Πολιτικές και οικονομικές σχέσεις Γερμανίας – ΕΣΣΔ κατά τη δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1918 – 1933), του Αλεξάντερ Κάντζιας – Ρόντε

 

Κατά την περίοδο 1919-1933 αναπτύσσεται σταδιακά μια ιδιαίτερα στενή και πολυεπίπεδη σχέση ανάμεσα στην Γερμανία και την Σοβιετική Ένωση που εκτεινόταν στον διπλωματικό, οικονομικό, επιστημονικό και στρατιωτικό τομέα. Η φαινομενικά παράδοξη αυτή συνεργασία μεταξύ κρατών που είχαν δύο αντιπαραθετικά μεταξύ τους κοινωνικοπολιτικά συστήματα, οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων που την καθιστούσαν όχι μόνο εφικτή, αλλά και επιβεβλημένη. Οι δυο μεγάλες ηττημένες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εξαναγκαστεί σε ταπεινωτικές συνθήκες ειρήνης και τις εξανάγκαζαν να αποχωριστούν σημαντικά τμήματα της επικράτειας τους, βρίσκονταν απομονωμένες πολιτικά και οικονομικά, ενώ ο γερμανικός στρατός είχε συρρικνωθεί και του είχε απαγορευτεί να κατέχει βαρέα όπλα. Παρ όλα αυτά η προσέγγιση των δύο χωρών δεν υπήρξε ούτε αυτονόητη, ούτε πάντα ομαλή. Όχι μόνο οι διαφορές σε ιδεολογικό επίπεδο, αλλά και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών αυτών δυσκόλευαν την προσέγγιση αυτή, για να μην ξεχνάμε τις εκατέρωθεν προσπάθειες ανατροπής των καθεστώτων της άλλης πλευράς.

Μετά από την αποτυχία των στρατιωτικών επιχειρήσεων ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία την άνοιξη του 1919, οι δυτικές δυνάμεις επικεντρώθηκαν στον εμπορικό αποκλεισμό της χώρας, με σκοπό να καταστρέψουν την, έτσι κι αλλιώς αδυνατισμένη, οικονομία της. Εντός των γερμανικών ελίτ υπήρχε έντονος προβληματισμός για το αν η Γερμανία θα έπρεπε να συμμετάσχει στην συμμαχία αυτή, κάτι που απέτρεψε η έντονη δυσαρέσκεια για τους όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών. Βέβαια ιδιαίτερα στην Βαλτική, πολλοί Γερμανοί εθνικιστές, οργανωμένοι στα παραστρατιωτικά ελεύθερα τάγματα (Freikorps), πολεμούσαν στο πλευρό των Λευκών, έχοντας μάλιστα πρωτοστατήσει και στην κατάληψη της Ρίγας. Μαζί με τους Λευκούς βρέθηκαν να πολεμούν και πολλές μονάδες του γερμανικού στρατού που είχαν εξαιρεθεί από την εκκένωση των κατειλημμένων εδαφών. Μετά από την οριστική αποτυχία της εισβολής, οι περισσότεροι δεν ακολούθησαν την υποχώρηση των μονάδων τους, αλλά εντάχθηκαν στις γραμμές των Λευκών, ως την άνοιξη του 1920 όμως οι δυνάμεις αυτές θα έχουν εκμηδενιστεί.

Κύκλοι της γερμανικής βαριάς βιομηχανίας είχαν από πολύ νωρίς δείξει ενδιαφέρον για συνεργασία με τους Μπολσεβίκους. Το καλοκαίρι του 1919, μια «βιομηχανική αποστολή» επισκέφτηκε την Μόσχα, με σκοπό να μελετήσει τις βιομηχανικές υποδομές της χώρας. Αλλά και στη ρωσική πλευρά άρχισαν  να αντιλαμβάνονται ότι μια συνεργασία με την Γερμανία θα προκαλούσε αντιφάσεις και διαιρέσεις στο στρατόπεδο των καπιταλιστικών κρατών. Σύντομα τα λιμάνια της Βαλτικής ήταν ξανά ανοιχτά και το εμπόριο ανάμεσα στις δύο χώρες άρχισε και πάλι να ανθίζει. Το προσωρινό εμπορικό σύμφωνο του Μαΐου του 1921 αποτελούσε αναγνώριση του γεγονότος αυτού, ο χαρακτήρας του βέβαια ήταν βασικά πολιτικός, καθώς αναγνώριζε διπλωματικές αντιπροσωπίες άρα και την Σοβιετική Ρωσία από γερμανικής πλευράς. Παρ’ όλα αυτά οι διακρατικές σχέσεις εξελίσσονταν αργά εξαιτίας των παλινωδιών της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής και των προσπαθειών των Σοβιετικών να βελτιώσουν τις σχέσεις τους και με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα συμφέροντα της γερμανικής αστικής τάξης ήταν διασπασμένα, η ελαφριά βιομηχανία προσανατολιζόταν στις δυτικές αγορές ενώ η βαριά επεδίωκε να διεισδύσει στην τεράστια ρωσική αγορά και να εκμεταλλευτεί τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας της οποίας ήταν άλλωστε από παλιά ο βασικός προμηθευτής τεχνολογικού εξοπλισμού και βιομηχανικών αγαθών της Ρωσίας, καθώς πριν από τον πόλεμο το 47,5% των εισαγωγών και το 29,8% των εξαγωγών της πραγματοποιούνταν από και προς την Γερμανία.1

Η οριστική λήξη του σοβιετό-πολωνικού πολέμου το Μάρτιο του 1921 έφερε νέες εδαφικές απώλειες για την Ρωσία και πάγωσε τις γερμανικές ελπίδες ανάκτησης των εδαφών που με την Συνθήκη των Βερσαλλιών είχαν παραχωρηθεί στο νεοσύστατο Πολωνικό κράτος που υπήρχαν όταν ο κόκκινος στρατός προέλαυνε προς την Βαρσοβία, σκορπώντας ενθουσιασμό σε πλατιά στρώματα της γερμανικής κοινωνίας που ήλπιζαν ότι Σοβιετικοί θα συνέτριβαν τους Πολωνούς, θα διαμέλιζαν την χώρα τους και θα επέστρεφαν στην Γερμανία τα χαμένα της εδάφη. Χιλιάδες  Γερμανοί εθελοντές πολέμησαν στις τάξεις του κόκκινου στρατού, πολλοί από τους οποίους μάλιστα προερχόταν από τον χώρο της ακροδεξιάς, έχοντας πιθανότατα πολεμήσει το προηγούμενο διάστημα εναντίων των Γερμανών κομμουνιστών.

Τον Μάρτη του 1921 υιοθετείται από την Μόσχα η Νέα Οικονομική Πολιτική. Στόχος της ήταν η αναδιοργάνωση της κατεστραμμένης ρωσικής οικονομίας,2 μαζί με την εκτόνωση της διάχυτης κοινωνικής δυσαρέσκειας ιδίως των μικροαστικών στρωμάτων, μέσω της αποκέντρωσης και της φιλελευθεροποίησης τόσο του αγροτικού, όσο και του βιομηχανικού και του εμπορικού τομέα, εισάγοντας ορισμένα κριτήρια καπιταλιστικής διαχείρισης και λογικής.

Ήταν όμως και απόρροια μιας αντίληψης πως ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να γεννηθεί παρά μονάχα σε μια κοινωνία με ανεπτυγμένη βαριά βιομηχανία, απαραίτητη και για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου.3 Ταυτόχρονα η ΝΕΠ εκλαμβανόταν και ως «υποχώρηση», με στόχο την ανασύνταξη δυνάμεων για την μελλοντική επιτάχυνση της διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό. θα εγκαταλειπόταν άρα αμέσως μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες. Οι Σοβιετικοί πίστευαν πως έπρεπε πρώτα να διδαχτούν από τα ανεπτυγμένα βιομηχανικά έθνη, ιδίως από τους Γερμανούς, στην οποία θα συνυπήρχαν καπιταλιστικές και σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, μέχρι οι δεύτερες να έχουν αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό που να υπερκεράσουν τις πρώτες.

Ο «ελεγχόμενος καπιταλισμός που θα προέκυπτε θα επέτρεπε τον εξηλεκτρισμό και την εκβιομηχάνιση της χώρας. Επιπλέον ήλπιζαν ακόμη ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η σοσιαλιστική επανάσταση θα επικρατούσε και σε άλλες χώρες. Καθώς όμως το ενδεχόμενο αυτό απομακρυνόταν, η αύξηση των εμπορευματικών καπιταλιστικών σχέσεων έλαβε τελικά πολύ μεγαλύτερη έκταση από ότι αρχικά σχεδιαζόταν. Σταδιακά άρχισε να αποκαθίσταται και η ελευθερία στο εμπόριο βιομηχανικών αγαθών. Το 1921 επετράπη η λειτουργία μικρών ιδιωτικών  επιχειρήσεων και η κατοχή ιδιωτικής περιουσίας κάτι που επέτρεπε και την δημιουργία μεικτών εταιριών. που θα προέκυπταν από την σύμπραξη μιας ξένης καπιταλιστικής κοινοπραξίας και μιας υπηρεσίας του σοβιετικού κρατικού μηχανισμού. Είχαν το διπλό πλεονέκτημα ότι αφενός αποκρυβόταν ο εν μέρει κρατικός τους χαρακτήρας, κάτι που παρείχε το νομικό πλαίσιο για την δραστηριοποίηση τους και στο εξωτερικό και αφετέρου ότι παρέχονταν εγγυήσεις στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων στο σοβιετικό έδαφος.

Οι Ευρωπαίοι έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η εκμετάλλευση των πλούσιων πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ρωσίας μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στην ανάκαμψη της οικονομίας. Έτσι από το 1922 και μετά όταν και είχε διαφανεί ότι το καθεστώς των Μπολσεβίκων θα επιβίωνε το ερώτημα δεν ήταν πλέον αν οι καπιταλιστικές χώρες θα σύναπταν εμπορικές σχέσεις με την Σοβιετική Ρωσία, αλλά του τι είδους θα ήταν οι σχέσεις αυτές. Ειδικά για την Γερμανία, που εκείνο τον καιρό βρισκόταν αντιμέτωπη με μια μεγάλη κρίση υπερπληθωρισμού, αντιμετώπιζε άρα στενότητα κεφαλαίων, το γεγονός ότι οι εταιρίες αυτές δούλευαν με μικρά κεφάλαια και δεν απαιτούσαν μακροπρόθεσμη δέσμευση κεφαλαίων, αποτελούσε ένα ιδιαίτερα ελκυστικό κίνητρο.

Αλλά και οι στρατιωτικές αρχές διαπραγματεύονταν με τις σοβιετικές αρχές, χωρίς πάντα την γνώση των γερμανικών κυβερνήσεων. Σε σοβιετικό έδαφος θα δημιουργηθούν έτσι σταδιακά μια σχολή τεθωρακισμένων (στο Καζάν), μια σχολή Ικάρων (στο Λιπέτσκ), και ένα εργοστάσιο παραγωγής χημικών αερίων.5 Θα δημιουργηθούν ακόμα ένα εργοστάσιο κατασκευής γερμανικών πολεμικών αεροσκαφών, ένα ναυπηγείο υποβρυχίων και ένα εργοστάσιο πυροβόλων και βλημάτων, το τελευταίο από τον όμιλο Krupp 6 στον οποίο θα παραχωρηθεί και μια εκτεταμένη περιοχή στην νότια Ρωσία για τη δημιουργία ενός εργοστασίου και ενός πεδίου δοκιμών για αγροτικά μηχανήματα.

Από τον Οκτώβριο του 1921 η Σοβιετική Ρωσία επεδίωκε την σύγκλιση μιας διεθνούς συνδιάσκεψης για την υπογραφή μιας οριστικής μεταπολεμικής συνθήκης – την αναγνώριση βασικά της χώρας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Στη συνδιάσκεψη της Γένοβας τον Απρίλιο του 1922 όμως τόσο αυτή όσο και η Γερμανία είχαν αποκλειστεί, γεγονός που όξυνε την δυσαρέσκεια τους. Το σχέδιο των Σοβιετικών για την ειρήνη και τον αφοπλισμό είχε απορριφθεί. και εκείνοι είχαν απορρίψει τις αξιώσεις των Δυτικών για επιστροφή των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που πριν από την επανάσταση ανήκαν σε Ευρωπαίους. Έτσι οι δύο χώρες υπέγραψαν την συνθήκη του Ραπάλλο, η Γερμανία δεσμευόταν ότι δεν θα συμμετείχε σε κανένα διεθνές σχήμα εκμετάλλευσης των ρωσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Συμφωνήθηκε η δημιουργία ενός κοινού οικονομικού μετώπου, που μεταξύ άλλων περιλάμβανε την γερμανική συμμετοχή στις μεικτές επιχειρήσεις. Ακόμα συμφωνήθηκε η αμοιβαία παραίτηση από όλες τις οικονομικές απαιτήσεις, περιλαμβανομένων και της καταβολής αποζημιώσεων για τις κρατικοποιημένες επιχειρήσεις που άνηκαν σε Γερμανούς πολίτες και  υιοθετήθηκε η ρήτρα του «μάλλον ευνοούμενου κράτους», «η οποία όριζε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεώνονταν να παρέχουν και μεταξύ τους την ίδια ευνοϊκή μεταχείριση που παρέχουν σε οποιοδήποτε τρίτο κράτος». 7

Το 1923 ήταν η χρονιά κορύφωσης της μεταπολεμικής κρίσης της Γερμανίας, που έφερε την χώρα στα πρόθυρα της διάλυσης. Ο πληθωρισμός είχε απαξιώσει το νόμισμα, οι Γάλλοι είχαν καταλάβει την βιοημχανική περιοχή του Ρουρ, ενώ αυτονομιστικά κινήματα διεκδικούσαν την απόσχιση διαφόρων επαρχιών. Οι πολίτες έχαναν όλο και περισσότερο την πίστη τους στην δυνατότητα της δημοκρατίας να διασφαλίσει το μέλλον της χώρας. Όμως οι εκτιμήσεις της Διεθνούς για επανάσταση δεν επιβεβαιώθηκαν και η εξέγερση των Γερμανών κομμουνιστών γνώρισε αιματηρή καταστολή, κάτι που οδήγησε και στο προσωρινό πάγωμα των σχέσεων των δύο χωρών

Η Μόσχα προσανατολίζεται εντονότερα στην υποστήριξη επαναστατικών και αυτονομιστικών κινημάτων στην Ασία, μεταξύ άλλων σε Ινδία, Περσία και Αφγανιστάν, κάτι που σήμαινε την άμεση αντιπαράθεση με την Μεγάλη Βρετανία. Από το 1924  και τα εσωτερικά ζητήματα κερδίζουν σε σημασία Η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια χώρα», έδειχνε να προσφέρει ένα σαφές και αισιόδοξο πλαίσιο για την επίτευξη των οικονομικών στόχων, ήταν όμως παράλληλα και μια «θεωρία της ανάγκης», αναγνώριση του γεγονότος ότι η πολυαναμενόμενη παγκόσμια επανάσταση δεν είχε ακόμη εκδηλωθεί και ότι η Σοβιετική Ένωση συνέχιζε να είναι διεθνώς απομονωμένη. Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς ξέσπασε μια νέα κρίση όταν ο καταζητούμενος Γερμανός κομμουνιστής Johannes Bozenhardt ζήτησε καταφύγιο στην σοβιετική εμπορική αντιπροσωπεία του Βερολίνου. Παρά το γεγονός ότι το κτίριο της αντιπροσωπείας θεωρούνταν σοβιετικό έδαφος, η αστυνομία εισέβαλε στο εσωτερικό του, συνέλαβε τον Bozenhard και ερεύνησε τα γραφεία της. Η σοβιετική κυβέρνηση διέκοψε αμέσως τις εμπορικές σχέσεις με την Γερμανία και προχώρησε στο κλείσιμο της αντιπροσωπείας.

Στις 26 Οκτωβρίου δυο Γερμανοί φοιτητές που επισκέπτονταν την ΕΣΣΔ συλλαμβάνονται στην Μόσχα και καταδικάζονται ως κατάσκοποι. Η υπόθεση αυτή ήταν σε άμεση συνάρτηση με μια δίκη που θα ξεκινούσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1925 στην Λειψία, στην οποία  κατηγορούμενοι ήταν πράκτορες των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών (OGPU), οι οποίοι κατηγορούνταν ότι σχεδίασαν και εκτέλεσαν μια σειρά δολοφονιών και άλλων εγκληματικών ενεργειών εντός του γερμανικού εδάφους. Ο βασικός κατηγορούμενος ήταν ο  P.S Skoblevsky , ο οποίος είχε παίξει ηγετικό ρόλο στην εξέγερση του Οκτωβρίου του 1923. Στις 22 Απριλίου το δικαστήριο θα καταδικάσει τον Skoblevsky και δυο Γερμανούς πολίτες σε θάνατο. Το καλοκαίρι η σοβιετική δικαιοσύνη θα προχωρήσει στην αναψηλάφηση της υπόθεσης των δύο φοιτητών, αποδίδοντας τους πλέον και κατηγορίες για του ότι σχεδίαζαν να δολοφονήσουν τον Στάλιν και τον Τρότσκι, κατηγορίες που ήταν σχεδόν ταυτόσημες με εκείνες εναντίων του Skoblevsky. Στις 3 Ιουλίου το δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο τους δύο φοιτητές, η ποινή τους όμως (όπως και εκείνη του Skoblevsky) δεν θα εκτελεστεί.

Το 1925 η Μόσχα, παρατηρούσε με έντονη συνεργασία την ολοένα και στενότερη συνεργασία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών, αποκρυσταλλωμένη στο  σχέδιο Dawes, με το οποίο η αποπληρωμή των πολεμικών επανορθώσεων προσδενόταν στις αποδόσεις της Γερμανικής οικονομίας. Η Μεγάλη Βρετανία είχε απορρίψει τις Σοβιετικές προτάσεις για την υπογραφή μιας διακρατικής συμφωνίας, ενώ η εκλογή του γηραιού στρατάρχη Ηindenburg στην θέση του προέδρου του Ράιχ ενέτεινε ακόμη περισσότερο της ανησυχίες της Μόσχας για το μέλλον των σχέσεων της με την Γερμανία, αλλά και για την διεθνή κατάσταση, δεδομένης και της κακής κατάστασης του κόκκινου στρατού. Τα επόμενα χρόνια πολλοί Γερμανοί στρατιωτικοί θα συμβάλλουν αποφασιστικά στον εκσυγχρονισμό και την εκπαίδευση του.

Το σημαντικότερο γεγονός της χρονιάς είναι η διεθνής συνδιάσκεψη του Λοκάρνο, που κατέληξε στην υπογραφή μιας σειράς συμφωνιών, στον πυρήνα των οποίων βρισκόταν  μια συνθήκη με την οποία η Γερμανία από την μια και η Γαλλία και το Βέλγιο από την άλλη δεσμεύονταν να μην καταφύγουν στην βία για αλλαγή των συνόρων τους. Η Γερμανία αναγνώριζε ότι η κοιλάδα του Ρήνου αποτελούσε αποστρατικοποιημένη ζώνη, ενώ στην ανατολική Ευρώπη αφηνόταν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ειρηνικής αναθεώρησης της συνθήκης των Βερσαλλιών προς όφελος της. Και με την αποδοχή της στην Κοινωνία των Εθνών η χώρα επέστρεφε οριστικά στην διεθνή σκηνή. Στο περιθώριο του Λοκάρνο η Γερμανία υπέγραψε και μια νέα συμφωνία με την Σοβιετική Ένωση στη Μόσχα που στόχευε στην αποκατάσταση του διακρατικού εμπορίου στα προπολεμικά επίπεδα και αναγνώριζε το σοβιετικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο. Το πιο σημαντικό σημείο της όμως ήταν η παροχή ενός βραχυπρόθεσμου δανείου ύψους 100 εκατομμυρίων μάρκων προς την σοβιετική κυβέρνηση μέσω των γερμανικών τραπεζών.8

Τα αποτελέσματα του Λοκάρνο ενέτειναν ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες των Σοβιετικών.5 Για να διασκεδάσει τις ανησυχίες τους  η Γερμανία υπέγραψε στις 24 Απριλίου 1926 την συμφωνία του Βερολίνου, με την οποία οι δύο πλευρές δεσμεύονταν για αμοιβαία ουδετερότητα στην περίπτωση που κάποια από τις δύο δεχόταν απρόκλητη επίθεση από κάποια τρίτη χώρα. Ταυτόχρονα δεσμεύονταν να μην συμμετάσχουν σε κανενός είδους συμμαχία που θα επέβαλλε στο άλλο μέρος οικονομικό αποκλεισμό, ακόμα και αν αυτός οργανωνόταν από την Κοινωνία των Εθνών.  Τον Αύγουστο υπογράφηκε μια ακόμη συμφωνία για παροχή ενός δανείου 300 εκατομμυρίων μάρκων στην Σοβιετική Ένωση για την αγορά γερμανικού βιομηχανικού εξοπλισμού. 9

Το 1927 οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών θα γνωρίσουν μια νέα ανάπτυξη, με την γερμανική κυβέρνηση να προβαίνει στην παροχή εγγυήσεων ύψους 330 εκατομμυρίων μάρκων για τις γερμανικές εξαγωγές. Τον Απρίλιο οι Σοβιετικοί θα εξασφαλίσουν ένα ακόμη δάνειο 315 εκατομμυρίων μάρκων, με την προϋπόθεση το ποσό αυτό να χρησιμοποιηθεί για την αγορά γερμανικών βιομηχανικών προϊόντων. 10 Τα αιτήματα για μεγαλύτερα δάνεια ωστόσο θα απορριφθούν. Το 1928, χρονιά υιοθέτησης του Α’ Πενταετούς Πλάνου οι διακρατικές σχέσεις θα κορυφωθούν. Η εκτίμηση πλέον ήταν ότι η Σοβιετική Ένωση θα βρισκόταν για καιρό ακόμα διεθνώς απομονωμένη, αντιμετωπίζοντας μάλιστα τον κίνδυνο να εμπλακεί σε πόλεμο με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Επιπλέον η χώρα δεν ήθελε να στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων προς τις καπιταλιστικές χώρες και να απεμπλακεί από την έντονη εξάρτηση από τα γερμανικά κεφάλαια. 11

Ήταν και παραδοχή ότι η ΝΕΠ δεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να επιλύσει. Στην γεωργία μπορεί να επέτρεψε μια αναγέννηση, η χώρα όμως εξακολουθούσε να εισάγει σιτηρά, ενώ δεν είχε καταφέρει και να προσελκύσει ξένες επενδύσεις στο βαθμό που το επιθυμούσαν οι Μπολσεβίκοι. Βασικά όμως δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την κατάρρευση των εξαγωγών, έτσι η άποψη ότι η Σοβιετική Ένωση έπρεπε να προχωρήσει στην εκβιομηχάνιση στηριζόμενη κυρίως στις δικές της δυνάμεις έβρισκε όλο και μεγαλύτερη απήχηση.

Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης διαλύεται το ευρωπαϊκό σύστημα δυνάμεων που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από το 1924. Η αυξανόμενη δύναμη των εθνικοσοσιαλιστών προκαλεί μεγάλη αβεβαιότητα στην Σοβιετική Ένωση  και εντείνει τις προσπάθειες προσέγγισης με άλλες δυνάμεις και την στροφή προς την Ασία, στηρίζοντας το εθνικιστικό Κouamitang στην Κίνα, αλλά και η δημιουργία κομμουνιστικής κυβέρνησης στην επαρχία Kuangsi τον Δεκέμβριο του 1931. Αντίστοιχα η απαλλαγή της Γερμανίας από την αποπληρωμής πολεμικών επανορθώσεων, αρχικά με το σχέδιο Young και κατόπιν με την συνδιάσκεψη της Λωζάννης τον Ιούλιο του 1932, η αναγνώριση του δικαιώματος επανεξοπλισμού της τον Νοέμβριο του ίδιου έτους και η αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων από την Ρηνανία τον Ιούνιο του 1930, είναι το αποτέλεσμα μιας ουσιαστικής προσέγγισης της με την Δύση.

Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών θα εξακολουθήσουν να είναι ιδιαίτερα στενές. Την πενταετία την πενταετία 28-33 δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί μηχανικοί και ειδικευμένοι εργάτες εργάστηκαν στην Σοβιετική ενώ οι γερμανικές εξαγωγές γνώρισαν νέα ανάπτυξη. Τον Απρίλιο του 1929 μια αποστολή βιομηχάνων και επισήμων επισκέφτηκε την Μόσχα και το λιμάνι του Königsberg. Αντίθετα η φιλοξενία μεγάλων αντιπροσωπειών Γερμανών εργατών, όπως εκείνες που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 1925, 1926 και 1927 ταίριαζαν λιγότερο στο νέο σχήμα και δεν επαναλήφθηκαν. Τον Αύγουστο του 1931 υπογράφτηκε ένα νέο εμπορικό σύμφωνο το οποίο προέβλεπε νέες παραγγελίες προς την βιομηχανία ύψους 300 εκατομμυρίων μάρκων. Αλλά και συνεργασία στον στρατιωτικό τομέα συνεχίστηκε απρόσκοπτα, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων και τις αμοιβαίες επισκέψεις ανώτερων στρατιωτικών την ανταλλαγή συμπερασμάτων και κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.

Σε όλη αυτή την περίοδο οι Μπολσεβίκοι βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια δυσεπίλυτη αντίφαση ανάμεσα στην αναμονή και την διάθεση υποβοήθησης της παγκόσμιας επανάστασης και την ανάγκη συνεργασίας με τις καπιταλιστικές χώρες για την σταθεροποίηση της επανάστασης στην ίδια την Ρωσία.  Υπό το πρίσμα αυτό, τα περισσότερα οικονομικά μέτρα που ελήφθησαν από τους Μπολσεβίκους (πολεμικός κομμουνισμός, ΝΕΠ, Α’ πενταετές πλάνο) είχαν έναν προσωρινό χαρακτήρα, μέχρι η χώρα να καταφέρει να σταθεί στα πόδια της. Από την άλλη η Γερμανία αντιλαμβανόταν την συνεργασία με την Ρωσία κυρίως υπό το πρίσμα της άσκησης πιέσεων προς τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις για την επιστροφή της στο διεθνές οικονομικό και διπλωματικό σύστημα. Η συνεργασία των δύο χωρών άρα δεν μπορούσε παρά να είναι προσωρινή, ένα αποτέλεσμα περισσότερο ανάγκης και όχι επιλογής.

Στις αρχές του 1933, τόσο η Γερμανία όσο και η ΕΣΣΔ ήταν σαφώς ισχυροποιημένες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, έχοντας ξεπεράσει τα περισσότερα από τα προβλήματα που τις ταλάνιζαν στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Και οι δύο χώρες ευνοήθηκαν από την συνεργασία αυτή, αναβαθμίζοντας τον ρόλο τους στην διεθνή σκηνή και αποκομίζοντας σημαντικά οφέλη για τις οικονομίες τους.  Τον Ιανουάριο του 1933, το μήνα που ξεκινούσε η εδραίωση της εξουσίας των εθνικοσοσιαλιστών στην Γερμανία, η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ προχωρούσαν στην σύναψη επίσημων διπλωματικών σχέσεων.

Παραπομπές

1 Edward Hallett Carr, The Bolshevik Revolution 1917-1923 Λονδίνο: εκδόσεις Macmillan 1963. σ. 366.

2 Σε εκείνη την χρονική στιγμή η βιομηχανική παραγωγή έφτανε στο 1/7 και η παραγωγή ακατέργαστου σιδήρου μόλις στο 3% των προπολεμικών επιπέδων.                                                                                                                                                                                    Ζαν Έλλενστειν,  Ιστορία της Σοβιετικής ¨Ένωσης, τόμος Α. Η κατάκτηση της εξουσίας 1917 – 1921, μτφρ. Βενετία Σταυροπούλου Αθήνα: εκδόσεις  Θεμέλιο, 1976-1977. σ. 202.

3 Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει εδώ η τοποθέτηση του Λένιν κατά την συνεδρίαση των κομματικών γραμματέων και υπευθύνων των πυρήνων της πόλης και της επαρχίας της Μόσχας στις 9 Απριλίου του 1921  στην οποία υποστήριξε πως «διαπράξαμε το σφάλμα να επιχειρήσουμε το άμεσο πέρασμα στην κομμουνιστική παραγωγή και κατανομή».                                                                                                                                                                                   Σαρλ Μπετελέμ,  Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1η περίοδος 1917-1923, μτφρ. Κώστας Μαλεβός. Αθήνα: εκδόσεις  Κουκκίδα 2010. τ.1. σ. 445.

4 Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα απασχολούσαν περισσότερους από 10 εργάτες αν διέθεταν μηχανές και 20 εργάτες εάν δεν διέθεταν. Στις 10 Δεκεμβρίου τα εργοστάσια που απασχολούσαν λιγότερους από 10 εργαζόμενους επιστράφηκαν στους παλαιούς τους ιδιοκτήτες, ενώ στις εργάτες επεστράφησαν στους παλαιούς ιδιοκτήτες τους, ενώ στις 12 Μάιου 1922 οι σοβιετικοί πολίτες αποκτούσαν το δικαίωμα να ιδρύουν εμπορικές επιχειρήσεις, να υπογράφουν συμβόλαια και να κατέχουν ακίνητη περιουσία, εφόσον αυτή δεν είχε περάσει στον έλεγχο του κράτους.                                                                                                                                      Έλλενστειν, ο. π.. σ. 205.

5 Edward Hallett Carr, The Foundations of a planned economy 1926-1929. Λονδίνο: εκδόσεις Macmillan 1969, 1978. σ. 42.

6 Ελλενστείν, ό.π. σ. 238.

7 Χάινριχ Α. Βίνκλερ, Βαϊμάρη. Η ανάπηρη δημοκρατία, μτφρ. Άντζη Σαλταμπάση. Αθήνα: εκδόσεις Πόλις 2012. σ. 101.

8 Το δάνειο αυτό θα  αποπληρωνόταν σε δύο δόσεις, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1926 και θα είχε επιτόκιο 81,5%.                                                                                                                                                                                         Edward Hallett Carr, Socialism in one country 1924-1926. Λονδίνο: εκδόσεις Macmillan 1958, 1964. σ. 279.

9 Carr, ό. π. σ. 279.

10 Edward Hallett Carr, The Foundations of a planned economy 1926-1929. Λονδίνο: εκδόσεις Macmillan 1969, 1978. σ. 49.

11 Αν και στα 1928-29 αντιστοιχούσαν μόλις στο 40% των προπολεμικών κεφαλαίων, χωρίς ποτέ να παίξουν σημαντικό ρόλο στη σοβιετική οικονομία.  Carr, ό. π. σ. 716.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ