ΝΕΡΟ: Ένας νόμος απέναντι στους δήμους και στις τοπικές κοινωνίες, του Πέτρου Μπαστέα

Πηγή

Η κυβέρνηση επέβαλε τις υποχρεωτικές απορροφήσεις από ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, παρά τη σχεδόν καθολική αντίθεση της Αυτοδιοίκησης

Με τις ψήφους αποκλειστικά της Νέας Δημοκρατίας εγκρίθηκε από τη Βουλή ο νόμος 5325/2026 για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Σε σύνολο 288 βουλευτών, 157 ψήφισαν υπέρ και 131 κατά, ενώ το σύνολο της αντιπολίτευσης τον καταψήφισε.

Η κυβέρνηση κέρδισε την κοινοβουλευτική ψηφοφορία, όχι όμως και τη συναίνεση των φορέων που αφορά άμεσα ο νόμος. Δήμοι, δήμαρχοι, ΔΕΥΑ, εργαζόμενοι και κινήσεις πολιτών και περιβαλλοντικές οργανώσεις εξέφρασαν την αντίθεσή τους, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ ζήτησε ομόφωνα την απόσυρσή του.

Η επιβολή μιας τόσο βαθιάς αλλαγής απέναντι στη θέληση σχεδόν του συνόλου της Αυτοδιοίκησης προσδίδει στον νόμο σαφή αντιδημοκρατικό χαρακτήρα. Η κυβέρνηση αφαιρεί αρμοδιότητες, περιουσία και υποδομές από τους δήμους, χωρίς τη συναίνεσή τους και χωρίς να τους παρέχει αποφασιστικό ρόλο στο νέο σύστημα.

Τι αλλάζει

Ο νόμος προβλέπει την απορρόφηση 68 φορέων ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης από την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.Η ΕΥΔΑΠ επεκτείνεται σε μεγάλο μέρος της Αττικής, στη Βοιωτία, στη Φωκίδα και στην Εύβοια, ενώ η ΕΥΑΘ στις περιφερειακές ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Μεταφέρονται δραστηριότητες, δίκτυα, περιουσιακά στοιχεία, απαιτήσεις, υποχρεώσεις και προσωπικό.Πρόκειται για υποχρεωτική μεταφορά δημοτικών υποδομών και αρμοδιοτήτων σε δύο ανώνυμες εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Οι δήμοι περιορίζονται σε συμβουλευτικό ρόλο, ενώ οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από τα κεντρικά εταιρικά όργανα της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ.

Μια προσχηματική διαβούλευση

Το σχέδιο νόμου τέθηκε σε σύντομη θερινή διαβούλευση 10 ημερών και κατατέθηκε στη Βουλή αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της. Παρά τις εκτεταμένες αντιδράσεις, ο βασικός πυρήνας των υποχρεωτικών απορροφήσεων παρέμεινε αμετάβλητος.

Ακόμη σοβαρότερο θεσμικό ζήτημα αποτέλεσε ο αποκλεισμός από την κοινοβουλευτική ακρόαση της ΚΕΔΕ, της ΕΔΕΥΑ και της ΠΟΕ-ΔΕΥΑ. Η κυβέρνηση νομοθετούσε για την απορρόφηση δημοτικών επιχειρήσεων, χωρίς να δώσει στους βασικούς εκπροσώπους τους τη δυνατότητα να παρουσιάσουν επισήμως τις θέσεις τους.

Η αποδοχή ορισμένων επιμέρους παρατηρήσεων δεν αναιρεί το βασικό γεγονός: το αίτημα της Αυτοδιοίκησης να μην είναι υποχρεωτικές οι απορροφήσεις απορρίφθηκε. Η επιλογή αυτή έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τον νόμο 5314/2026, ο οποίος είχε ψηφιστεί μόλις έναν μήνα νωρίτερα και προέβλεπε εθελοντικές συνενώσεις των ΔΕΥΑ. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η ίδια κυβέρνηση εγκατέλειψε την αρχή της εθελοντικής συνεργασίας και επέβαλε την αναγκαστική απορρόφηση δημοτικών επιχειρήσεων από την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.

Η θέση της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο κατακερματισμός των παρόχων, η υποστελέχωση, τα χρέη και οι μεγάλες απώλειες νερού καθιστούν αναγκαία τη δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων. Κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ μπορούν να εξασφαλίσουν τεχνική επάρκεια, οικονομίες κλίμακας, καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ταχύτερη υλοποίηση έργων. Ο υπουργός Περιβάλλοντος απέρριψε ότι πρόκειται για ιδιωτικοποίηση, επικαλούμενος την πλειοψηφική συμμετοχή του Δημοσίου στις δύο εταιρείες.

Η απάντηση αυτή, όμως, δεν αντιμετωπίζει την ουσία της κριτικής. Δημόσιο νερό δεν σημαίνει απλώς κατοχή του 50% συν μία μετοχή. Σημαίνει κοινωνικό έλεγχο, διαφάνεια, συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και επανεπένδυση των εσόδων στις υποδομές, χωρίς προτεραιότητα στην κερδοφορία και στα μερίσματα των ιδιωτών μετόχων.

«Τι είμαστε εμείς; Χρηματιστηριακός μεζές;»

Ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΑ και δήμαρχος Ρεθύμνου Γιώργος Μαρινάκης περιέγραψε χαρακτηριστικά την ανησυχία των δημοτικών επιχειρήσεων. Υπενθύμισε ότι ο πρόσφατος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης προέβλεπε εθελοντικές συνεργασίες και συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ. Λίγο αργότερα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος επέβαλε υποχρεωτικές απορροφήσεις, ακυρώνοντας στην πράξη αυτή την κατεύθυνση. Αναφερόμενος στην αύξηση της οικονομικής και χρηματιστηριακής αξίας των δύο εταιρειών μετά τις απορροφήσεις, έθεσε το ερώτημα: «Τι είμαστε εμείς; Χρηματιστηριακός μεζές;» Η φράση συνοψίζει τον βασικό φόβο των ΔΕΥΑ: ότι τα δίκτυα, η περιουσία, οι καταναλωτές και τα έσοδά τους θα χρησιμοποιηθούν για τη μεγέθυνση των εισηγμένων εταιρειών.

Ο «Εύρυτος» και η υποχώρηση της κυβέρνησης

Ισχυρές αντιδράσεις προκάλεσε και η διάταξη για το σχέδιο «Εύρυτος», που αφορά τη δυνατότητα μεταφοράς νερού από τον Κρικελλοπόταμο και τον Καρπενησιώτη προς το υδροδοτικό σύστημα της Αττικής.  Η αρχική διάταξη προέβλεπε ευρείες παρεκκλίσεις από την ισχύουσα νομοθεσία και δυνατότητα τροποποίησης των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής με υπουργική απόφαση.

Μετά τις αντιδράσεις της Ευρυτανίας, δήμων και περιβαλλοντικών φορέων, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να τροποποιήσει τη διάταξη, περιορίζοντας τυπικά την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ακραίας ανάγκης.

Η υποχώρηση επιβεβαίωσε ότι η αρχική πρόβλεψη ήταν υπερβολικά ευρεία. Το σχέδιο, ωστόσο, δεν εγκαταλείφθηκε. Οι τοπικές κοινωνίες ζητούν ουσιαστική διαβούλευση και πλήρη εξέταση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων πριν από οποιαδήποτε εκτροπή.

Η λειψυδρία ως άλλοθι για αδιαφανείς αναθέσεις

Ακόμη σοβαρότερες ανησυχίες προκαλεί το άρθρο 36, το οποίο θεσπίζει ειδικές διαδικασίες για την κατεπείγουσα εκτέλεση έργων σε περιοχές που κηρύσσονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας.

Με τη ρύθμιση, το Υπουργείο Περιβάλλοντος μπορεί να αναλάβει τον σχεδιασμό, την ανάθεση και την εκτέλεση έργων ακόμη και όταν αυτά δεν ανήκουν κανονικά στις αρμοδιότητές του. Οι διαδικασίες μπορούν να εφαρμοστούν και όταν αναθέτοντες φορείς είναι η ΕΥΔΑΠ ή η ΕΥΑΘ.

Το άρθρο προβλέπει σημαντικές παρεκκλίσεις από τις συνήθεις διαδικασίες δημοσίων έργων:

Δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 49 και 50 του νόμου 4412/2016 και αρκεί περιορισμένος αριθμός τεχνικών τευχών. Νομικοί και τεχνικοί σύμβουλοι μπορούν να προσλαμβάνονται χωρίς γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου και χωρίς υποχρεωτική χρήση του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων.

Η επιλογή αναδόχου γίνεται με διαδικασία διαπραγμάτευσης, με πρόσκληση σε τουλάχιστον τρεις εργοληπτικές επιχειρήσεις. Οι προσκαλούμενες εταιρείες έχουν μόλις δέκα εργάσιμες ημέρες για να καταθέσουν προσφορά, ενώ αποκλειστικό κριτήριο είναι η χαμηλότερη τιμή.

Η λειψυδρία μετατρέπεται έτσι σε θεσμική πύλη για κλειστούς διαγωνισμούς, περιορισμένο ανταγωνισμό και fast-track αναθέσεις μεγάλων έργων.

Η κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη ταχύτητας. Όμως ένα έκτακτο περιβαλλοντικό φαινόμενο δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμη εξαίρεση από τους κανόνες διαφάνειας. Όταν έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων μπορούν να ανατίθενται μεταξύ τριών επιλεγμένων εταιρειών, χωρίς ανοικτή διαδικασία και χωρίς το ΕΣΗΔΗΣ για κρίσιμα στάδια, δημιουργείται ένα προνομιακό πεδίο για τους μεγάλους εργοληπτικούς ομίλους.

Οι επικριτές του νόμου δεν αντιτίθενται στην έγκαιρη κατασκευή αναγκαίων υποδομών. Αντιτίθενται στη χρησιμοποίηση της λειψυδρίας για την αποδυνάμωση της δημόσιας λογοδοσίας και του ουσιαστικού ανταγωνισμού.

Η κινητοποίηση στο Σύνταγμα

Η αντίδραση εκφράστηκε και στους δρόμους.

Η συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιουλίου 2026 στο Σύνταγμα οργανώθηκε ύστερα από πρόσκληση της Πρωτοβουλίας για τη Διασφάλιση της Δημόσιας Διαχείρισης του Νερού.

Με κεντρικό αίτημα την απόσυρση του νομοσχεδίου, στην κινητοποίηση συμμετείχαν εργαζόμενοι στην ΕΥΔΑΠ, στην ΕΥΑΘ και στις ΔΕΥΑ, αυτοδιοικητικοί, σωματεία, περιβαλλοντικές οργανώσεις, συλλογικότητες και πολίτες. Η ΠΟΕ-ΔΕΥΑ προχώρησε επίσης σε στάση εργασίας κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια.

Η Πρωτοβουλία κατήγγειλε ότι η λειψυδρία αξιοποιείται για τη συγκέντρωση των υπηρεσιών σε εταιρικά σχήματα, την ενίσχυση της ΡΑΑΕΥ, τις κλειστές αναθέσεις έργων και τη μεταφορά του επενδυτικού κόστους στους καταναλωτές.

Η αντίθεση μέσα στη Βουλή

Το σύνολο της αντιπολίτευσης καταψήφισε τον νόμο.

Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε ένσταση αντισυνταγματικότητας, επικαλούμενο την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την υποχρεωτική αφαίρεση δημοτικών αρμοδιοτήτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε το υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο, το ΚΚΕ έκανε λόγο για περαιτέρω εμπορευματοποίηση, ενώ αντιρρήσεις εξέφρασαν επίσης η Ελληνική Λύση, η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας.

Οι διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες δεν αναιρούν το κοινό συμπέρασμα: μια τόσο μεγάλη αλλαγή δεν μπορεί να επιβάλλεται απέναντι στην Αυτοδιοίκηση και χωρίς κοινωνική συναίνεση.

Το ιστορικό της δυσπιστίας

Η δυσπιστία απέναντι στις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις δεν είναι αδικαιολόγητη.

Με τις αποφάσεις 190 και 191/2022, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ πρέπει να βρίσκονται υπό ουσιαστικό κρατικό έλεγχο.

Η κυβέρνηση δεν εφάρμοσε τις αποφάσεις. Αντίθετα, επιχείρησε με τον νόμο 4964/2022 να διατηρήσει τις μετοχές των δύο εταιρειών στο Υπερταμείο.

Εργαζόμενοι και πολίτες προσέφυγαν στο Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ, το οποίο το 2023 διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση δεν είχε συμμορφωθεί και την υποχρέωσε να επιστρέψει τις μετοχές στο Ελληνικό Δημόσιο.

Η κυβέρνηση συμμορφώθηκε μόνο μετά τη νέα δικαστική παρέμβαση. Αυτό εξηγεί γιατί οι σημερινές διαβεβαιώσεις περί προστασίας του δημόσιου χαρακτήρα αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη.

Τα τιμολόγια παραμένουν ανοιχτό ζήτημα

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο νόμος δεν προβλέπει άμεσες αυξήσεις. Πράγματι, δεν καθορίζονται μέσα στον νόμο νέες τιμές ανά κυβικό μέτρο. Αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι οι λογαριασμοί θα παραμείνουν σταθεροί.Η επέκταση των δύο εταιρειών απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε δίκτυα, αποχέτευση, επεξεργασία, άρδευση και μεταφορά νερού. Παράλληλα, η ΡΑΑΕΥ ενισχύεται και το μοντέλο ανάκτησης κόστους επιτρέπει την ενσωμάτωση λειτουργικών, επενδυτικών και χρηματοοικονομικών δαπανών στα τιμολόγια.

Το ερώτημα είναι απλό: ποιος θα πληρώσει τις επενδύσεις; Αν δεν καλυφθούν από δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, το κόστος θα μεταφερθεί στους καταναλωτές.

Οι μεγάλες καταναλώσεις μένουν στο απυρόβλητο

Η κυβέρνηση επικαλείται τη λειψυδρία, αλλά η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στους παρόχους και στην οικιακή κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, μεγάλα τουριστικά, βιομηχανικά και ψηφιακά έργα, όπως τα data centers, μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικές πρόσθετες ανάγκες σε νερό και ενέργεια. Μια πραγματική πολιτική κατά της λειψυδρίας θα έπρεπε να επιβάλλει διαφάνεια στις καταναλώσεις των μεγάλων εγκαταστάσεων, υποχρεωτική χρήση ανακτημένου νερού όπου είναι εφικτό και δεσμευτικά μέτρα εξοικονόμησης. Δεν μπορεί η ευθύνη να μεταφέρεται στους πολίτες, ενώ οι μεγάλες ιδιωτικές καταναλώσεις παραμένουν χωρίς επαρκή δημόσιο έλεγχο.

Ο αγώνας συνεχίζεται

Ο νόμος ψηφίστηκε, αλλά στερείται κοινωνικής και αυτοδιοικητικής νομιμοποίησης.

Ο επόμενος στόχος των δήμων, των ΔΕΥΑ, των εργαζομένων και των κοινωνικών κινημάτων είναι σαφής: να μην εφαρμοστούν οι υποχρεωτικές απορροφήσεις εκεί όπου οι δήμοι και οι τοπικές κοινωνίες δηλώνουν ότι διαφωνούν.

Οι δήμοι μπορούν να αξιοποιήσουν κάθε πολιτικό, θεσμικό και δικαστικό μέσο για να υπερασπιστούν την αρμοδιότητα, την περιουσία και τις υποδομές τους. Η ΚΕΔΕ έχει ήδη δηλώσει ότι θα στηρίξει τις σχετικές προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Παράλληλα, απαιτείται συνέχιση των κινητοποιήσεων, συντονισμός της Αυτοδιοίκησης με τους εργαζομένους και ενημέρωση των πολιτών για τις πραγματικές συνέπειες του νόμου.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν το Δημόσιο κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Είναι ποιος αποφασίζει για το νερό, ποιος πληρώνει τις επενδύσεις και ποιος ωφελείται οικονομικά από αυτές.

Το νερό είναι πραγματικά δημόσιο όταν βρίσκεται υπό κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο, όταν τα έσοδά του επιστρέφουν στις υποδομές και όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών — όχι όταν η δημοτική περιουσία μετατρέπεται σε χρηματιστηριακό μέγεθος και σε πεδίο κερδοφορίας ιδιωτών.

Η ψήφιση του νόμου δεν κλείνει τη σύγκρουση. Ανοίγει έναν νέο κύκλο αγώνα για να μην εφαρμοστεί απέναντι στη θέληση των δήμων και των πολιτών.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ