21.9 C
Athens
Δευτέρα, 20 Μαΐου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το σπιρτόκουτο – The musical συνεχίζει να γράφει ιστορία, της Όλγας Μοσχοχωρίτου


 

ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΩΝΑΣΗ

 

Πριν 20 χρόνια, το 2003, η χώρα άρχιζε μόλις να υπολογίζει σε ευρώ έσοδα και έξοδα, έχοντας θέσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως κυρίαρχο στόχο του Έθνους και γενικά το εκσυγχρονιστικό Σημιτικό πολιτικό σχέδιο βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.

Εάν τολμούσε κανείς να διακόψει την κοινωνική δανεική ευωχία ή να κάνει οποιαδήποτε κριτική στα περίφημα Ολυμπιακά έργα, πόσο μάλλον στους ίδιους τους Αγώνες, κινδύνευε από το να τον θεωρήσουν, το λιγότερο, έναν παλαιό αριστερό γκρινιάρη έως και εθνικό προδότη ενάντια στον οποίο ο εισαγγελέας μπορούσε να είχε ασκήσει αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη.

Η κοινωνία κολυμπούσε πάνω στο κυρίαρχο ρεύμα του ιδεολογήματος της «ισχυρής Ελλάδας» καλύπτοντας όπως – όπως τις τρύπες της.

Σ’ αυτό το γενικότερο κοινωνικό κλίμα έσκασε σα βόμβα το κινηματογραφικό έργο του Γιάννη Οικονομίδη «Το σπιρτόκουτο», ένας ωμός νεορεαλισμός του 21ου αι., χωρίς όμως ίχνος τρυφερότητας όπως εκείνος της μακρινής δεκαετίας του ‘60.

Επιθετικός, βρωμιάρης και αθυρόστομος, ξέσκιζε κυριολεκτικά την μικροαστική και λαϊκή οικογένεια που πατούσε με το ένα πόδι στα μαύρα εισοδήματα της νύχτας και το «έγκλημα» και το άλλο στους κυρίαρχους κοινωνικούς υποκριτικούς κώδικες.

Η βία της πατριαρχικής οικογένειας γεννούσε τέρατα. Μια οικογένεια ή μία ολόκληρη χώρα, έκρυβε κάτω από το χαλί τα οικεία κακά και ο Οικονομίδης έμοιαζε να βγάζει τα άπλυτά μας στη φόρα.

Κανείς τότε δεν είχε εκτιμήσει πόσο επιδραστική θα ήταν η φόρμα του Οικονομίδη. Ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με ό,τι τότε κυριαρχούσε, έδειξε έναν άλλον τρόπο αποτύπωσης της πραγματικότητας, δημιούργησε ένα είδος «σχολής», παραμένοντας η ίδια η ταινία δημοφιλής και σημείο αναφοράς έως σήμερα.

Πρωταγωνιστής ένας καθόλα αντιπαθητικός ήρωας, ένας πενηντάρης, αρσενικό «παλαιάς κοπής», ένας πατριάρχης ξεθυμασμένος γι’ αυτό αθυρόστομος και άκριτα βίαιος, που θεωρεί πως ελέγχει πλήρως τα εξαρτημένα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του.

Έως ότου μια πνιγηρή, καλοκαιριάτικη μέρα που «σκάει ο τζίτζικας», το διαμέρισμα στον Κορυδαλλό μαζί με ό,τι συμβολίζει, καταρρέει με πάταγο. Όλη η οικογένεια έρχεται σε πλήρη αντιπαράθεση μεταξύ της και εναντίον του.

Το μικροαστικό διαμέρισμα στον Κορυδαλλό όπου ο πάτερ φαμίλιας εκτοξεύει χολή και βρισιές στη γυναίκα και τα δυο παιδιά του που του αντιγυρίζουν εξίσου τη βία που έχουν δεχτεί, έβαλε στο κάδρο μια ολόκληρη κοινωνία, σηκώνοντας το χαλί για να αποκαλυφθούν τα προσωπικά μας σκουπίδια.

Έχει γραφτεί εύστοχα πως, το «Σπιρτόκουτο» συνιστά ένα παροξυσμικό κολάζ των χειρότερων συμπλεγμάτων της ελληνικής οικογένειας κι αν μας αφορά δυστυχώς σήμερα, είναι γιατί η βία που απεικονίζει, κατοικοεδρεύει ακόμα στα διαμερίσματα της ελληνικής επικράτειας, όπως με επώδυνο τρόπο μας υπενθυμίζουν οι απανωτές γυναικοκτονίες.

Πώς λοιπόν μ’ αυτό το ωμό, γήινο και εμπνευσμένα ακατέργαστο υλικό, αποφασίζεις να χρησιμοποιήσεις τη φόρμα του μιούζικαλ που φαντάζει εντελώς παράταιρη μιας και κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να ελαφρύνει το θέμα σου, εκεί που σήμερα θέλεις να δώσεις ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στη βία; Την εσωτερική, οικογενειακή και επομένως κοινωνική βία που ξεσκίζει τους ανθρώπους και κυρίως τους νέους;

Πράγματι, το μιούζικαλ που συνυπογράφουν οι Γιάννης Νιάρρος και Αλέξανδρος Λιβιτσάνος, δίνει σε πολλά σημεία την εντύπωση ότι λειτουργεί περισσότερο ως κωμωδία, ως μια παρωδία του κινηματογραφικού “Σπιρτόκουτου”, έτσι όπως οι βρισιές, τα χυδαία λόγια και οι –cult πλέον– ατάκες μπαίνουν σε μουσική φόρμα και εκφέρονται σε ρυθμούς όπερας, τραπ ή ζεϊμπέκικου, προκαλώντας το γέλιο του κοινού.

Προσωπικά, ανέγνωσα κάπως διαφορετικά αυτόν τον λεκτικό και μουσικό παροξυσμό που εκφέρει υπό τύπο άριας κοινότοπες βρισιές και χυδαιότητες χαμαιτυπείου.

Σκέφτηκα πως έρχεται κάποια στιγμή που ο θυμός καλύπτει τόσο απόλυτα τα πάντα, που είναι αδύνατη η ρηματική ικανοποίηση. Κοινώς δε βρίσκεις τα λόγια που θα τον εκφράσουν με ακρίβεια. Ε λοιπόν σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε. Εκεί που ο ανεξέλεγκτος θυμός καταργεί τα λεκτικά σχήματα. Μία χώρα σε απόλυτη παρακμή και πολιτισμικό πισωγύρισμα.

Θυμήθηκα ότι κάπου ο Φρόυντ σημείωνε, συμβολικά όπως πάντα, ότι η ανθρωπότητα έκανε το πρώτο της βήμα προς τον πολιτισμό, όταν αντί για πέτρα κάποιος πέταξε στο κεφάλι του αντιπάλου του μια βρισιά.

Ο Οικονομίδης μοιάζει να μας λέει ότι πλέον αυτή η δυνατότητα εξαντλήθηκε. Επιστροφή στο στοιχειώδες, το άρρητο…

Προσωπικά με διαπέρασε ένα ρίγος διαπιστώνοντας ότι μετά από 20 χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται σε βαθύτερη πολιτισμική κρίση απ’ ό,τι τότε. Αυτό κατά τη γνώμη μου εκφράζει η διασκευή του έργου.

Φυσικά το μεγάλο ατού είναι οι ηθοποιοί.

Υπάρχουν για όλους κάποιες ιδιαίτερες δικές τους ερμηνευτικές στιγμές, ένα είδος ρεσιτάλ ηθοποιίας.

Όπως το βαρύ ζεϊμπέκικο του «ελληναρά» πατέρα (Γιάννης Αναστασάκης), η παρουσίαση του γιου ως τράπερ, που αναπαράγει όλο τον σεξιστικό οχετό του είδους (εξαιρετικός ο Γιώργος Κατσής).

Οι μουσικοί και οι ερμηνευτές κάνουν, επίσης, σπουδαία δουλειά: η Αγορίτσα Οικονόμου (Μαρία) επιβάλλεται πριν καν εκφέρει την πρώτη της λέξη, είναι υπέροχες οι φωνές και τα soli του Μάριου Σαραντίδη (Γιώργος) και της Δάφνης Δαυίδ (Μαργαρίτα), αλλά συνολικά είναι όλοι τους εξαιρετικοί: Αποστόλης ΨυχράμηςΝάνσυ ΣιδέρηΕλένη Μπούκλη, όπως και το ερμηνευτικό σύνολο που πλαισιώνει τη δράση σε ρόλο γειτόνων (Βασίλης Δημακόπουλος, Δανάη Μουτσοπούλου, Eλένη Μπούκλη, Θεοδοσία Σαββάκη).

Και βέβαια, δεν μπορούσε να λείπει η όπερα, γι’ αυτό συμμετέχουν στην παράσταση ο μονωδός, μπασοβαρύτονος Μάριος Σαραντίδης και η σοπράνο Δάφνη Δαυίδ, η οποία είναι και ηθοποιός. Κάποια στιγμή κάνουν χορωδία όλοι οι ηθοποιοί μαζί. Τραγουδούν ένα πολυφωνικό ηπειρώτικο και μετά το «Ρέκβιεμ του κώλου» με αριθμό καταλόγου Κ 69.

Νομίζω ότι αυτό το έργο συνεχίζει να γράφει ιστορία.

Η Ελληνική κοινωνία πάλι, μάλλον χρειάζεται να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να ξαναψαχτεί.

Τί έφταιξε λοιπόν;

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ