24.3 C
Athens
Παρασκευή, 12 Απριλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Γιώτα η ταξιτζού, της Όλγας Μοσχοχωρίτου


 

Ανήμερα της Παναγίας

 

Ευτυχώς,

στο τέλος υπάρχει πάντα το Αιγαίο.

Αυτό το Αιγαίο της Παναγίας

το βαθύ και το γαλάζιο

με τα πανηγύρια και την ασετυλίνη,

οι ψαράδες

να ματσακωνίζουν τα καϊκια.

Μυρίζω μίνιο και πίσσα.

 

(Στ. Ξαρχάκος)

 

Της άρεσε η πόλη άδεια μέρα μεσημέρι κι αυτή να τριγυρνάει με το ταξί της, το ταξί το όλο δικό της, να τρέχει  στους δρόμους της καψωμένης πολιτείας, ή να πηγαίνει αργά σαν κάτι να ψάχνει. Δεκαπενταύγουστος βλέπεις και μόνο κάτι ταλαίπωροι τουρίστες βρίσκονταν να σούρνουν τις τροχήλατες βαλίτσες τους, μ’ ένα χάρτη της πόλης στα χέρια ή το κινητό στο google map, στα πέριξ της ανακαινισμένης πλατείας Ομονοίας.  Να ψάχνουν για το hostel ή το Airbnb διαμέρισμα με θέα την Ακρόπολη που τους έταζε το διαδίκτυο . Κάποιους τους λυπήθηκε εκεί γύρω στα στενά της Μαινάνδρου, της Βερατζέρου και της Σωκράτους, έτσι αποσβολωμένους που τους ένιωθε λόγω ζέστης,  ενός καυτού νοτιά που ενέσκηψε αντί για μελτεμάκια τ’ Αυγούστου και τους βοηθoύσε κάπως. «Where are you going; Exarchia; Oou no, no it’s far away”. Προσπαθούσε να τους εξηγήσει με τα λίγα αυτοδίδακτα Αγγλικά.

Τους κοιτούσε  να περιφέρουν το βλέμμα τους στην άξενη πόλη, βλέμμα που σκόνταφτε πάνω σε κακομοιριασμένα σώματα  ναρκομανών ή άθλιες παρουσίες σωμάτων μάλλον θηλυκών που έταζαν κάτι σε φτηνό μαραγκιασμένο έρωτα πέρα από κάθε προσδοκία ή λογική, μ’ έναν ντάλα ήλιο να φανερώνει την απελπισία ψυχών και σωμάτων και να την περιφέρει ανελέητα στα βρώμικα πεζούλια και τους ξέχειλους κάδους σκουπιδιών αλλά να μην τολμούν να περάσουν το όριο του πεζόδρομου της Μαρίκας Κοτοπούλη, γιατί θα έπεφταν πάνω στους μπράβους του “HONDOS CENTER” και των ακριβών ξενοδοχείων που είχαν γεμίσει τα τελευταία χρόνια το κέντρο της Αθήνας. Κάποιος είπε πως ο Δήμαρχος την έχει κάνει Disneyland για τουρίστες την πόλη, αλλά διαφωνούσε. Το Δωμάτιο του Τρόμου καλύτερα να την ονομάτιζαν. Αφού σε κάθε γωνιά της δεν ήξερες τί σε περίμενε.

Τέλος πάντων.

Στην αρχή, πάει ένας χρόνος τώρα που ανέλπιστα κληρονόμησε  το ταξί, απέφευγε να οδηγεί νύχτα και κυρίως σ’ αυτές τις περιοχές του κέντρου, Πειραιώς, Ομόνοια και τα πέριξ και ιδίως στη Συγγρού.

Το ταξί, ήταν το μοναδικό αλλά και ανέλπιστο δώρο του σκατόγερου και μάλιστα πακέτο με το θάνατό του.

Χρωστούσε στο Θεό και την Παναγία, μεγάλη η χάρη της, μέρα πού’ ναι.

 Ηταν δεν ήταν  δεκάξι χρονών όταν πετάχτηκε  έξω από το σπίτι μόνο με το βρακί που φορούσε.

«Δε θα γίνω εγώ περίγελως στη γειτονιά και στο χωριό είπε» και χτύπαγε το στέρνο με τις γροθιές του. Είμαι χριστιανός εγώ, είμαι νεωκόρος στην Παναγία την Ταυριώτισσα εγώ, είπε, είπε…και άλλα τέτοια». Η μάνα μουτσόκλαιγε σε μια γωνιά ακούνητη σα βαλσαμωμένη.

«Εφυγα κι ένας θεός ξέρει πώς επέζησα» σκέφτηκε κι έκανε ασυναίσθητα το σημείο του σταυρού.

Το ταξί μύριζε ακόμα λιβάνι, ή έτσι νόμιζε. Μερικές φορές είχε την αίσθηση πως κάποιος μπούκωνε τον αέρα με λιβάνι και κολόνια λεμόνι από πλαστικό μπουκάλι, σαν αυτό με το οποίο ράντιζαν οι νεωκόρισσες τις εικόνες των αγίων στην εκκλησία της γειτονιάς τους, εκεί πίσω από τις εργατικές κατοικίες του Ταύρου. Το ταξί όταν το παρέλαβε ήταν  γεμάτο εικονίτσες , κομποσκοίνια απ’ το Άγιο Όρος  δήθεν, άγια μύρα από κάθε εκκλησιαστική γιορτή , υπολείμματα από ένα κομμάτι αντίδωρο ξεραμένο πια σε μια χαρτοπετσέτα που βρισκόταν στο μπροστινό δεξί ντουλαπάκι μαζί με τα χαρτιά του αυτοκινήτου,  φύλα δάφνης,  σταυρουδάκια φτιαγμένα από βάγια και άλλα από κάθε πιθανό υλικό , πλαστικό, ξύλο, μέταλλο και χρώμα χρυσαφί, μαύρο, ασημί, καφέ.

Μεταξύ αυτών και μια μάλλον ασημένια εικονίτσα της Παναγίας βρεφοκρατούσας που κρεμόταν κάτω από τον μπροστινό καθρέφτη.

Απ’ όλες τις Παναγίες της Αττικής, η Γιώτα είχε υιοθετήσει μία που βρισκόταν στο 58ο χιλιόμετρο Αθηνών – Σουνίου, στην Παλαιά Φώκαια. Ενα απλό ξωκλήσι πάνω στη θάλασσα: την «Παναγία την Καταφυγιώτισσα».

Την είχε ανακαλύψει τυχαία. Έμενε εκεί κοντά ένας πελάτης . Καλός. Πλήρωνε κι ήταν σένιος. Στο εσωτερικό του την περίμενε  έκπληξη. Αντί για παραδοσιακές βυζαντινές εικόνες, οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι με καθαρά έντονα χρώματα και μορφές που αιωρούνταν σαν να τις φυσούν Aιγαιοπελαγίτικοι αέρηδες. Δημιουργός τους έμαθε, όταν ρώτησε τον πελάτη, ήταν ένας σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος, ο Δημήτρης Μυταράς και το έργο αυτό όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν μια προσευχή που χρωστούσε!

Να κάτι τέτοια τη συγκινούσαν.

« Τάμα στη χάρη της είχαν κάνει όταν γεννήθηκα, εφταμηνίτικο, έτοιμο να πεθάνει από ίκτερο, έλεγαν συνεχώς, εξ ού και τ’ όνομα.

Αυτά τον έφαγαν το γέρο και μούκανε τη ζωή κόλαση.

Αλλά του την έκανα κι εγώ στην κηδεία της μάνας μου».

Τα διηγιόταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε κάνα πελάτη που  λεγε πως είναι δημοσιογράφος , ποιός ξέρει, αλήθεια, ψέματα, αλλά και ποιός νοιάζεται; Η Γιώτα άμα είχε κέφια έπιανε την κουβέντα. Τέλος .

Και συνέχιζε:

 «Πριν πέντε χρόνια. Όχι που δεν θ’ αποχαιρετούσα τη γυναίκα που μ’ έφερε στον κόσμο… Λίγη στάθηκε στη ζωή της είναι αλήθεια. Ένα παιδί κατάφερε να κάνει και δεν εμπόδισε το διωγμό του.  Αλλά στα πολύ δύσκολα, ξέφυγε από τη σειρά της  ήρθε και με βρήκε. Χωρίς αυτήν, σαπισμένα κομμάτια μου θα έθαβαν. Νάναι καλά ένας ψευτονταής των Ειδικών Δυνάμεων παρακαλώ. Τέλος πάντων.

 Έσκασα λοιπόν κι εγώ  μύτη στο χωριό, δίμετρη κουκλάρα, με το μαλλί καρέ σαντρέ, κατάμαυρο σύνολο, φούστα λίγο πάνω από το γόνατο , σακάκι, πουκάμισο κρουαζέ , πέρλες στο λαιμό, ελαφρύ βάψιμο, νύχι γαλλικό, όχι παίζουμε, μαύρο καλσόν και γόβα στιλέτο οχτάποντη, όχι υπερβολές και φυσικά μαύρο γυαλί Chanel, μαϊμού πανάκριβη.

Μπήκα στην εκκλησία αργότερα από τους υπόλοιπους, περπάτησα , πλησίασα το φέρετρο , ακούμπησα πάνω της την ανθοδέσμη με τα κατάλευκα τριαντάφυλλα,  ήταν η αδυναμία της, εκείνα τα βουλγάρικα που μοσχοβολούσαν και την ασπάσθηκα όπως έπρεπε.

Μετά κάθισα στην πλευρά των συγγενών, δίπλα σε μια θειά και κάτι τριτοτέταρτα ξαδέρφια μου. Α…ο σκατόγερος ήταν σε σύγχυση και στην αρχή δεν κατάλαβε τί γινόταν. Οι υπόλοιποι έχουν να το λένε.

Την έφαγε τη μάνα μου με την καρμιριά του. Τώρα τάχε χαμένα.

Τέσσερα χρόνια άντεξε και πολύ του ήταν.

Πριν έναν χρόνο πέθανε λέει από καρδιά. Ακου ο γέρος. Είχε δηλαδή καρδιά…

Στην κηδεία δεν πήγα γιατί τάχα μου δε μ’ έβρισκαν για να με ειδοποιήσουν. Ψέματα. Είχα αφήσει τον αριθμό του κινητού μου στο Στέλιο πού’χει την ταβέρνα στο στρίψιμο της γέφυρας πριν βγούμε στην εθνική. «Για κάθε περίπτωση, του είπα”. Και κείνος μου φάνηκε ξηγημένο παιδί. Αρα, τα σόγια τον εμπόδισαν. Αλλά εμένα φαίνεται με προστατεύει η Παναγία. Μετά δυό μήνες με ειδοποίησε ένας  συμβολαιογράφος που γνώριζε τον πατέρα μου, ότι δεν υπήρχε διαθήκη και άρα ο μόνος κληρονόμος ως μοναχοπαίδι ήμουν εγώ και να βρω δικηγόρο για να πράξω τα δέοντα. Ετσι κληρονόμησα το ταξί, το αυθαίρετο στο χωριό και το διαμέρισμα στις εργατικές του Ταύρου.

Ολοι στην πιάτσα με ξέρουν η Γιώτα η Ταξιτζού και με σέβονται.

Παλιότερα ήμουν σκέτα η Γιώτα.

Η Γιώτα η δίμετρη, η ατσούμπαλη που δεν μπορούσε να σταυρώσει πελάτη έτσι ανοικονόμητη που ήταν.

Που το μήλο του Αδάμ εξείχε πολύ.

Που έπρεπε να ξυρίζεται τρεις φορές τη μέρα.

Που οι χαλάουες για τις αποτριχώσεις πονούσαν πολύ κι άφηναν το δέρμα κατακόκκινο μ’ ανοιχτούς τους πόρους. Κοκκορόδερμα το λέγαμε με τις άλλες.

Μωρέ έβαζα κι εγώ τη μαύρη μακριά καμπαρντίνα και τολμούσα. Ναι η Γιώτα τολμούσε. Κόκκινη περούκα, κόκκινο περλέ κραγιόν, πράσινη περλέ σκιά στα μάτια, βλεφαρίδες μαύρες μακριές κι από μέσα μόνο κόκκινα, πρόστυχα δαντελένια εσώρουχα, διχτυωτές κάλτσες και διπλόσολα πέδιλα. Ανοιγόκλεινα την καμπαρντίνα κι όποιος αντέξει, άντεξε.

 

Εκεί σε κείνον τον καταραμένο δρόμο με τα φώτα τα πλούσια που χωριζόταν στα δύο. Από τη μια πλευρά τα φώτα τα καλά, τα φώτα των ιδρυμάτων και της τέχνης και να οι κουλτουριάρες που έκαναν πως δεν μας έβλεπαν περνώντας την υπόγεια διάβαση για να πάνε σε κείνο το κτίριο – πολυέλαιο και παραδίπλα Ασφαλιστικές Εταιρείες και άλλα ευαγή ιδρύματα και από την άλλη πλευρά τα ξέκωλα μαγαζιά για ματσό κυρίους, ονόματα δε λέμε, υπολείψεις δε θίγουμε. Και ένα Πανεπιστήμιο. Έτσι να μας βρίσκεται. Αχταρμάς η ζωή μας όλη, σου λέω.

Κι εμείς οι του δρόμου. Για βιτσιόζους κυρίους ή φτωχομπινέδες νοικοκυραίους.

Όμως τώρα είναι αλλιώς.

Όλα μπορούν ν αλλάξουν άμα έχεις λεφτά.

Πούλησα το οικόπεδο στο χωριό με το αυθαίρετο. Διά λόγου , μη φανταστείς…

Και όταν θα είμαι έτοιμη, θα αλλάξω και επίθετο. Όχι. Όνομα θ’ αφήσω το ίδιο.

Αλλά εκείνο το Παναγιώτης Λεπεντζής, πάει πέθανε και γεννήθηκε η Γιώτα η Νικολάου.

Γιατί αυτό το όνομα; Γιατί έτσι. Θέλω κάτι ουδέτερο βρε παιδί μου. Τί Νικολάου, τί Δημητρίου, τί Σωτηρίου, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Να μη θυμίζει τίποτα».

Ο δρόμος την έφερε στην Γ’ Σεπτεμβρίου κι από κει Αχαρνών, με τον Άγιο Παντελεήμονα να δεσπόζει στην περιοχή. Ερημιά παντού. Λίγοι μετανάστες γυρόφερναν μπροστά από δικά τους μικρομάγαζα κι έπιναν μπύρες.

Ταξί, ΙΧ αυτοκίνητο ή τρόλεϋ  βρε παιδί μου, πουθενά.

Πάτησε το κουμπί του ραδιοφώνου και κατάλαβε πως έπεσε σε έναν αποθηκευμένο σ’ αυτήν την συχνότητα  εκκλησιαστικό σταθμό, προφανώς δουλειά του πατέρα του. Ετοιμαζόταν ν’ αλλάξει, όταν άκουσε μιαν άγνωστη σ’ αυτόν φωνή να διαβάζει.

Και ξαφνικά ο ήχος της φωνής του ηθοποιού την καθήλωσε:

«Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:

“Απόστολοι εκ περάτων ,

συναθροισθέντες ενθάδε,

Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου

το σώμα,

Και Συ , Υιέ και Θεέ μου , παράλαβέ μου

το πνεύμα.

…Και είτα προσέτι, παρεκάλει δια του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, “μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων …” Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως.

Ο γερο Φραγκούλας επίστευε κι έκλαιεν.

Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής, ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει…

Μετά άκουσε τον εκφωνητή να λέει:

«Ακούσατε αποσπάσματα από το διήγημα «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Θες η άγνωστη φωνή του ραδιοφώνου, θες η ζέστη του απομεσήμερου, θες εκείνο το «παρεκάλει δια του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων» , άρχισε να κλαίει και μετά βίας διέκρινε μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά και δυο μικρότερα κουτσούβελα να της κρατάνε τη φούστα, που τού’ κανε απελπισμένα νοήματα.

«Ωχ αυτό μας έλειψε τώρα», σκέφτηκε, αλλά δεν μπορούσε παρά να σταματήσει.

Η γυναίκα μπήκε μέσα, ιδρωμένη από την πολύ προσπάθεια, σούρνοντας μαζί με τη μαντήλα της πούχε ξεφύγει από το σφιχτό δέσιμο αποκαλύπτοντας τα μαύρα της μαλλιά και τα μικρά της.

«Στο Νοσοκομείο για παιδιά», άρχισε να λέει σπαστά και η Γιώτα η ταξιτζού, παρατηρώντας το μισοκοιμισμένο μωρό που έγερνε στην αγκαλιά της νέας γυναίκας σαν πάνινη κούκλα, δευτερόλεπτα πριν πατήσει γκάζι στο φουλ, ένιωσε για πρώτη φορά πως της άξιζε αυτή η δεύτερη ευκαιρία στη ζωή της κι όφειλε να την αρπάξει.   

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ