Ο Θεός κι ο γείτονας, διήγημα της Όλγας Μοσχοχωρίτου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020 08:11 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ο Θεός κι ο γείτονας, διήγημα της Όλγας Μοσχοχωρίτου

 

Όταν ο πατέρας τις έβαλε να διαλέξουν για προίκα τους ένα οικόπεδο στου Παπάγου ή το νεοκλασικό του Μεταξουργείου, με θέα την Ακρόπολη, μες στο κέντρο, τα σινεμά και τα θέατρα, δυο βήματα το Κοτοπούλη, εκείνη σαν μεγαλύτερη φώναξε «φυσικά το νεοκλασικό δικό μου» κι ας είχε ακόμα σημάδια στις προσόψεις από τις μάχες του Δεκέμβρη του ‘44 κι ήταν κλειστό εδώ και δέκα χρόνια.

 

Μετά το θάνατο της μητέρας τους από φυματίωση στο λοιμό του ’41, η οικογένεια έμενε στο πατρικό του πατέρα, μια διπλοκατοικία στο Παγκράτι που όμως προορίζονταν για την χήρα θεία από την πλευρά του πατέρα τους που συγκατοικούσε μαζί τους. Στην αδερφή της έμεινε το οικόπεδο προς το βουνό, «τί, εκεί θα με φάνε τα τσακάλια» κατόρθωσε να ψελλίσει , αλλά το βλέμμα του Στρατηγού σ’ έκοβε με τη μία, σαν ξιφολόγχη, δε σήκωνε πολλά-πολλά. Η μεγαλύτερη διαλέγει πρώτη.

Κι έτσι η αδερφή της σε λίγα χρόνια έγινε η κυρά - Νίνα, με δύο παιδιά, σύζυγο ταγματάρχη, τί κι αν την πέρναγε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, ψηλός, σπαθάτος που επί «επαναστάσεως του ‘67», πήρε δάνειο, έκτισε μεζονέτα, άνοιξε αργότερα κι η Κατεχάκη, σε 20 λεπτά ήσουν στο κέντρο, με αυξομειώσεις των νόμων και του «αέρα» έκτισε κι άλλους δύο ορόφους, έναν για κάθε παιδί, συμπλήρωνε έτσι το μισθό του, όλα καλά κι ωραία.

Μετά το γάμο της αδερφής της το ’57 και το θάνατο του πατέρα εκεί γύρω στο ’58, μετακόμισε η δεσποινίς Ευδοκία, η μεγάλη κόρη του Στρατηγού, ευειδής, ψηλή, καστανή με μεγάλα μαύρα μάτια, αλλά ήδη στα 29, στο παλιό αρχοντικό, με την εσωτερική αυλή και τα μπαλκονάκια με τα περίτεχνα φουρούσια να βλέπουν τη Μ. Αλεξάνδρου κι από κει την Ακρόπολη, προίκα της μάνας της και τώρα δική της, να περιμένει ότι ο καλός γαμπρός, ο ακριβός της Λοχαγός, θα φανεί καθώς του πρέπει.

Δύσκολα το ‘φερνε βόλτα τούτο το απαιτητικό σπίτι με τα ζωγραφιστά ταβάνια, τις σκάλες, σκαλίτσες, αποθηκάκια, πλυσταριά, δωμάτιο υπηρεσίας, κουζινοτραπεζαρία, μικρά κουζινάκια, βεσέδες και μπάνια, ξύλινα πατώματα που ‘θέλαν συντήρηση, τα ‘τρωγε το σαράκι, γέμισαν τρυπίτσες, ζωντανό πράγμα το ξύλο, μουρμούραγε τα βράδια, αλλά και τα μάρμαρα, μαύριζαν, λύγιζαν από τον χρόνο. Τα χρήματα που της άφησε ο πατέρας της ίσα που έφτασαν για την πρώτη ανακαίνιση, μόνον οι τρύπες από τις σφαίρες εκείνου του αναθεματισμένου του Δεκέμβρη δε λέγανε να κλείσουν.

Αλλά δεν το’ βαλε κάτω… Ούτε όταν έκλεισαν τα θέατρα και τα σινεμά, ούτε κι όταν γέμισε ο τόπος από τα ερειπωμένα δίπατα που πια φιλοξενούσαν τον «αγοραίο έρωτα» όπως της άρεσε να λέει, και λεωφορεία έσκουζαν κάτω από το παράθυρό της. Ούτε κι όταν γέμισε η πλατεία με ανθρωπάκια μαυριδερά, γυναίκες με πολύχρωμες μαντήλες, ή άλλες με πολύχρωμες φορεσιές κι εβένινα πρόσωπα που ‘σερναν παιδόπουλα στις λίγες αλάνες και κάθονταν σε ακόμα λιγότερα παγκάκια. Ούτε όταν ο αέρας μύριζε κάρυ κι άλλα έντονα μπαχαρικά που δεν τα ήξερε κι ούτε ήθελε να τα μάθει. Απλώς οι βόλτες της έπαψαν να γίνονται προς τα κάτω, στο δρόμο, στη γειτονιά, όλο και περισσότερο τα βήματά της οδηγούσαν προς τα πάνω, στην ταράτσα κι από κει το μάτι της ταξίδευε στη φωτισμένη Ακρόπολη.

Δεν ξέρει πότε ακριβώς έπαψε να περιμένει τον ωραίο λοχαγό που ‘χε γνωρίσει ένα καλοκαίρι του ’57 στις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα.

Δεν ξέρει πότε ακριβώς μεταβλήθηκε από Δεσποινίς Ευδοκία, σε «άγαμη θυγατέρα», κόρη Στρατηγού «που να’ ναι ευλογημένος, της άφησε καλή σύνταξη να πορεύεται αξιοπρεπώς».

Ίσως ήταν πριν 10 χρόνια, όταν άκουσε στην τηλεόραση ότι μειώνονται οι συντάξεις «των αγάμων θυγατέρων» και ειρωνεύονταν οι παρουσιαστές των ειδήσεων τη γενιά της και τα εθισμένα της. Αλλά πού ξέρουν αυτοί;

Λίγο - λίγο σταμάτησε εντελώς να βγαίνει από το σπίτι. Τηλεφωνούσε και της τα ‘φερναν όλα.

Ο μπακάλης, ο μανάβης και το παιδί από το κούριερ.

Αυτό την ενοχλούσε περισσότερο απ’ όλα. Όχι ο νεαρός. Μια χαρά παιδί ήταν. Αλλά «το κούριερ».

Γιατί αυτή γνώριζε τον ταχυδρόμο… Αυτόν περίμενε χρόνια τώρα…. Αυτός της έφερνε επιστολές, λογαριασμούς, πακετάκια, ευχετήριες κάρτες, τη σύνταξη. Γιατί η κυρία Ευδοκία ανήκε στα «χειροποίητα» χρόνια της ιστορίας.

Στην αρχή της κρίσης – που λένε όλοι – άντεξε… Σιγά – σιγά όμως, με τις περικοπές και τις λοιδορίες των δημοσιογράφων της τηλεόρασης για τις «άχρηστες άγαμες θυγατέρες, που το κράτος τις ταΐζει τζάμπα και εν πάση περιπτώσει να πάνε να εργαστούν», φοβήθηκε τα χειρότερα. Νοίκιασε λοιπόν το ημιυπόγειο σε μια οικογένεια Αφγανών, ζευγάρι με τέσσερα παιδιά, δύο κορίτσια και δύο αγόρια, παιδόπουλα 6 με 10 χρόνων, με χαρτιά, παράνομους δεν ήθελε στο σπίτι της, αλλά τα χρήματα τα έπαιρνε μαύρα, θα της έκοβαν τη σύνταξη της είπε ο λογιστής, μ’ αυτή τη συμφωνία τους δέχτηκε. Συστάσεις πήρε από τον κυρ- Μιχάλη τον εργολάβο που είχε χτίσει τη μισή γειτονιά και που είχε τον άνδρα στη δούλεψή του. Τώρα συνταξιούχος, χαιρόταν τα κόπια του σ’ ένα προάστιο, την Άνοιξη, στο πουθενά δηλαδή, αυτή γνώριζε τα καλά προάστια, την Κηφισιά και την Εκάλη απ’ τα Βόρεια, τη Γλυφάδα, άντε και τη Βούλα, Βουλιαγμένη στα Νότια. Ποια Άνοιξη και κουραφέξαλα. Μπογιάτι το ξέρανε οι παλιοί. Και Μπογιάτι έμεινε.

Επαφές δεν είχε μαζί τους, κατά καιρούς μόνο ένα από αυτά τα μελαμψά ανέβαινε τη βαριά ξύλινη σκάλα για να της φέρει την αλληλογραφία, ή τα ψώνια που άφηναν στο πλατύσκαλο οι μαγαζάτορες της γειτονιάς. Δεν την ενοχλούσαν. Να έλειπαν κι εκείνες οι βαριές μυρωδιές που ανέβαιναν από το φωταγωγό κατ’ ευθείαν στα ρουθούνια της!!! Αλλά δεν μπορείς να τα ’χεις όλα σ’ αυτή τη ζωή.

Κι όλο ανέβαινε στην ταράτσα η κυρία Ευδοκία, «κυρία», πάνε χρόνια που δεν τους διόρθωνε πιά. Εκείνο το «δεσποινίς παρακαλώ», ηχούσε και στα δικά της αυτιά γελοίο πλέον.

Μεγάλο σαματά έκαναν τελευταία στην τηλεόραση μ’ αυτό το «lock dawn». «Verrouiller» παρακαλώ. Ήταν της γαλλικής σχολής η κυρία Ευδοκία. Τα αγγλικά δεν της ταίριαζαν. «Πολύ εμπορικά» έλεγε… «Δεν είναι για γυναίκες της τάξεώς μας».

Παρακολουθούσε λοιπόν αδιάφορη τις εξελίξεις γύρω από αυτήν την καινούργια γρίπη, τον «κορωναϊό» όπως τον έλεγαν. Μόνο που πήρε τηλέφωνο τον κύριο Δημοσθένη, ιατρό παθολόγο, τον κουράντε της οικογένειάς της, συνταξιούχο πλέον αλλά πλήρως ακμαίο και ενημερωμένο και ζήτησε να μάθει αν κινδυνεύει.

«Όχι κυρία Ευδοκία μου, της είπε. Μόνο άσε τις πολλές επαφές με τους έξω κι όλα θα πάνε καλά».

Και πήγαιναν. Τίποτα άλλωστε δεν είχε αλλάξει στη δική της ρουτίνα.

Κι ούτε καταλάβαινε γιατί όλοι λύσσαγαν να βγουν έξω. Η δικιά της Αθήνα είχε πλέον πεθάνει μαζί με τους ανθρώπους που εκείνη θεωρούσε αντάξιούς της. Ακόμα κι οι καλλιτέχνες που εκτιμούσε είχαν αποδημήσει. Η πόλη της ήταν ξένη. Ξένη και αδιάφορη. Της αρκούσε που μπορούσε ακόμα να ανεβαίνει στο ταρατσάκι και να βλέπει την Ακρόπολη.

Ένα βράδυ όμως την έπιασε βήχας οξύς. Το πρωί είχε δύσπνοια και πυρετό. «Κάποιο κρύωμα άρπαξα στην ταράτσα», σκέφτηκε. Όμως τα πράγματα τις επόμενες μέρες χειροτέρεψαν. Σιγά – σιγά ένιωθε να βυθίζεται κι έχασε την αίσθηση του χρόνου.

Μέσα σε λήθαργο άκουσε από κάπου μακριά να χτυπάει το κουδούνι της πόρτας με επιμονή, συνεχώς.

Όταν άνοιξε τα μάτια της κατάλαβε ότι βρισκόταν ξαπλωμένη σ’ ένα ασθενοφόρο και μια μάσκα οξυγόνου της έδινε αέρα. Δίπλα της της χαμογελούσαν δυό μαύρα μάτια που ξεπρόβαλαν από το κλαρωτό κεφαλόδεσμο. Τα μάτια της πλανήθηκαν στο χώρο και καρφώθηκαν στο μικρό παραθυράκι που το ξεφτισμένο άσπρο του χρώμα, άφηνε να φαίνεται ο δρόμος κι ένας ήλιος ανοιξιάτικος. Ήταν αλήθεια ή παιγνίδια του νου της ότι άφηναν πίσω τους ανθισμένες νεραντζιές κι ο δρόμος ήταν η Πατησίων και μετά η Αλεξάνδρας και με το μάτι διέκρινε ρεκλάμες θεάτρων και κινηματογράφων, όπως παλιά σκέφτηκε, το Άλσος αυτό πρέπει να ήταν το Πεδίον του Άρεως, ίδιο όπως τότε τα χρόνια του ’60, η Λεωφόρος άδεια, ακουγόταν μόνο η σειρήνα του ασθενοφόρου που την πήγαινε βόλτα στην πόλη της.

«Δεν είναι κι άσχημα σκέφτηκε. Παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια».

Έριξε μια πλάγια ματιά στη νεαρή Αφγανή που της κρατούσε το χέρι και η κυρία Ευδοκία ένιωσε πως άρωμα από άνθη νεραντζιάς τρύπωσε κάτω από τη μάσκα οξυγόνου κι ο τόπος ευωδίασε Άνοιξη.

«Ο Θεός κι ο γείτονας» σκέφτηκε και μισοχαμογέλασε… Δίκιο είχε ο πατέρας μου. Άκου τώρα τί θυμήθηκα!!!

 

 

                                                                                                                                                       

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Αναγνώστηκε 1213 φορές
 Όλγα Μοσχοχωρίτου

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.