14.3 C
Athens
Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Επανεξοπλισμός της Ευρώπης: φόβος, καταναγκασμός και συναίνεση, του Μανώλη Δουβίτσα

Το 2025 αναδείχθηκε αναμφίβολα ως μια χρονιά που αποκρυστάλλωσε έντονα το κλίμα πολεμικής προετοιμασίας το οποίο υπάρχει αυτή την στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πενταετές εξοπλιστικό πρόγραμμα ReArm, ύψους 800 δισ. ευρώ, αποτελεί το νέο μεγάλο σχέδιο της ΕΕ, υλοποιούμενο σε βάρος του κοινωνικού κράτους και του βιοτικού επιπέδου των λαών. Ο νέος «οδικός χάρτης» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνει με σαφήνεια τους συγκεκριμένους σχεδιασμούς, προβλέποντας επενδύσεις που φτάνουν έως και 6,8 τρισ. ευρώ μέχρι το 2035.

Λίγο πριν το τέλος του έτους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε απόφαση που προετοιμάζει το έδαφος για τη λεγόμενη «στρατιωτική Σένγκεν». Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η άρση όλων των εμποδίων στην ελεύθερη μετακίνηση στρατευμάτων και πολεμικού εξοπλισμού σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ, με ιδιαίτερη έμφαση στα ανατολικά της σύνορα. Η κίνηση αυτή συνδέεται άμεσα και με την αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών, ώστε να ενισχυθεί η στρατιωτική εφοδιαστική υποστήριξη.

Στην επίσκεψή του στο Βερολίνο, τον περασμένο μήνα, ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επαίνεσε τη γερμανική κυβέρνηση για τη συμβολή της στην πολεμική προετοιμασία, δηλώνοντας ότι οι επανεξοπλισμοί είναι «ζωτικής σημασίας» αν οι Γερμανοί «δεν θέλουν να μιλούν ρωσικά». Πράγματι, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ  (πολιτικός εκπρόσωπος του δυτικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος) έχει κάθε λόγο να εμφανίζεται ικανοποιημένος, καθώς η γερμανική κυβέρνηση ενέκρινε πρόσφατα νέο πακέτο εξοπλισμών ύψους 50 δισ. ευρώ και σχεδιάζει να αυξήσει τον στρατιωτικό της προϋπολογισμό στα 150 δισ. ευρώ έως το 2029. Στις δηλώσεις του, ωστόσο, ο Ρούτε δεν περιορίστηκε στις φαιδρές αναφορές περί «ρωσικής γλώσσας», αλλά κάλεσε τους Ευρωπαίους να «προετοιμάζονται για μια κλίμακα πολέμου αντίστοιχη με εκείνη που υπέστησαν οι παππούδες και οι προπαππούδες μας», ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για το τι ακριβώς εννοούσε.

Οι περικοπές και η λιτότητα, βέβαια, δεν αγγίζουν τους μετόχους των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών πολεμικών ομίλων, οι οποίοι αναμένεται να μοιραστούν 5 δισ. δολάρια σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών. Οι ευνοημένοι καπιταλιστικοί όμιλοι της «νέας Ευρώπης», χάρη στην πολεμική προετοιμασία, βλέπουν παραγγελίες, πωλήσεις, κέρδη και χρηματιστηριακές αξίες να αυξάνονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γερμανική Rheinmetall, που το 2024 κατέγραψε αύξηση 61% στο λειτουργικό αποτέλεσμα και 34% στο καθαρό κέρδος μέσα σε μόλις έναν χρόνο (!), με τη μετοχή της να βρίσκεται σήμερα στα 1.900 ευρώ.

Από την μεριά της, η χώρα μας αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στην υλοποίηση των πολεμικών σχεδιασμών, τόσο στα ήδη ενεργά μέτωπα, όσο και στην προετοιμασία για έναν πιθανό γενικευμένο πόλεμο. Στον προϋπολογισμό του 2026, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 7 δισ. ευρώ, ενώ τον Απρίλιο ψηφίστηκε από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Ελληνική Λύση ένα 12ετές εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 25 δισ. ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο πολεμικός σχεδιασμός διαθέτει ευρύτατη πολιτική συναίνεση και αντιμετωπίζεται ως δεδομένος. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται και η απόκτηση της φρεγάτας «Κίμων», την οποία ο λαός πλήρωσε πανάκριβα. Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί μια «τεχνική» αμυντική αναβάθμιση, αλλά κομμάτι μιας συνολικότερης στρατηγικής όξυνσης των ανταγωνισμών στο Αιγαίο και πλήρους ευθυγράμμισης με τα πολεμικά σχέδια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Το νομοσχέδιο Δένδια, που εντατικοποιεί και αυστηροποιεί τους όρους στράτευσης της νεολαίας, εναρμονίζεται πλήρως με τη συνολική πολεμική προετοιμασία και τη μιλιταριστική φρενίτιδα που κυριαρχεί. Η πίεση προς τους νέους να παρακάμπτουν τις σπουδές τους ώστε να εντάσσονται στα 18, η αυστηροποίηση των αναβολών και των απαλλαγών, η σκλήρυνση των ποινών, ακόμη και οι απειλές για αφαίρεση ιθαγένειας, συνιστούν μόνο ορισμένους από τους νέους όρους που επιβάλλονται. Η «ισραηλοποίηση» του στρατού και της ελληνικής κοινωνίας, άλλωστε, αποτελεί εδώ και χρόνια διακηρυγμένο στόχο του αστικού μπλοκ εξουσίας.

Η ελληνική περίπτωση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο αναδιάρθρωσης και ενίσχυσης των στρατών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία, όπου θεσπίστηκε ο έλεγχος της διαθεσιμότητας των νέων στα 18 για στράτευση, ενώ αφήνονται ανοιχτά παράθυρα για την επιστροφή της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός αλλάζει ταχύτητα και απαιτεί έναν ανθρωπότυπο πειθαρχημένο, υποταγμένο και έτοιμο, αν το επιτάσσουν οι συγκυρίες, να επιστρέψει στον τόπο του με φέρετρο (όπως είπε ο Δένδιας), υπηρετώντας τα συμφέροντα της «πατρίδας» του… της ΕΕ. Μιας ΕΕ, που μέσα σε ένα πλαίσιο παραγωγικής στασιμότητας, ενεργειακής εξάρτησης και τεχνολογικής υστέρησης, επιχειρεί να παίξει το τελευταίο της χαρτί στον επανεξοπλισμό και, αν χρειαστεί, στον πόλεμο.

Το ευρύτερο κλίμα πολεμικής προετοιμασίας δεν αποτελεί απλώς μια «ξερή» προπαγάνδα που στοχεύει στην πλύση εγκεφάλου της νεολαίας και των λαών, αλλά ένα σύνολο απτών, καθημερινών μιλιταριστικών πρακτικών, κομμένων και ραμμένων ώστε να συμβάλλουν στην αναπαραγωγή ενός επικίνδυνου συστήματος που αναζητά νέους τρόπους επιβίωσης. Την ίδια στιγμή, η στρατιωτικοποίηση των κοινωνιών και της νεολαίας εξυπηρετεί άμεσα τις ανάγκες του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, το οποίο, στο πλαίσιο μιας νέας παραγωγικής στροφής, αποκτά αυξημένες  (και χαμηλού κόστους ) απαιτήσεις ως προς τις δοκιμές, τη διανομή και τον χειρισμό των οπλικών προϊόντων.

Παράλληλα, ο φόβος που καλλιεργείται μέσα στο γενικευμένο πολεμικό κλίμα επιχειρεί να πείσει τον εργαζόμενο, σε ολόκληρη την Ευρώπη, ότι αναγκαίο είναι το νέο αντιπυραυλικό σύστημα της εκάστοτε ευρωπαϊκής ή αμερικανικής πολυεθνικής, και όχι το διαγνωστικό μηχάνημα που λείπει από το κέντρο υγείας του τόπου του, ούτε το προσωπικό που απαιτείται για να το λειτουργήσει.

Έτσι, το σύστημα επικαλείται τον «εξωτερικό κίνδυνο» προκειμένου να προλάβει ή να καταστείλει τον εσωτερικό για αυτό κίνδυνο: την ανάδυση, τη μαζικοποίηση και την επέκταση των πολύμορφων λαϊκών κινημάτων. Στα καθ’ ημάς, όχι και πολλά χρόνια πριν, οι απειλές προέρχονταν από τις μη εκταμιεύσεις των δανείων του ΔΝΤ και της ΕΚΤ και από τις κακές αξιολογήσεις των αγορών. Σήμερα, εντός μιας μεταμνημονιακής πραγματικότητας και με τη χώρα πλήρως προσδεδεμένη στο φιλοπόλεμο άρμα, έχοντας μετατραπεί σε «βενζινάδικο» και μεσογειακό φυλάκιο του δυτικού ιμπεριαλισμού, ο «εξωτερικός κίνδυνος» αναβαθμίζεται, πετώντας πλέον… πυραύλους.

Μια πλατιά εναντίωση στο ευρωπαϊκό εξοπλιστικό πρόγραμμα, τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί ευθεία ρήξη με τον πυρήνα των στρατηγικών κατευθύνσεων της ΕΕ και δημιουργεί ένα κοινό νήμα που συνδέει τους υπαρκτούς κοινωνικούς αγώνες, είτε μιλάμε για τα μπλόκα των αγροτών στους ελληνικούς αυτοκινητοδρόμους, είτε για τις αντιμιλιταριστικές διαδηλώσεις των μαθητών στις γερμανικές πόλεις, είτε για τις μεγάλες, μαζικές φιλειρηνικές διαδηλώσεις στις πόλεις της Ιταλίας.

Οι ζωτικές, στο «εδώ και τώρα», ανάγκες των λαών για αύξηση του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς και για υγεία, παιδεία και ευρύτερες κοινωνικές παροχές, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την αποτροπή ενός όχι και τόσο μακρινού πολέμου. Η κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας, πέρα από τους υπαρκτούς κινδύνους, δημιουργεί ταυτόχρονα και ιστορικών διαστάσεων ευκαιρίες για μια νέα αγωνιστική άνοιξη των λαών.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ