Η επιστροφή στο ζήτημα της οικογένειας και της βιολογίας, δεν αποτελεί εμμονή, αλλά πολιτική αναγκαιότητα μπροστά σε μια ανησυχητική, πολύπλευρη οπισθοδρόμηση. Από τη μία, η πρόσφατη επαναβεβαίωση των συντηρητικών θέσεων του ΚΚΕ στο τελευταίο του Συνέδριο αποδεικνύει μια επικίνδυνη ιδεολογική αγκύλωση. Από την άλλη, οι πρόσφατες δηλώσεις δημοσίων προσώπων που θέτουν εν αμφιβόλω κεκτημένα δεκαετιών όπως το δικαίωμα στην άμβλωση, επιβεβαιώνουν ότι η επίθεση στην αυτοδιάθεση του σώματος και στις σύγχρονες μορφές οικογένειας είναι ενιαία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ο συντηρητισμός αντεπιτίθεται, η υπεράσπιση της «φύσης» γίνεται ένα επικίνδυνο ιδεολογικό όπλο που, τελικά, στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή χειραφέτησης.
Απέναντι στο συντηρητικό δόγμα -το οποίο δυστυχώς υιοθετείται και από δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές, όπως το ΚΚΕ- που διακηρύσσει ότι «το παιδί έχει αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα στον βιολογικό πατέρα και τη βιολογική μητέρα», η απάντηση οφείλει να είναι κατηγορηματική: πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας.
Η επίκληση της βιολογίας, στη συγκεκριμένη συγκυρία, λειτουργεί ως ιδεολογικό προπέτασμα. Δεν αποσκοπεί στην υπεράσπιση του συμφέροντος του παιδιού, αλλά στη διαιώνιση μιας συγκεκριμένης, στερεοτυπικής μορφής οικογένειας, παρακάμπτοντας πλήρως την ουσία, που είναι το περιεχόμενο της φροντίδας.
Είναι χαρακτηριστικό πως όταν ένας γονέας αποβιώσει, το υποτιθέμενο «ιερό δικαίωμα» του παιδιού στη βιολογική του καταγωγή χάνεται αμετάκλητα. Εάν ο επιζών γονέας προχωρήσει σε νέο γάμο, οι υπερασπιστές της «συμπληρωματικής λειτουργίας άνδρα-γυναίκας στη διαδικασία τεκνοποίησης», επικροτούν την «αποκατάσταση» της οικογενειακής εστίας. Ουδόλως ενοχλεί το γεγονός ότι ο δεύτερος γονέας δεν είναι βιολογικός. Το μόνο που αξιολογείται είναι ο πατριός ή η μητριά να φέρει το «ορθό» φύλο. Η βιολογία υποχωρεί, αρκεί να διασωθεί η εικόνα της ετερόφυλης πυρηνικής δομής.
Αντίστοιχα, στην περίπτωση του διαζυγίου, η βιολογική ενότητα διασπάται στην καθημερινότητα. Όταν ο γονέας που έχει την επιμέλεια συνάψει νέα σχέση, το παιδί μεγαλώνει με έναν άνθρωπο που δεν μοιράζεται το γενετικό του υλικό. Το σύστημα αποδέχεται πλήρως τον «κοινωνικό γονέα», υπό την προϋπόθεση ότι αναπαράγει τους ρόλους εξουσίας του άνδρα και της γυναίκας. Το επιχείρημα περί «βιολογικής αντικειμενικής βάσης» καταρρέει μπροστά στην ανάγκη να υφίσταται ένα «αρσενικό» και ένα «θηλυκό» πρότυπο, ακόμη κι αν αυτά είναι βιολογικά ξένα προς το παιδί.
Επιπλέον, η κοινωνία αποδέχεται, έστω και σιωπηρά, τη μονογονεϊκή οικογένεια. Αναγνωρίζεται, δηλαδή, η ικανότητα ενός μόνου γονέα να αναθρέψει ένα παιδί. Εάν όμως αυτός ο γονέας επιλέξει σύντροφο του ιδίου φύλου για να μοιραστεί τα βάρη και τη φροντίδα, τότε αιφνιδίως εγείρεται ζήτημα για το «συμφέρον του παιδιού». Δεν ενοχλεί η απουσία του πατέρα ή της μητέρας (αυτή γίνεται ανεκτή)· ενοχλεί η παρουσία δύο πατεράδων ή δύο μητέρων. Ο αγώνας δεν δίνεται για την παρουσία του βιολογικού γονέα, αλλά ενάντια στην ορατότητα του ομόφυλου συντρόφου.
Στην περίπτωση θανάτου του ενός γονέα σε ένα ομόφυλο ζευγάρι, οι πολέμιοι της ομογονεϊκότητας προκρίνουν την τοποθέτηση του παιδιού σε ίδρυμα ή σε μακρινούς συγγενείς, αντί της παραμονής του με τον άνθρωπο που το μεγάλωσε, μόνο και μόνο λόγω φύλου. Αντί να εξετάζεται ποιος παρέχει πραγματικά τροφή, στέγη και αγάπη (η υλική βάση της ανατροφής), εμμένουμε σε μια μεταφυσική «βιολογική νομιμότητα».
Ακόμη πιο κραυγαλέα είναι η ανακολουθία μπροστά στην πραγματικότητα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Όταν ένα ετερόφυλο ζευγάρι αποκτά παιδί με χρήση ξένου γενετικού υλικού (δότη σπέρματος ή ωαρίου), το παιδί, εκ σχεδιασμού, αποκόπτεται από τον έναν βιολογικό του γονέα. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, απουσιάζουν οι διαμαρτυρίες για το «δικαίωμα του παιδιού στη βιολογική αλήθεια». Γιατί εκεί η «παρέκκλιση» από τη φύση γίνεται αποδεκτή, διότι το παιδί εντάσσεται σε ένα σχήμα με «Μπαμπά» και «Μαμά», διατηρώντας ανέπαφη τη βιτρίνα των παραδοσιακών ρόλων.
Όσον αφορά δε το επιχείρημα περί «εμπορευματοποίησης της τεκνοποίησης» και παρένθετης μητρότητας, η υποκρισία αγγίζει τα όρια του παραλογισμού. Η ηγεσία του ΚΚΕ κόπτεται ξαφνικά για την «εμπορική παρένθετη μητρότητα», λησμονώντας ότι επί είκοσι χρόνια ετερόφυλα ζευγάρια αποκτούν παιδιά μέσω αυτής της διαδικασίας. Πού ήταν η ίδια ζέση για την «εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος» όλα αυτά τα χρόνια και γιατί η «μήτρα» καθίσταται ιερό και παραβιασμένο σύμβολο μόνο όταν το αίτημα προέρχεται από ομόφυλα ζευγάρια; Το κόμμα φαίνεται να μην ενοχλείται από την πράξη της παρένθετης κύησης καθαυτή, όσο από το ποιος είναι ο αποδέκτης του παιδιού. Όταν η παρένθετη μητέρα υπηρετεί την αναπαραγωγή της «ιερής» ετερόφυλης οικογένειας, η διαδικασία βαφτίζεται «αλτρουιστική» ή έστω γίνεται ανεκτή σιωπηρά. Όταν όμως η ίδια διαδικασία αφορά ομόφυλα ζευγάρια, τότε ανασύρονται τα αντι-καπιταλιστικά συνθήματα περί εμπορευματοποίησης για να καλύψουν βαθιά συντηρητικά αντανακλαστικά. Χρησιμοποιώντας το φόβητρο της εμπορευματοποίησης επιλεκτικά για να στερήσουν δικαιώματα από μια κοινωνική ομάδα, δεν πλήττουν τον καπιταλισμό. Πλήττουν την ισότητα, καλυπτόμενοι πίσω από μια ρητορική που στην ουσία της εξυπηρετεί την πιο αντιδραστική βιοηθική.
Ακόμη πιο προβληματική, όμως, από τη σκοπιά της μαρξιστικής θεωρίας, είναι η θέση περί «αντικειμενικής βάσης» που δήθεν απορρέει από τη «συμπληρωματική λειτουργία άνδρα – γυναίκας» στην τεκνοποίηση. Εδώ, το κόμμα διαπράττει ένα θεμελιώδες μεθοδολογικό σφάλμα: ταυτίζει τη βιολογική πράξη της αναπαραγωγής με την κοινωνική σχέση της γονεϊκότητας. Πρόκειται για μια σαφή διολίσθηση στο έδαφος του βιολογικού ντετερμινισμού. Η οικογένεια δεν είναι μια αιώνια, φυσική σταθερά που υπαγορεύεται από τη φυσιολογία, αλλά ένας κοινωνικός θεσμός που μεταβάλλεται ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής και τις κοινωνικές σχέσεις. Η αναγωγή της γονεϊκής φροντίδας (που αποτελεί κοινωνική εργασία και συναισθηματική δέσμευση) στη βιολογική «συμπληρωματικότητα» της σύλληψης, συνιστά αντι-διαλεκτική προσέγγιση. Το γεγονός ότι βιολογικά απαιτείται σπέρμα και ωάριο για τη γέννηση, δεν συνεπάγεται κοινωνικά ή υλιστικά ότι απαιτείται «πατέρας» και «μητέρα» για την ανατροφή. Η ανατροφή είναι πεδίο κοινωνικής ευθύνης, όχι βιολογικού πεπρωμένου. Επιμένοντας ότι η «συμπληρωματικότητα» στη σύλληψη πρέπει να καθορίζει τη μορφή της οικογένειας, το ΚΚΕ φετιχοποιεί τον βιολογικό καταμερισμό, αντί να εστιάζει στον κοινωνικό χαρακτήρα της ανατροφής του παιδιού, καταλήγοντας να υπερασπίζεται μια μεταφυσική «ιερότητα» της φύσης αντί για την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας.
Η οικογένεια δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, ναός της βιολογίας. Άλλωστε, δεν είναι καν η βιολογία αυτή που επιβάλλει τη μορφή της οικογένειας. Όπως δίδαξε η ιστορική εξέλιξη των κοινωνιών, η οικογένεια είναι κοινωνική κατασκευή. Όσοι ομνύουν στο «βιολογικό δικαίωμα», στην πραγματικότητα εγκαταλείπουν την ταξική και υλιστική ανάλυση που αντιλαμβάνεται την οικογένεια ως πεδίο φροντίδας και ευθύνης. Φετιχοποιούν το DNA, ανάγοντάς το σε υπέρτατη ηθική αξία, την ίδια στιγμή που το αγνοούν επιδεικτικά στις περιπτώσεις των θετών γονέων. Υπερασπίζονται τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων και όχι τα δικαιώματα του παιδιού.
Το παιδί δεν έχει ανάγκη από σπέρμα και ωάρια για να ευτυχήσει. Έχει ανάγκη από σταθερούς, ασφαλείς και στοργικούς ενήλικες. Κάθε πολιτική δύναμη που αρνείται αυτή την πραγματικότητα στο όνομα μιας υποτιθέμενης «φύσης», δεν προασπίζεται το παιδί, αλλά τον συντηρητισμό του παρελθόντος, σε μια εποχή που η οπισθοδρόμηση βρίσκεται προ των πυλών και τίθεται υπό διαπραγμάτευση ακόμη και το δικαίωμα στην άμβλωση, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου πάνω στα σώματα και τις επιλογές μας.

