27.1 C
Athens
Κυριακή, 14 Απριλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ζωή σαν στοίχημα και το στοίχημα για μια άλλη ζωή, του Γιώργου Παυλόπουλου


 

Ήταν το τρίτο περιστατικό μέσα σε τρεις μέρες. Η ομάδα των 15χρονων που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο, διαφωνούσε έντονα σε ποιο διαδικτυακό στοίχημα έπρεπε να παίξει το χαρτζιλίκι. Χθες ο ντελιβαράς στο σουβλατζίδικο σιχτίριζε την «καντεμιά» που για λίγο δεν κέρδισε το ΚΙΝΟ και του κόστισε το μεροκάματο. Προχθές η είδηση ότι συνελήφθη εν ενεργεία συνταγματάρχης για ληστεία τράπεζας με χειροβομβίδα(!) λογω εθισμού στο τζόγο….

Νομίζω ότι δεν είναι τυχαία περιστατικά, αλλά φαινόμενα της ραγδαίας επέκτασης του τζόγου. Δεν έχει σχέση με το γνωστό έθιμο της περιόδου των εορτών των Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς. Χωρίς εξιδανίκευση του παρελθόντος, δεν μιλάμε για το γνωστό Σαββατιάτικο δελτίο του ΠΡΟΠΟ και το κρατικό λαχείο, ούτε για ένα σημαντικό μεν αλλά πολύ μειοψηφικό κομμάτι  που στο παρελθόν η ζωή του προσδιοριζόταν μονοδιάστατα από τον τζόγο και το τοκογλυφικό κύκλωμα γύρω από τον τζόγο.

Σήμερα αναφερόμαστε σε ένα πολλαπλάσιο κομμάτι πληθυσμού που επί καθημερινής βάσης έχει κυρίως διαδικτυακή σχέση με τα στοιχήματα, και αφορά από μαθητές και μεροκαματιάρηδες μέχρι αργόσχολους συνταξιούχους. Ακούς μαθητές να εκθειάζουν το συμμαθητή τους που κέρδισε 50 ευρώ και να καλούν τους υπόλοιπους σε διαδικτυακό τζογάρισμα. Παρατηρείς εργαζόμενους να στοιχηματίζουν εν ώρα εργασίας. Πηγαίνοντας στο καφέ είτε βλέπεις σκυφτούς στις διαδικτυακές εφαρμογές παιγνιδιών είτε την ώρα μετάδοσης ενός ματς καταλαβαίνεις ότι όλοι οι διπλανοί έχουν ποντάρει, κλπ.

Το φαινόμενο δεν πρέπει να μας απασχολήσει από  ηθικοπλαστικής πλευράς. Εξάλλου, αυτή είναι η προσέγγιση της νεοσυντηρητικής ατζέντας που εστιάζει σε μια «έκπτωση αξιών», και συγχρόνως  αγνοεί άλλες παραμέτρους. Οι δυο κρίσιμες παράμετροι που μονίμως αγνοεί η νεοσυντηρητική πλευρά είναι το κοινωνικό πλαίσιο και η κρατική πολιτική σαν υπηρέτης του Κεφαλαίου. Η κοινωνική πλευρά αφορά τα βαθύτερα αίτια που οδηγούν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα στην νοοτροπία του τζόγου.

Είναι ακριβώς η έλλειψη της προσδοκίας  καλύτερης ζωής μέσα από την καθημερινότητα ή την εργασία, που οδηγεί κοινωνικές ομάδες στην αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος μέσω «της τύχης που θα τους χαμογελάσει».

Είναι  η έκρηξη των ανισοτήτων και η προσπάθεια να νομιμοποιηθεί ο πλούτος το υπόστρωμα που μεταθέτει ιδεολογικά την αντίληψη από ικανοποίηση των αναγκών  μέσω εργασίας ή μέσω πολιτικής πάλης, σε μια ατομική αναζήτηση επιθυμιών που στο φαντασιακό θα πραγματοποιηθούν μέσω από την «τύχη». Τέλος, είναι και η υποχώρηση του προτάγματος της Αριστεράς και της ταξικής πάλης σαν η διέξοδος για καλυτέρευση της ζωής.

Η δεύτερη παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί είναι η κρατική πολιτική που προωθεί τα τυχερά παιγνίδια. Αν παλιά η κρατική πολιτική συνίστατο στο κρατικό λαχείο, στο ΠΡΟΠΟ (που τα έσοδα πήγαιναν στον Αθλητισμό) και στο καζίνο της Πάρνηθας, σήμερα η κρατική πολιτική είναι η διαπλοκή με τα ιδιωτικά συμφέροντα που κερδίζουν δισεκατομμύρια από τον τζόγο. Δεν υπάρχει μεγάλος αθλητικός οικονομικός παράγοντας που δεν συνδέεται άμεσα η έμμεσα με το στοίχημα. Οι ηλεκτρονικές σελίδες που ελέγχονται από γνωστούς οικονομικούς παράγοντες  έχουν σε περίοπτη θέση διαφημίσεις για στοιχήματα. Το ίδιο το κράτος θεωρεί αναπτυξιακό έργο την ανέγερση καζίνο στο Ελληνικό και το Μαρούσι, εντός του ιστού της πρωτεύουσας. Όσο για τον διαδικτυακό τζόγο που σήμερα κυριαρχεί καλυμμένος πίσω από το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της χώρας και της ΕΕ, το ενδιαφέρον ελέγχου είναι αντιστρόφως ανάλογο της παρέμβασης για ενοχλητικά αντικυβερνητικά σχόλια.

Το θέμα τυχερά παιγνίδια είναι πολυσύνθετο και προτάσεις δύσκολο να διατυπωθούν, ιδιαίτερα όταν τα τυχερά παιγνίδια δεν περιορίζονται πλέον σε καζίνο και την παραδοσιακή χαρτοπαικτική λέσχη. Αν όμως ισχύει ότι αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο που εξαπλώνεται, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η δε Αριστερά  έχει ακόμη πιο πολλούς λόγους για τα άκρως κερδοφόρα «ενεχυροδανειστηρια ελπίδας». Δεν αναφέρομαι στην πρώην Αριστερά που από την καταγγελία του σκανδάλου του ΟΠΑΠ, έφτασε στο σημείο να εναγκαλίζεται με τον Μελισσανίδη, και σε αυτούς που κατέληξαν να κάνουν κριτική στην ΝΔ γιατί άργησαν να μπουν οι μπουλντόζες στο Ελληνικό για να φτιαχτεί καζίνο και πολυτελείς κατοικίες των 10.000 ευρώ το τμ., ούτε σε αυτούς που ενέκριναν να μεταφερθεί το καζίνο Πάρνηθας (συμφερόντων Κόκκαλη, Λασκαρίδη) στο Μαρούσι.

Αναφέρομαι στην Αριστερά που πάντα έδειχνε έναν ενδιαφέρον στις προσεγγίσεις έχοντας υπόψη ότι εκτός από παραγωγικές δυνάμεις υπάρχουν και παραγωγικές σχέσεις. Αυτή την Αριστερά που έδειχνε ένα ενδιαφέρον για την μάχη στο ιδεολογικό επίπεδο. Ας θυμηθούμε οι πιο παλιοί πόσο επέδρασε στην αλλοίωση της συνείδησης του εργατικού κινήματος της εποχής  το τζογάρισμα στο Χρηματιστήριο τα ‘90s. Ας σκεφθούμε ότι ιδεολογικά η νοοτροπία του ατομικού στοιχήματος συνήθως ακυρώνει «το στοίχημα για μια άλλη ζωή».

Τέλος, εφόσον το έφερε ο καιρός και το μουντιάλ ποδοσφαίρου πέφτει στο μήνα της έξαρσης του τζόγου, θυμήθηκα τα λόγια από μια συνέντευξη του λατινοαμερικάνου συγγραφέα Ε Γκαλεάνο. Επέκρινε την υπερβολική ροπή των Λατινοαμερικάνικων χωρών στο τζόγο, σαν στρεβλή αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας και καταπίεσης. Συγχρόνως, επικροτούσε την αγάπη για το  ποδόσφαιρο  σαν ένα μέσο που  έδινε στις λαϊκές τάξεις το προνόμιο αναγνώρισης από τις ανώτερες. Από αυτή την άποψη η χώρα δεν γίνεται η Δανία του Νότου  όπως διακήρυξε  στο παρελθόν  ο Γ.Α.Π ούτε αναβαθμίζεται η θέση της στο «κέντρο της ΕΕ» όπως ισχυρίζεται ο σημερινός πρωθυπουργός. Μάλλον λατινοαμερικανοποιείται  και μάλιστα χωρίς καλό ποδόσφαιρο…

   

Ο Γ.  Παυλόπουλος είναι οικονομολόγος, εργαζόμενος στον τραπεζικό τομέα

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ