας φυσικός, ηθικός, κοινωνικός ή άλλος περιορισμός δεν πρέπει να εμποδίζει την ικανοποίηση των ατομικών επιθυμιών.”

Για να επιστρέψουμε στην παρένθετη μητρότητα, όταν στη συζήτηση μπαίνει η επέκτασή της για ένα ζευγάρι αντρών, οι υποστηρικτές της εισάγουν μια αλλαγή παραδείγματος, μια φιλοσοφική μεταστροφή θα λέγαμε κατά την οποία η ιατρική επιστήμη από παρέμβαση για αποκατάσταση μιας “ανωμαλίας” που λέγαμε παραπάνω μετατρέπεται σε παρέμβαση για αποκατάσταση μιας “αδικίας”. Η ανθρώπινη φύση με τον τρόπο αυτό καθίσταται προβληματική, δηλαδή νοηματοδοτείται ως πρόβλημα που χρειάζεται θεραπεία. Η Mary Harrington στο άρθρο της How surrogacy is transforming medicine αναπτύσσει αναλυτικά αυτή τη θέση ισχυριζόμενη ότι μέχρι χτες η ιατρική θα αντιμετώπιζε τους άντρες που δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους παιδί ως κάτι φυσιολογικό (είναι δύο άντρες, φυσικά και δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν, δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα εδώ). Σήμερα αυτή η φυσιολογική “ανικανότητα” δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια αλλά ως ιατρικό ζήτημα που απαιτεί θεραπεία.

Πώς αποκαθίσταται λοιπόν αυτή η αδικία, πώς ικανοποιείται το νεοανακαλυφθέν “δικαίωμα στην γονεϊκότητα” για όλους, ανεξάρτητα από τη δυνατότητά τους να φέρουν στον κόσμο παιδιά; Μα με την ίση και πλήρη πρόσβαση όλων στην αγορά φυσικά. Στην οποία αγορά μια γυναίκα μπορεί να αγοράσει ξένα ωάρια και ένα ζευγάρι ανδρών να ενοικιάσει μία μήτρα. Γιατί βέβαια είναι αφελές να μιλάμε για ανθρωπιστική ή αλτρουιστική πρακτική όταν η κανονικότητα επανανοηματοδοτείται ως εμπόδιο στην ανθρώπινη επιθυμία και οι ιατρικές υπηρεσίες διευρύνονται από την αποκατάσταση ενός ιατρικού προβλήματος στην αντιμετώπιση της κανονικής ανθρώπινης φυσιολογίας ως ένα πρόβλημα που μπορεί να αποκατασταθεί ιατρικά με το σχετικό υψηλό αντίτιμο.

Μιλάμε συχνά για τη βιοπολιτική σαν να είναι κάτι καινούργιο ενώ είναι αρκετά παλιό. Ήδη όταν εισήχθη στην αγορά το αντισυλληπτικό χάπι για τις γυναίκες, όπως μας λέει η Harrington, “τόσο η αριστερά όσο και η φιλελεύθερη δεξιά συμφώνησαν καταρχήν στη βασική ‘μετανθρωπιστική’ ιδέα να χρησιμοποιείται η ιατρική τεχνολογία όχι για να διορθωθεί κάτι, όπως για παράδειγμα μια μόλυνση, αλλά εκ του περισσού, για να βελτιωθούν κατά βούληση οργανικές λειτουργίες που κατά τα άλλα λειτουργούν όπως θα έπρεπε να λειτουργούν (στη συγκεκριμένη περίπτωση η φυσιολογική γονιμότητα)”.

Για ένα μέρος του “προοδευτικού” κόσμου (κατά κύριο λόγο για το λεγόμενο ακραίο κέντρο και τη λεγόμενη woke αριστερά) η κοινωνία οφείλει να παρέχει απόλυτη ισότητα με όρους εξισωτισμού ακόμα και αν αυτό σημαίνει επέκταση της εμβέλειας των αγορών όχι μόνο στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και στα ίδια τα ανθρώπινα σώματα και τις σωματικές λειτουργίες. Πώς εξασφαλίζεται όμως πλήρης ισότητα στην τεκνοποίηση όταν είναι η βιολογία και όχι η κοινωνία αυτό που εμποδίζει δύο άντρες να κάνουν παιδί; Παροχή πλήρους ισότητας εδώ όπως διαβάζουμε στο άρθρο Syriza’s gay leader plans surrogacy baby θα σήμαινε την παροχή της μήτρας μιας τρίτης πλευράς, θα σήμαινε το νόμιμο δικαίωμα να προμηθεύεται κανείς υπηρεσίες κύησης στην ελεύθερη αγορά.

Ο δικαιωματισμός, η κουλτούρα της αφύπνισης και η πολιτική ορθότητα ως βασική ιδεολογία διαμόρφωσης, πλαισίωσης και ηθικής νομιμοποίησης της νέας μορφής στην οποία μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός σε αυτή την ιστορική του φάση.

Η Woke Κουλτούρα ως Κυρίαρχη Ιδεολογία της Μετα-ανθρώπινης Κοινωνίας

Φαίνεται δηλαδή πώς άπαξ και μια οποιαδήποτε ανθρώπινη επιθυμία ονομαστεί δικαίωμα τότε κάθε προοδευτικός υποτίθεται άνθρωπος θα πρέπει να το υποστηρίξει όπως οι πιστοί (οι φανατικοί κιόλας) στηρίζουν απαρέγκλιτα κάθε επιταγή της θρησκείας τους. Προκύπτουν βέβαια κάποια ερωτήματα. Γιατί όχι αργότερα να μην έχει κάποιος το δικαίωμα να πουλήσει (συναινετικά εννοείται) τους νεφρούς ή το συκώτι του (προς το παρόν συμβαίνει παράνομα); Ή ακόμα να φάει ανθρώπινο κρέας εφόσον βεβαίως στο όνομα της αυτοδιάθεσης κάποιος συμφωνήσει να φαγωθεί (επίσης έχει συμβεί). Η κατάληξη είναι να θεωρείται η ικανοποίηση του εκάστοτε δικαιώματος εκ των ων ουκ άνευ ανεξάρτητα από το ηθικό ή μη περιεχόμενο του ίδιου του δικαιώματος.

Γιατί βεβαίως η συζήτηση περί ηθικής είναι παρωχημένη. Στη μεταμοντέρνα, απομαγευμένη και αποϊεροποιημένη εποχή μας η ηθική είναι μια έννοια απαρχαιωμένη και περιοριστική. Οι κατηγορίες ηθικό/ανήθικο, καλό/κακό, σωστό/λάθος που υποτίθεται θεσπίζουν αυθαίρετα θεμέλια ή έστω κριτήρια που επιβάλλουν περιορισμούς στην ατομική ελευθερία, στα πλαίσια της μεταμοντέρνας λογικής σχετικοποιούνται.

Με αυτά τα δεδομένα και επειδή όλα είναι σχετικά θα πρέπει, όπως μας λέει η Bindel ειρωνευόμενη, να είμαστε ανεκτικοί και να αποδεχόμαστε τα πάντα, από την πολυσυντροφικότητα και την εμπορευματοποίηση του σεξ ως τη σχετικοποίηση της ηλικίας συναίνεσης για σεξ και την αναβάπτιση της πορνείας ως «σεξεργασίας». Διαφορετικά κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε για κράξιμο (shaming) και ηθικισμό.

Για τον φιλελεύθερο φεμινισμό η απαλλαγή των γυναικών από τους “περιορισμούς” του γυναικείου σώματος είναι ένας από τους θεμέλιους λίθους της γυναικείας απελευθέρωσης. Με βάση αυτή τη γραμμή σκέψης είναι λογικό να αγκαλιάζει με ενθουσιασμό κάθε ιδεολογία και πρακτική που υπόσχεται να απαλλάξει τις γυναίκες από “ανεπιθύμητες” πλευρές της βιολογίας τους, όπως είναι η θεωρία του κοινωνικού φύλου (gender theory), η αποσύνδεση σεξ και αναπαραγωγής, η πρακτική της παρένθετης μητρότητας ή ακόμα και η προοπτική να συλλαμβάνονται και να κυοφορούνται τα παιδιά έξω από το γυναικείο σώμα σε τεχνητές μήτρες. Στο όνομα της προσωπικής ελευθερίας, των ατομικών δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης φυσικά.

Θα έπρεπε άραγε να μπει ένα όριο σε όλα αυτά; Θα έπρεπε για παράδειγμα να μπει ένα φρένο στο πόσο η αγορά μπορεί να διεισδύσει στα ανθρώπινα σώματα υπό το πρόσχημα της ισότητας; Θα ήμασταν πολύ συντηρητικοί αν συζητούσαμε τη θέσπιση περιορισμών στις εφαρμογές της επιστήμης; Θα ήμασταν πολύ σκοταδιστές αν αμφισβητούσαμε την διάχυτη κουλτούρα προοδευτισμού; Θα ήμασταν πολύ αντιδραστικοί αν επαναξιολογούσαμε το τι συνιστά γυναικεία απελευθέρωση και αμφισβητούσαμε τον τεχνολογικό ντετερμινισμό; Θα ήμασταν πολύ συνωμοσιολόγοι αν υποστηρίζαμε ότι η αποσύνδεση της ανθρώπινης ύπαρξης από τη βιολογική συνιστώσα της έχει ανοίξει το δρόμο του μετανθρωπισμού;

“Η ανθρώπινη φύση … καθίσταται προβληματική, δηλαδή νοηματοδοτείται ως πρόβλημα που χρειάζεται θεραπεία.”

  1. Γιατί δεν μιλάνε οι ψυχολόγοι; Γιατί δεν μιλάνε οι ειδικοί;

Πολλοί αναρωτιούνται εύλογα γιατί σε μια σειρά από ευαίσθητα κοινωνικά θέματα οι ψυχολόγοι αποφεύγουν να τοποθετηθούν. Τι θα είχαν όμως να πουν οι ψυχολόγοι; Οι περισσότεροι ομνύουν στην “πρόοδο” και έχουν εκπαιδευτεί στα πλαίσια ενός ατομικιστικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου με πυρήνα την αυτοπραγμάτωση και την ικανοποίηση των ατομικών επιθυμιών. Και εκείνοι που αντιλαμβάνονται τις αντιφάσεις, την πολυπλοκότητα και συνθετότητα των ανθρώπινων και κοινωνικών ζητημάτων, συνήθως σιωπούν από φόβο να μην περιθωριοποιηθούν ή στιγματιστούν. Και βεβαίως υπάρχουν και κάποιοι που αποφεύγουν να πάρουν ξεκάθαρη θέση (αν υποθέσουμε ότι έχουν…) προσβλέποντας απλώς στην απόκτηση μεριδίου στις νέες αγορές που ανοίγονται (π.χ. νεαρά άτομα με “δυσφορία φύλου”, παιδιά ομόφυλων γονέων που δέχονται bullying κ.λπ.). Τέλος, κάποιοι “ειδικοί” που επιλέγουν να μιλήσουν, ως άλλοι ιερείς, ψελλίζουν αφηρημένες απολίτικες φιλολογίες περί ανθρωπισμού και δικαιωμάτων, ότι όλοι είμαστε άνθρωποι και ότι το μόνο που χρειάζονται τα παιδιά είναι αγάπη και κάπου εκεί τελειώνει η κουβέντα.

Έχει αποφανθεί η επιστήμη μάς λένε κάποιοι. Για παράδειγμα η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (APA) έχει επισήμως διατυπώσει τη θέση ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι εξίσου κατάλληλοι και ικανοί γονείς όσο και οι ετεροφυλόφιλοι. Πόσες άλλες φορές στο παρελθόν όμως έχει αποφανθεί η επιστήμη της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής εξυπηρετώντας συγκεκριμένες ατζέντες; Μήπως δεν ήταν ακριβώς το ίδιο αυτό θεσμικό όργανο που μαζί με το αντίστοιχο ψυχιατρικό μέχρι το 1973 θεωρούσαν την ομοφυλοφιλία ψυχιατρική διαταραχή;

Για κάθε κοινωνικό ζήτημα που εμφανίζεται στο προσκήνιο προφανώς και θα βρει κανείς ερευνητικά δεδομένα να υποστηρίξει όλες τις θέσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν έχει υπάρξει “επιστημονική” τεκμηρίωση κάθε σκοτεινής ιδεολογίας με την υποστήριξη της κατωτερότητας των μαύρων και των γυναικών ως τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα φυσικοποίησης και κανονικοποίησης βολικών ανισορροπιών δύναμης. Η κοινωνική επιστήμη ποτέ δεν είναι απαλλαγμένη από ιδεολογία. Αντί να πιστεύουμε αφελώς ότι κινείται απαρέγκλιτα προς την ανακάλυψη της “αλήθειας” με γνώμονα το καλό της “ανθρωπότητας” καλύτερα να αναρωτηθούμε ποιος καθορίζει κάθε φορά την κυρίαρχη επιστημονική θέση και τι είναι αυτό το περίφημο επιστημονικό consensus.

“Η κοινωνική επιστήμη ποτέ δεν είναι απαλλαγμένη από ιδεολογία.”

Αντί να προσπαθούμε να αποδείξουμε “επιστημονικά” ότι οι ομοφυλόφιλοι γίνονται εξίσου καλοί ή καλύτεροι γονείς από τους ετεροφυλόφιλους, ίσως θα ήταν καλύτερα να αφήσουμε απέξω την επιστήμη και να παραδεχτούμε ότι έχουμε να κάνουμε όχι με επιστημονική αντιπαράθεση αλλά με σφοδρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ ριζικά διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων. Οι αντιμαχόμενες πλευρές χρησιμοποιούν “επιστημονικά” επιχειρήματα όταν και όπου τις συμφέρει αποφεύγοντας τεχνηέντως την αναφορά σε ερευνητικά δεδομένα που δείχνουν τα αντίθετα από τις πολιτικές επιδιώξεις τους. Για παράδειγμα όταν κάποιος θέλει να υποστηρίξει τη φυλομετάβαση των ανηλίκων αγνοεί, υποβαθμίζει ή αποκρύπτει μελέτες που δείχνουν ανθρώπους να διακόπτουν ή αντιστρέφουν τη φυλομετάβασή τους. Ή όταν κάποιος θέλει να υποστηρίξει ότι η βιολογική σύνδεση του παιδιού με τους γονείς του είναι ήσσονος σημασίας αγνοεί, υποβαθμίζει ή αποκρύπτει έρευνες που δείχνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με τους βιολογικούς γονείς τους μεγαλώνουν πληρέστερα. Και αντιστρόφως βεβαίως.

Τις περισσότερες φορές, πίσω από κάθε “επιστημονική” διαμάχη μαίνεται ένας σφοδρότατος αγώνας για επικράτηση με την επιστήμη να χρησιμοποιείται ως ένα ισχυρότατο ιδεολογικό εργαλείο. Στην εποχή δε της αποθέωσης του ορθολογισμού και επιστημονισμού, η πίστη στην (κυρίαρχη…) επιστήμη έχει υποκαταστήσει στις συλλογικές συνειδήσεις την πίστη στο θεό με αποτέλεσμα όσοι την προσεγγίζουν κριτικά να συγκαταλέγονται αυτομάτως στους σύγχρονους άπιστους και αμαρτωλούς ή με μια άλλη ορολογία στους αγράμματους, θρησκόληπτους, σκοταδιστές και ψεκασμένους.

Και εξάλλου όπως έχουμε δει σε όλες τις σύγχρονες ιδεολογικές διαμάχες, από την υγειονομική κρίση μέχρι το γάμο των ομοφύλων, αν παρ’ ελπίδα η κατηγορία για αντιεπιστημονικότητα αποτύχει να φιμώσει την αντίθετη άποψη, υπάρχει πάντα και το βαρύ πυροβολικό: η κατηγορία για εχθροπάθεια, φανατισμό και φασισμό.

“Δεν είναι κάθε ένσταση στην παρένθετη μητρότητα για ομόφυλα ζευγάρια ομοφοβική, όπως δεν είναι κάθε ένσταση ή κριτική στην έκτρωση μισογυνική. Δεν είναι κάθε ένσταση στην απελευθέρωση των παραδοσιακών δομών της οικογένειας ομοφοβική, ούτε κάθε κριτική προσέγγιση της έννοιας της αυτοδιάθεσης σεξιστική. Δεν είναι ομοφοβικό να πεις ότι ένα ζευγάρι ανδρών δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ούτε τρανσφοβικό ότι μόνο οι γυναίκες μπορούν να κάνουν παιδιά, είναι η πραγματικότητα.”

  1. Ποιο μοντέλο οικογένειας είναι το καλύτερο;

Οι ουσιοκρατικές προσεγγίσεις που θα υποστήριζαν λόγου χάρη ότι η λεγόμενη “πυρηνική οικογένεια” είναι το φυσιολογικό μοντέλο οικογένειας αποδομούνται εύκολα με τα μεταμοντέρνα μεθοδολογικά εργαλεία. Και καλώς ενδεχομένως. Τι γίνεται όμως μετά την αποδόμηση; Βάζουμε φωτιά και την καίμε; Έστω ότι συμφωνούμε όλοι ότι η “πυρηνική οικογένεια” δεν είναι κάποιο μεταφυσικό, υπεριστορικό, δοσμένο εκ θεού μοντέλο οικογένειας. Πώς από αυτή τη βάσιμη διαπίστωση φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι είναι ένας εντελώς αυθαίρετος κοινωνικός σχηματισμός ή ένας θεσμός επινοημένος από την πατριαρχία/τον καπιταλισμό αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να καταπιέσει τις γυναίκες, τα παιδιά και τις μειονότητες;

Το σχήμα “μητέρα – πατέρας – παιδιά” πατάει σε μερικά πολύ συγκεκριμένα ανθρωπολογικά δεδομένα. Πρώτον, ότι από καταβολής κόσμου απαιτείται ένας άντρας και μια γυναίκα για να έρθουν στον κόσμο τα παιδιά και δεύτερον ότι, δεδομένης της πλήρης αδυναμίας και εξάρτησης των βρεφών, οι γεννήτορές τους καλούνται να τα υποστηρίξουν μέχρι εκείνα να αναπτυχθούν.

Μα η κοινωνική πραγματικότητα έχει αλλάξει, ισχυρίζονται κάποιοι. Οι νοοτροπίες έχουν αλλάξει, οι μορφές συμβίωσης και οικογενειακότητας (καινούργια λέξη) έχουν αλλάξει, η κοινωνία προχωράει (προοδεύει…). Για παράδειγμα, το φύλο γίνεται αντιληπτό ως ρευστό στις νεαρότερες ηλικίες, ενώ ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν διαφορετικές από τις παραδοσιακές μορφές σχέσης/συμβίωσης (π.χ. πολυσυντροφικότητα). Είναι άγνωστο σε τι βαθμό ισχύουν αυτές οι αλλαγές στην πραγματικότητα ή αν πρόκειται για φαινόμενα που διογκώνονται διαμέσου των σόσιαλ μήντια και γενικά του ίντερνετ. Αν διαβάσει κανείς άρθρα σε ξένα και ελληνικά site π.χ. για το θέμα της πολυσυντροφικότητας θα σχηματίσει την εντύπωση ότι πλέον “όλος ο κόσμος” είναι πολυσυντροφικός. Αν όμως κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι κατά πλειοψηφία προτιμούν ακόμα τις μονογαμικές σχέσεις. Τα ίδια ισχύουν πάνω κάτω και για τις “νέες” μορφές οικογενειακότητας. Συνήθως αφορούν μικρά ποσοστά του πληθυσμού και όχι την πλειοψηφία. Ίσως δεν είναι παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι εκείνοι που με θέρμη υποστηρίζουν τη μαζικότητα τέτοιων φαινομένων ζούνε σε φούσκες ομοϊδεατών τους (όπως και κάθε άλλος άνθρωπος άλλωστε), μακριά από άλλες πιο παραδοσιακές νοοτροπίες και συνομαδώσεις και δεν αποκλείεται εκεί να σχηματίζουν την εντύπωση ότι “όλος ο κόσμος” έχει αλλάξει.

Οι “προοδευτικές” δυτικές κοινωνίες πάντως, δείχνουν τα τελευταία χρόνια να αφουγκράζονται με “ευαισθησία” τις μικρές ή μεγάλες κοινωνικές μεταβολές και σπεύδουν να αλλάξουν το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα ζητήματα της οικογένειας. Για παράδειγμα, η γερμανική κυβέρνηση έχει προτείνει μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στο οικογενειακό δίκαιο που θα επεκτείνει τον κύκλο των γονέων/φροντιστών σε έως και τέσσερα άτομα, με το σκεπτικό ότι ο νόμος πρέπει να προσαρμόζεται στο μεταβαλλόμενο τρόπο ζωής των ανθρώπων χωρίς να εμποδίζει ούτε τις κοινωνικές εξελίξεις ούτε την ατομική ευτυχία.

Έπειτα από χιλιάδες χρόνια ανθρώπινου πολιτισμού, η μέχρι χτες αυτονόητη σχέση μεταξύ βιολογίας και γονεϊκότητας (κι άλλη καινούργια λέξη) διαρρηγνύεται και απορρίπτεται ως “ουσιοκρατική”. Ο όρος γονεϊκότητα εξάλλου που φαίνεται να αντικαθιστά τους όρους μητρότητα και πατρότητα όχι τυχαία συσκοτίζει/απαλείφει το βιολογικό φύλο των γονέων. Το σχήμα “μητέρα – πατέρας – παιδιά” συγκροτητικό στοιχείο των δυτικών κοινωνιών μέχρι χτες παύει να θεωρείται το πρότυπο και εξισώνεται νομικά με κάθε τύπο οικογενειακού περιβάλλοντος.

Στ’ αλήθεια υπάρχει κάποιος που περίμενε ότι τέτοιας εμβέλειας αλλαγές θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές χωρίς αντιδράσεις;

“Η σχέση μεταξύ βιολογίας και γονεϊκότητας διαρρηγνύεται και απορρίπτεται ως ουσιοκρατική.”

Για να έρθουμε στα δικά μας, είναι αμφίβολο ότι η ελληνική κοινωνία είναι τόσο συντηρητική ή πουριτανική εκτός ίσως από συγκεκριμένες γνωστές ομάδες του πληθυσμού. Οι όποιες αντιδράσεις δεν αφορούν τόσο τη νομική ρύθμιση της συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών αλλά τη διαισθητική κατανόηση ότι απειλούνται τα ανθρωπολογικά θεμέλια της κοινωνίας λόγω όχι προφανώς του γάμου αλλά της κοσμοθεωρίας που υποβαστάζει τα νέα κινήματα. Μια κοσμοθεωρία που δεν διεκδικεί απλώς χώρο για όλα τα νέα “οικογενειακά” σχήματα, αλλά στην προέκταση των αιτημάτων των κινημάτων της δεκαετίας τους ‘60 που διεκδικούσαν απαλλαγή από τις καταπιεστικές δομές και τα στερεότυπα του παρελθόντος, εξιδανικεύει τα νέα σχήματα θεωρώντας τα εξορισμού καλύτερα και απαλλαγμένα από τις (ομολογουμένως υπαρκτές) παθογένειες των παραδοσιακών σχημάτων έστω και αν κάτι τέτοιο δεν διατυπώνεται ανοιχτά.

Και αν ριζοσπαστικοποιώντας τα αιτήματα του ‘60 και του ‘70 φτάσαμε σήμερα σε οικογένειες 4 ατόμων γιατί να μην υπάρξει και περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση; Αν ούτε θεός ούτε παράδοση ούτε νόμος δικαιούται να θέσει ένα όριο στην “εξέλιξη” γιατί να μην παντρεύομαι το σκύλο μου ή ένα λάχανο ή ένα cyborg αύριο μεθαύριο; Γιατί να μείνω στα 4 άτομα και να μην παντρεύομαι 5 ή 10 ή 20 ανθρώπους; Ποιος και σε ποια βάση θα ισχυριστεί ότι αυτές οι επιλογές δεν συνιστούν πρόοδο και δικαιώματα;

  1. Η μεταμοντέρνα στροφή στην κατανόηση του ανθρώπου και η αμηχανία των νεωτερικών εργαλείων ανάλυσης

Οι δισταγμοί που εκφράζονται σχετικά με την επέκταση του δικαιώματος πρόσβασης στην παρένθετη μητρότητα στους γκέι άντρες είναι κατανοητό να διεγείρει ανθρωπιστικά αντανακλαστικά καθώς νοηματοδοτείται ως άρνηση της αρχής της ισότητας, όμως αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη κρίσιμη πλευρά, όπως λέγαμε παραπάνω, είναι ότι η παρένθετη μητρότητα ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται από άντρες ή γυναίκες έχει επιφέρει αλλαγές όχι μόνο στο πώς αντιλαμβανόμαστε τις δυνατότητες παρέμβασης στο ανθρώπινο σώμα, αλλά και στο πώς κατανοούμε την ανθρώπινη φύση.

Ως επιχείρημα υπέρ της διατήρησης ή/και επέκτασης της παρένθετης μητρότητας χρησιμοποιείται συχνά το παράδειγμα της μεταμόσχευσης οργάνων με τη λογική ότι παρόλο που ανθίζει η παρανομία στο πεδίο αυτό κανείς δεν σκέφτηκε να την απαγορεύσει. Η μεταμόσχευση οργάνων όμως κινείται στη λογική της αποκατάστασης μιας λειτουργίας που φυσιολογικά θα έπρεπε να υπάρχει σε συμφωνία με το πώς η παλαιά ιατρική αντιλαμβανόταν τη φυσιολογικότητα και κανονικότητα. Η παρένθετη μητρότητα ή η δημιουργία ενός πέους σε ένα άτομο που γεννήθηκε γυναίκα δεν αφορούν την αποκατάσταση μιας φυσιολογικής λειτουργίας, αποτελούν επέκταση, τροποποίηση και διαμόρφωση του ανθρώπινου σώματος κατά βούληση. Και προφανώς δεν είναι καινούργια όλα αυτά. Ακόμα και πριν την παρένθετη, οι αισθητικές επεμβάσεις (π.χ. προσθετική στήθους) είχαν ήδη ανοίξει το δρόμο για την ενίσχυση ή βελτίωση του σώματος δεκαετίες πριν. Το σημείο που βρισκόμαστε σήμερα (τροποποίηση του σώματος κατά το δοκούν, σε λίγο και με προσθήκη “ενισχυτικών” μηχανικών μερών) είναι η συνέχεια και κατάληξη αυτού του δρόμου. Και τι να κάναμε θα ρωτήσει κάποιος; Να μην επεμβαίναμε εξ αρχής; Να αφήναμε τα πράγματα στην τύχη τους; Να πεθαίναμε από ένα χαλασμένο δόντι; Είναι κατανοητό να γλιστράει διαρκώς η συζήτηση στο “τι θα έπρεπε” να κάνουμε αλλά πώς να απαντήσει κανείς όταν η περιγραφή της κατάστασης αντιστέκεται στα παραδοσιακά θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία μας;

Για παράδειγμα, η προσπάθεια κατανόησης ζητημάτων αυτού του είδους με εστίαση σε στενά οικονομίστικα επιχειρήματα (που εντοπίζουν το “πρόβλημα” με την παρένθετη μητρότητα στο ότι αν δεν υπάρξει ρύθμιση της “αγοράς” θα ανθίσει το παραεμπόριο και συνακόλουθα η εκμετάλλευση ή ότι τα σώματα μετατρέπονται σε εμπορεύματα στα οποία η πρόσβαση θα καθορίζεται με ταξικά κριτήρια ή ότι η “πυρηνική οικογένεια” είναι απλώς ένας καταπιεστικός αστικός μηχανισμός αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού) μπορεί να μας πάει μόνο μέχρι ένα σημείο. Είναι μια μαρξίζουσα, νεωτερική προσέγγιση που ανήκει σε ένα παλαιότερο παράδειγμα πολιτικής ανάλυσης. Ενδεχομένως διατηρεί την επικαιρότητα και χρησιμότητά της αλλά η ανθρώπινη κατάσταση δεν εξαντλείται στο οικονομικό πεδίο. Χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι οι σύγχρονες ιατρικές παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα εισάγουν μια αλλαγή παραδείγματος στο πώς αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε τον άνθρωπο, την ανθρώπινη φυσιολογία, την αναπαραγωγική λειτουργία και βέβαια τη μητρική λειτουργία.

Επανέρχεται το ερώτημα του τι είναι ο άνθρωπος λοιπόν. Και ακόμα τι είναι η ανθρώπινη συνείδηση. Τι είναι αυτό που ονομάζουμε “ανθρώπινη φύση”; Μπορούμε να υπερβούμε τα βιολογικά δεδομένα της ύπαρξής μας; Αν ναι, γιατί; Αν όχι, γιατί όχι; Πρόκειται για φιλοσοφικά ερωτήματα φυσικά που στη μεταμοντέρνα εποχή μας δεν είναι πλέον στη μόδα.

“Οι σύγχρονες ιατρικές παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα εισάγουν μια αλλαγή παραδείγματος.”

Στην εποχή μας εξάλλου οι νέες γενιές καθώς κοινωνικοποιούνται κατά κύριο λόγο online φαίνεται να έχουν εξοικειωθεί με έναν τρόπο αλληλεπίδρασης με τους άλλους και τον κόσμο που δεν περιλαμβάνει παρά ελάχιστα το σώμα τους με αποτέλεσμα να σχηματίζουν την αίσθηση ότι ο εαυτός και η συνείδησή τους είναι ξεχωριστά από την υλική, σωματική τους διάσταση.

Κάποιοι από αυτούς μάλιστα αντιλαμβάνονται τη σωματική συνιστώσα της ύπαρξής τους, για παράδειγμα το φύλο τους, ως κάτι που τους έχει επιβληθεί, ως κάποιου είδους ετεροκαθορισμό, πράγμα που δείχνει πόσο βαθιά εδραιωμένη είναι πλέον η πεποίθηση ότι η ταυτότητα (το ποιος είμαι) είναι κάτι διαφορετικό ή ανεξάρτητο από το σώμα. Μέσα σε αυτό το φόντο είναι αναμενόμενο να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος θεωρίες που υποστηρίζουν ότι τα φύλα δεν είναι δύο αλλά εκτείνονται σε ένα συνεχές όπως η θεωρία περί κοινωνικής κατασκευής του φύλου.

Η απομάκρυνση από τη φύση και την υλική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης είναι δεδομένη μέσα στο μεταμοντέρνο σύμπαν. Έχουμε γίνει μόνο πνεύμα, μόνο συνείδηση, ασώματες κεφαλές που περιφέρονται στο διαδίκτυο αποσυνδεδεμένοι από χώρο και χρόνο. Και ενώ κάποτε μία στενά βιολογίζουσα θέαση του ανθρώπου ως αποκλειστικά φυσικό συμβάν υποτιμούσε την ιστορική/κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης συγκρότησης, φτάσαμε σήμερα στο άλλο άκρο να θεωρούμε τον άνθρωπο ένα αφηρημένο και απείρως εύπλαστο αποκλειστικά κοινωνικό συμβάν.

  1. Η λαχτάρα για ένα παιδί και η κατάργηση της ιστορίας

Η λαχτάρα για ένα παιδί (για απογόνους;) είναι δεδομένη. Είτε έμφυτη είτε κοινωνικά κατασκευασμένη είναι ιστορικά και κοινωνικά υπαρκτή, επομένως είναι “αληθινή”. Όπως και η επιθυμία πολλών παιδιών να αναζητήσουν πληροφορίες για τους βιολογικούς γονείς τους και την οικογένεια καταγωγής τους.

Η αναζήτηση για τις ρίζες κάποιου είναι μια βαθιά ψυχολογική ανάγκη που σχετίζεται με την προσωπική βιογραφία/ιστορία του ατόμου πριν από τη γέννηση του και την αποκατάσταση μιας αίσθησης διαγενεακής σύνδεσης και ανήκειν. Η καταγωγή ως ανθρωπολογική κατηγορία είναι ένα από τα συγκροτητικά στοιχεία της ταυτότητας όπως ευρύτερα η ιστορία, ατομική και συλλογική, παρέχει μια αίσθηση ταυτότητας σε ατομικά και συλλογικά υποκείμενα.

Σήμερα που ο ρόλος της βιολογικής μητέρας ή του βιολογικού πατέρα υποχωρούν σημαντικά σε σπουδαιότητα και η βιολογική καταγωγή εξισώνεται με κοινωνικές/νομικές αναθέσεις και ρυθμίσεις ποιες θα είναι άραγε οι επιπτώσεις για τα άτομα; Ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η σχετικοποίηση της σημαντικότητας της καταγωγής και της βιολογικής σύνδεσης; Ποιες συνέπειες επομένως μπορεί να έχει η άνευ όρων και ορίων ικανοποίηση της ομολογουμένως βαθιάς και άδολης επιθυμίας των ανθρώπων, είτε ετεροφυλόφιλων είτε ομοφυλόφιλων είτε οτιδήποτε άλλο, να αποκτήσουν με κάθε τρόπο παιδιά;

Το θέμα με αυτά τα ερωτήματα δεν είναι προφανώς να εξιδανικεύσουμε τη βιολογική γονεϊκή σχέση ούτε αντίστοιχα να υποτιμήσουμε τις γονεϊκές σχέσεις που δεν περιλαμβάνουν βιολογική σύνδεση. Μόνο να υπενθυμίσουμε ότι στην αγωνία μας να καλωσορίσουμε και να στηρίξουμε κάθε νέα μορφή γονεϊκότητας καταλήγουμε συχνά να κάνουμε το αντίθετο.

Στην αυγή του “νέου κόσμου”, ακριβώς όπως τα συλλογικά υποκείμενα της νεωτερικής εποχής (π.χ. έθνη) χάνουν την ιστορία τους και πέφτουν στη λήθη, όπως τα ιστορικά γεγονότα αναθεωρούνται, ξαναγράφονται ή διαγράφονται ως πατριαρχικά ή ρατσιστικά, με ανάλογο τρόπο τα άτομα της μεταμοντέρνας εποχής γεννιούνται χωρίς ιστορία, χωρίς ρίζες, χωρίς καταγωγή, ελεύθερα υποτίθεται από κάθε βιολογικό ή άλλο προσδιορισμό, είτε πρόκειται για το βιολογικό τους φύλο είτε για την κοινωνική τους τάξη. Η ύπαρξή τους ξεκινάει στο σημείο μηδέν, τη στιγμή που έρχονται στο κόσμο, ως tabula rasa. Και αν κάποτε αυτά τα άτομα βρεθούν σε σύγχυση και αναζητήσουν θεραπεία θα στραφούν φυσικά σε θεραπευτικές προσεγγίσεις που δεν σκαλίζουν την ιστορία (π.χ. ψυχανάλυση) αλλά εστιάζουν αποκλειστικά στο περίφημο εδώ και τώρα.

  1. Ποιος στ’ αλήθεια προστατεύει τα δικαιώματα;

Η συζήτηση για τα δικαιώματα στο γάμο και την οικογένεια δεν περιορίζεται στα ομόφυλα ζευγάρια. Εκείνοι που αναφέρονται στις νέες μορφές οικογενειακότητας επισημαίνουν συχνά ότι ο γάμος των ομοφύλων εντάσσεται στο ήδη υπάρχον πλαίσιο “κανονικότητας” ή “ετεροκανονικότητας” κατά το οποίο δύο ενήλικα άτομα μεγαλώνουν από κοινού τα παιδιά τους. Μερικές φορές μάλιστα μιλούν κάπως απαξιωτικά για “ομοκανονικότητα” ως την άλλη πλευρά της “απεχθούς”, “καταπιεστικής” και “παρωχημένης” ετεροκανονικότητας.

Για τους ομοφυλόφιλους ανθρώπους παλαιότερων γενεών που αντιμετώπισαν κατάφωρες διακρίσεις, κοινωνική περιθωριοποίηση και στιγματισμό, η ισότητα στον “αστικό” γάμο αποτέλεσε μία από τις μικρές ή μεγάλες διεκδικήσεις τους και η θέσπιση του σήμερα φαίνεται να καλωσορίζεται από αρκετούς. Πρόκειται για ανθρώπους που μεγάλωσαν πριν η queer theory και η θεωρία του κοινωνικού φύλου γίνουν το κυρίαρχο αφήγημα. Για αυτό και σπάνια θα συναντήσει κανείς ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό που να αυτοπροσδιορίζονται ως “queer”. Και προσωπικά δεν γνωρίζω κανέναν άνθρωπο πάνω από τα 40-50 που να αυτοπροσδιορίζεται ως non-binary (μη-δυαδικό) άτομο, με εξαίρεση ίσως την Judith Butler. Από την άλλη, στις νεότερες γενιές συναντά κανείς συχνότερα αυτούς τους αυτοπροσδιορισμούς (queer, non-binary) ακόμα και από άτομα που έχουν ετερόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό και ταυτότητα φύλου σε συμφωνία με το φύλο που γεννήθηκαν. Θα πει κάποιος και πού έγκειται τότε το queer; Ίσως στον τρόπο που ντύνονται και στον τρόπο που βάφουν τα μαλλιά τους. Και σίγουρα στον τρόπο που σκέφτονται, στην ανάγκη τους να ανήκουν κάπου και στη νεανική ορμή τους να “επαναστατήσουν” απέναντι σε όλες τις καταπιέσεις του παρελθόντος.

Στην Αμερική πάντως το 19,7% των νέων μεταξύ 18 και 25 αυτοπροσδιορίζεται σήμερα ως ΛΟΑΤΚΙ, ποσοστό διπλάσιο από αυτό που καταγραφόταν μέχρι και πριν μερικά χρόνια. [εδώ και εδώ]. Εάν θεωρήσουμε έγκυρα αυτά τα νούμερα και επιπλέον συνυπολογίσουμε ότι το ποσοστό των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων μεταξύ των μεγαλύτερων γενεών παραμένει διαχρονικά σταθερό, είναι εύλογο να αναρωτηθούμε αν αυτή η αύξηση στους νέους οφείλεται απλώς στη μεγαλύτερη ορατότητα που απολαμβάνουν πλέον τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα ή αν υπεισέρχονται παράγοντες λάιφ στάιλ και κοινωνικής μίμησης.

Παρατηρώντας πάντως τις αντιφάσεις στο δημόσιο διάλογο, είναι να αναρωτιέται κανείς αν στ’ αλήθεια κάποιες ομάδες πίεσης κόπτονται για τα δικαιώματα των ανθρώπων ή απλώς ενδιαφέρονται να προωθήσουν την ατζέντα τους, δηλαδή τη διαμόρφωση και ρύθμιση των ανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής ζωής με ιδεολογικό πλαίσιο τη θεωρία του κοινωνικού φύλου.

Από τη μία εννοείται ότι στηρίζουν το δικαίωμα των ομοφυλόφιλων στον γάμο και από την άλλη, τεχνηέντως, αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τον όρο “γάμος ομοφύλων” και αντ’ αυτού χρησιμοποιούν τον όρο “γάμος ανεξαρτήτως φύλου” υπονοώντας βεβαίως ότι τα φύλα δεν είναι δύο. Αν όμως τα φύλα δεν είναι δύο οι φράσεις “έλξη για το ίδιο φύλο” και “έλξη για το αντίθετο φύλο” με αναφορά στο ανδρικό και γυναικείο φύλο καθίστανται άνευ νοήματος. Πράγμα που σημαίνει ότι η αποδόμηση του φύλου θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών να νιώθουν έλξη με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου. Η κατάληξη είναι να νοηματοδοτειται η “παραδοσιακή” ομοφυλοφιλία ως συντηρητική στάση ή ακόμα και τρανσφοβική όταν για παράδειγμα μια λεσβία απορρίπτει σεξουαλικά τις τρανς λεσβίες (άτομα δηλαδή που έχουν γεννηθεί άντρες και αυτοπροσδιορίζονται ως ομοφυλόφιλες γυναίκες).

“Oι φράσεις έλξη για το ίδιο φύλο και έλξη για το αντίθετο φύλο … καθίστανται άνευ νοήματος.”

Στο παρελθόν έχουν γίνει προσπάθειες να αποδειχτεί ότι ο ομοφυλόφιλος σεξουαλικός προσανατολισμός είναι εγγενής/φυσικός και όχι επιλογή. Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν αν είναι επιλογή ή όχι, αλλά στον κόσμο που ζούμε η ιδέα ότι η ομόφυλη έλξη είναι εγγενής κατέστησε την κοινωνική αποδοχή κάπως ευκολότερη και απάλλαξε σε ένα βαθμό τα ομοφυλόφιλα άτομα από τις πιέσεις να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους (με βάση τη λογική ότι εφόσον δεν είναι επιλογή δεν γίνεται και να αλλάξει). Η θεωρία του κοινωνικού φύλου έρχεται να ανατρέψει αυτά τα δεδομένα καθώς με τη σχετικοποίηση του βιολογικού φύλου η έλξη για το ίδιο φύλο «απονομιμοποιείται».

Με πιο θεωρητικούς όρους, η διεκδίκηση του γάμου των ομοφύλων ανήκει σε ένα άλλο παλαιότερο νεωτερικό παράδειγμα πολιτικής διεκδίκησης (κατά το οποίο οι άνθρωποι διεκδικούσαν δικαιώματα συλλογικά στη βάση της κοινής τους ένταξης σε ομάδες), ενώ η queer theory κινούμενη στα πλαίσια του μεταμοντέρνου παραδείγματος επιχειρεί να αποδομήσει τα συλλογικά υποκείμενα συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ομάδας των ομοφυλόφιλων (και των αμφιφυλόφιλων). Με αυτά τα δεδομένα, είναι άξιο απορίας πώς στριμώχνονται κάτω από την ίδια ομπρέλα (ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα) δρώντες από δύο εντελώς διαφορετικά κοσμοθεωρητικά και μεθοδολογικά παραδείγματα.

Θα είχε μάλιστα ενδιαφέρον να είχαμε στατιστικά στοιχεία για το ποσοστό των γκέι και λεσβιών που ασπάζονται τη θεωρία του κοινωνικού φύλου. Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός ομοφυλόφιλων ανθρώπων έχει αρχίσει να νιώθει άβολα με το T στο ακρωνύμιο LGBT, όπου το T εδώ δεν παραπέμπει προφανώς στο κάθε τρανς άτομο που δίνει τον δικό του αγώνα να υπάρχει όπως επιθυμεί, αλλά στον οργανωμένο τρανς ακτιβισμό.

Οι “αθώοι” ανυποψίαστοι υπερασπιστές/σύμμαχοι είναι μια άλλη ιστορία. Εκείνοι που αγωνιούν να μην χρησιμοποιήσουν τις λάθος λέξεις, να μην προσβάλλουν κανέναν, που ενδιαφέρονται να παρουσιαστούν ως προοδευτικοί και γραμματιζούμενοι, ως άξια μέλη ενός κλαμπ από διακεκριμένους και εναλλακτικούς ανθρώπους, συνήθως έχουν βαθιά μεσάνυχτα για την κοσμοθεωρία που υποβαστάζει όλο αυτό.

Γιατί αναμφίβολα υπάρχουν πολλοί καλοπροαίρετοι και δημοκρατικοί άνθρωποι που για χάρη της ισότητας θα υποστήριζαν για παράδειγμα τη νόμιμη πρόσβαση των ομόφυλων ζευγαριών σε κάθε δυνατή ιατρικά πρακτική ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια. Όπως όμως μας προειδοποιεί πάλι η Harrington, τα επιχειρήματα υπέρ μιας μετανθρωπιστικής στροφής, όπως είναι η κατάργηση της «φύσης» στη ρίζα της θεωρίας του κοινωνικού φύλου, παρόλο που φαίνεται να βασίζονται στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στο τέλος αποβαίνουν εις βάρος των ίδιων αυτών ανθρώπων που επευφημούσαν πρώτοι την αλλαγή.

  1. Τι είναι μια γυναίκα; Τι είναι μια μητέρα;

Επιχειρείται να αλλάξει η ορολογία και στη θέση των όρων παρένθετη μητρότητα και παρένθετη μητέρα να χρησιμοποιούνται οι δήθεν πολιτικά ορθοί όροι “παρένθετη κύηση” και “παρένθετη κυοφορούσα”. Σε ένα πρώτο επίπεδο αυτό φαίνεται να προκρίνεται για λόγους συμπερίληψης (κι άλλη καινούργια λέξη) επειδή υποτίθεται ότι δεν κυοφορούν μόνο οι γυναίκες, αλλά και οι τρανς άνδρες, τα μη-δυαδικά πρόσωπα και άλλοι. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, κρισιμότερο, επιχειρείται συνειδητά ή ασυνείδητα η αποσύνδεση της μητρότητας από τη γυναίκα. Οι γυναίκες δε που ευθυγραμμίζονται με την πολιτική ορθότητα της εποχής είτε δεν το έχουν καταλάβει είτε το έχουν καταλάβει και είναι απολύτως ευχαριστημένες με αυτή την προοπτική.

Η βιολογική μητρότητα υποτιμάται και περιθωριοποιείται ως μη συμπεριληπτική και ως διαχρονικά καταπιεστική για τις γυναίκες. Συστήματα υγείας όπως το βρετανικό, πανεπιστήμια και άλλοι φορείς είτε έχουν απαγορεύσει είτε έχουν περιορίσει σημαντικά την αναφορά στις λέξεις “γυναίκα” και “μητέρα” ακόμα και όταν συζητιούνται θέματα όπως η εγκυμοσύνη. Και πάλι κάποιος φεμινισμός αποκαλούμενος διαθεματικός (κι άλλη καινούργια λέξη) το θεωρεί χειραφέτηση και απελευθέρωση όλο αυτό. Ένας φεμινισμός που στηρίζει κάθε γλωσσολογική, ηθική και τεχνολογική επίθεση εναντίον της γυναικείας αναπαραγωγικής λειτουργίας από τότε που αποφασίστηκε ότι η μητρότητα είναι βάρος, περιορισμός και καταπίεση. Από τότε που στα σόσιαλ μήντια έγινε μόδα να γιορτάζεις την έκτρωσή σου ως χαρμόσυνο γεγονός (και να την μεταδίδεις live εννοείται…) τραβώντας στα άκρα τις παραινέσεις να πάψει η έκτρωση να είναι ένα “ένοχο μυστικό”.

“Γιατί δεν μπορούμε κριτικά να συζητάμε θέματα όπως η έκτρωση; Γιατί χρειάζεται να γίνουμε ακραίοι και δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ότι δεν υπάρχουν έτοιμες ιατρικές ή ηθικές συνταγές διευθέτησης τέτοιων ζητημάτων; Γιατί μας δυσκολεύει τόσο μια τέτοια συζήτηση; Σαν να μην μπορούμε να δεχτούμε ότι τα ανθρώπινα ζητήματα δεν είναι άσπρο μαύρο, ότι στον πραγματικό κόσμο καθετί που προκρίνουμε εκτός από θετικές έχει και αρνητικές πλευρές.”

Η απαξίωση που δέχεται τα τελευταία χρόνια η βιολογική μητρότητα είναι πολυμέτωπη. Μητέρα λέει (ποιος άραγε το λέει;) είναι αυτή που μεγαλώνει το παιδί και όχι αυτή που το γεννάει. Εκείνη δε που το κυοφορεί για λογαριασμό τρίτων γίνεται αντιληπτή απλώς ως ένα δοχείο από το οποίο βγαίνει ένα μωρό. Μέχρι και τρανς γυναίκες (άτομα που γεννήθηκαν άντρες δηλαδή) αξιώνουν στις μέρες μας να ονομάζονται μητέρες, ενώ εκείνη που γεννά το παιδί λογίζεται ολοένα και λιγότερο ως τέτοια. Πώς θα λέγεται εφεξής αυτή η γυναίκα αν όχι μητέρα; Πώς θα ονομάζουμε ως κοινωνία τις γυναίκες που φέρνουν στον κόσμο παιδιά αν όχι μητέρες; Χρειαζόμαστε άραγε μια λέξη που να τις περιγράφει, να τις οριοθετεί και να τις αναγνωρίζει ως διακριτή ομάδα; Προφανώς για χιλιάδες χρόνια χρειαζόμασταν αλλά όχι πια.

Πώς από την υπερβολή της αγιοποίησης της μητρότητας κοντεύουμε να οδηγηθούμε στο ότι η γυναίκα που κυοφορεί και γεννάει το μωρό δεν έχει καμία νομική, κοινωνική, ψυχολογική, βιολογική ή άλλη σημασία; Στις μέρες μας ο ισχυρισμός ότι η μητέρα αναπτύσσει ισχυρό δεσμό και συντονισμό με το βρέφος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκλαμβάνεται σχεδόν ως ομοφοβική, σεξιστική ή ιδεολογική θέση ενώ είναι απλώς η πραγματικότητα. Πώς γίνεται όμως οι αλλαγές που όντως συμβαίνουν στον εγκέφαλο άλλων προσώπων που φροντίζουν το μωρό (π.χ. πατέρας) να είναι ισάξιες ή υπέρτερες των αλλαγών που συμβαίνουν στο μυαλό και στο σώμα της γυναίκας που το κυοφορεί για 9 μήνες; Ποιον προσβάλλει αυτή η αυτονόητη επισήμανση; Ποιος σκέφτηκε ότι είναι δυνατόν να αλλάξουμε τα ανθρωπολογικά δεδομένα προκειμένου κάποιοι να μη θίγονται;

Και αν σήμερα καταλύεται ο βιοψυχολογικός δεσμός του μωρού με τη γυναίκα που το κυοφορεί γιατί αύριο να μην αποσυνδεθεί το μωρό και από το ίδιο το σώμα της γυναίκας που το κυοφορεί; Και να οδηγηθούμε σε μωρά που γεννιούνται από τεχνητές μήτρες; Εξάλλου αναμένεται και η δυνατότητα μεταμόσχευσης μήτρας ώστε τρανς γυναίκες να μπορούν να κυοφορούν. Και μία καθηγήτρια βιοηθικής πρότεινε να χρησιμοποιούνται ως παρένθετες μητέρες εγκεφαλικά νεκρές γυναίκες.

Όταν πλέον τα παιδιά θα γεννιούνται από “μηχανήματα ή σώματα με μήτρες χωρίς άλλες ιδιότητες” και η “γονεϊκότητα” θα αντικαταστήσει τη φυσική σχέση ως νομική ρύθμιση ανεξάρτητη από τη βιολογία, τα μωρά θα μπορούν να έρχονται ελεύθερα στον κόσμοεπίσης χωρίς ιδιότητες και κυρίως χωρίς ήδη κάποιο πρόσωπο να έχει διαμορφώσει μαζί τους μια σωματοψυχική σύνδεση. Θα μπορούν απλώς να τοποθετούνται σε ένα ράφι και να περιμένουν εκεί να βρεθεί κάποιος (αν βρεθεί) να δημιουργηθεί αυτή η αποδεδειγμένα πολύτιμη για την επιβίωσή τους σύνδεση.

Και μη σκεφτεί κάποιος ότι η απάντηση είναι να γυρίσουν στο σπίτι οι γυναίκες και να κάνουν παιδιά. Ο δρόμος αυτός δεν γυρίζει πίσω. Στο σήμερα αρκεί να κατανοήσουμε ότι, όπως επιχειρηματολογεί η Harrington στο βιβλίο της Feminism Against Progress, στο βαθμό που συνεχίζουμε να δεχόμαστε ότι η ασυμμετρία των φύλων είναι καταπίεση και η μητρότητα βάρος, προκρίνουμε για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού ένα μέλλον με μωρά χωρίς μητέρες.

“Τα σώματα και οι αναπαραγωγικοί ρόλοι των ανδρών και των γυναικών είναι διαφορετικοί. Ακόμη και στο πιο ισότιμο ετεροφυλόφιλο ζευγάρι, η υλική συνεισφορά της γυναίκας στην απόκτηση παιδιών είναι πολύ πιο κοπιαστική από εκείνη του άνδρα. Αν το δούμε αυτό ως άδικο βάρος για τις γυναίκες, τότε οι τεχνητές μήτρες μάλλον φαίνονται καλή ιδέα.”

Mary Harrington

  1. Η υπέρβαση της ανθρώπινης φύσης: ελευθερία ή δυστοπία;

Η περίφημη στροφή προς τον μετάνθρωπο, όπως είχαμε γράψει σε ένα παλαιότερο κείμενο, βρίσκει την πλήρη έκφρασή της στο ιδεολόγημα του trans-human, δηλαδή «του ανθρώπου που με τη βοήθεια ή μη της ιατρικής και της επιστήμης, έχει τη δυνατότητα ως άλλος θεός να δημιουργήσει ή να επινοήσει τον εαυτό του εκ του μηδενός και να του αποδώσει όποια χαρακτηριστικά επιθυμεί διαγράφοντας φύλο, όνομα, προσωπική ιστορία ή άλλους ιστορικούς και κοινωνικούς καθορισμούς». Οι συνέπειες αυτής της ιδεολογικής στροφής, είτε μιλάμε για τροποποίηση του φύλου είτε για δημιουργία μωρών εκτός του γυναικείου σώματος, είναι προς το παρόν άγνωστες ενώ το πώς αισθάνονται οι γυναίκες για όλα αυτά μένει συνήθως εκτός συζήτησης.

Στα πλαίσια της “πατριαρχίας”, οι γυναίκες υποτίθεται ότι κοινωνικοποιούμαστε μαθαίνοντας να φροντίζουμε τους άλλους. Μια συμπεριφορά που όπως λέγεται δεν είναι στη φύση μας αλλά είναι κοινωνικά κατασκευασμένη. Καμία αντίρρηση επ’ αυτού. Αντί όμως να σπάσει αυτή η κοινωνική κατασκευή, μετά από τόσους φεμινιστικούς αγώνες φαίνεται ότι οι γυναίκες, πολύ περισσότερο από τους άντρες, υποστηρίζουν με θέρμη και πραγματική ενσυναίσθηση και συμπόνια (από το συν-πονάω) οποιονδήποτε διεκδικεί κάτι για τον εαυτό του εις βάρος τους (π.χ. να σταματήσουν να λέγονται γυναίκες γιατί κάποιοι προσβάλλονται, να δέχονται άτομα με ανδρική σωματοδομή που αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες στα αθλήματά τους, να μοιράζονται τις τουαλέτες και τα αποδυτήριά τους με όποιο άτομο αισθάνεται γυναίκα, να κυοφορούν και να γεννούν παιδιά για λογαριασμό τρίτων). Μήπως τελικά είναι από τη φύση τους φροντιστικές και σήμερα διοχετεύουν προς άλλα κανάλια τη φροντίδα τους ή όντως η τάση τους για φροντίδα είναι κοινωνικά κατασκευασμένη και αποτύχαμε στη χειραφέτησή τους; Γιατί όλα μαζί δεν μπορούν να ισχύουν.

Ποιος φοβάται ή θίγεται αν τεθούν τα δύσκολα ερωτήματα;

Για παράδειγμα μήπως το φύλο έχει κάποια σημασία και τα παιδιά που μεγαλώνουν με δύο μπαμπάδες χρειάζονται επαφές και θετικές σχέσεις με γυναίκες και αντίστοιχα τα παιδιά που μεγαλώνουν με δύο μαμάδες χρειάζονται επαφές και θετικές σχέσεις με άντρες; Μήπως ο βιολογικός δεσμός έχει κάποια σημασία και τα παιδιά που μεγαλώνουν με τους βιολογικούς τους γονείς ή μαθαίνουν ποιοι είναι οι βιολογικοί τους γονείς αποκομίζουν συγκεκριμένα μοναδικά οφέλη; Μήπως κάποιοι “φεμινισμοί” αποδομώντας τη “γυναικεία φύση” αποδεικνύονται πολύ περισσότερο μισογυνικοί από ό,τι υπήρξαν άλλοι θεσμοί υποτίθεται πατριαρχικοί στο παρελθόν;

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΟΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ

Οι αλλαγές που συντελούνται σε επίπεδο ταυτότητας, ανθρώπινου ψυχισμού και ψυχοπαθολογίας κατά την μεταμοντέρνα εποχή και η προσπάθεια κατανόησής τους υπό το πρίσμα της οριακής λειτουργίας.

 

Η Εποχή του Ναρκισσισμού Τελειώνει, η Εποχή της Οριακότητας Ξημερώνει

Μία βασική θέση στο βιβλίο Feminism Against Progress είναι ότι η ρευστοποίηση της ανθρώπινης φύσης στο όνομα της ελευθερίας δεν έχει ως αποτέλεσμα απλώς περισσότερη ελευθερία αλλά περισσότερο εμπόριο. Και δεδομένου ότι το κέρδος δεν έχει ηθικούς ή άλλους φραγμούς, συνεχίζει η Harrington, δεν έχει μεγάλη διαφορά αν μιλάμε συγκεκριμένα για την αναβάπτιση του σεξουαλικού καταναγκασμού ως “σεξεργασία”, της εκτροφής βρεφών ως “παρένθετη μητρότητα” ή των ιατρικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο σώμα ως “επιβεβαιωτική θεραπεία για το φύλο”, γιατί όλα αφορούν την ίδια μάχη: την υπεράσπιση των γυναικών, ως σεξουαλικά, ενσώματα όντα, αλλά και του ανθρώπου ως τέτοιου, ενάντια στην τυφλή πείνα της (καπιταλιστικής) μηχανής.

Είναι μια μάχη απέναντι σε ένα πολιτικό-οικονομικό σύστημα που αποδεικνύεται πολύ περισσότερο “προοδευτικό” από οτιδήποτε εμείς θα μπορούσαμε ποτέ να ονειρευτούμε. Και ναι, είμαστε όλοι πολύ συντηρητικοί για τα δεδομένα του, ακόμα και οι “προοδευτικότεροι” εξ ημών. Αντί λοιπόν να διαγκωνιζόμαστε για το ποιος είναι πιο προοδευτικός καλύτερα να αγωνιστούμε να διαφυλάξουμε (συντηρήσουμε;) ό,τι έχει απομείνει από τις ψυχές και τα σώματά μας.

Κι αν κάποιοι πληγώνονται ή πικραίνονται ή καταπιέζονται (από τα σκληρά δεδομένα της βιολογικής και κοινωνικής πραγματικότητας) τι μπορούμε να κάνουμε; Ποιος είπε ότι η ζωή είναι η χώρα των θαυμάτων όπου μπορείς να είσαι όποιος θέλεις και να ικανοποιούνται όλες οι επιθυμίες σου; Και όσοι το είπαν κάποτε, όσοι κάποτε υποστήριξαν ότι είναι εφικτός ο παράδεισος επί της γης, φαίνεται πλέον ότι διαψεύστηκαν οικτρά. Οι μόνοι που συνεχίζουν ακόμα να αναφέρονται σε ουτοπίες είναι ο νεοφιλελεύθερος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και τα ιδεολογικά/θρησκευτικά εργαλεία του: η κουλτούρα woke και ο δικαιωματισμός.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ