Συγγραφέας: Νατάσας Παπαδοπούλου –Τζαβέλλα
Τίτλος: Πάνος Τζαβέλλας Από Ατσάλι και Βελούδο,
Εκδ. Παπαζήσης, 2025, σελ. 294.
Το βιβλίο της Νατάσας Παπαδοπούλου – Τζαβέλα, Από Ατσάλι και Βελούδο, που φωτίζει τη ζωή και τη διαδρομή του Πάνου Τζαβέλα, είναι ένα καλογραμμένο και πολυεπίπεδο έργο, το οποίο προσφέρεται για πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις.
Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο μπορεί:
Να διαβαστεί ως μαρτυρία της περπατησιάς ενός ανθρώπου, με πλούσια και πολυδιάστατη δράση στους ακραία δύσκολους ιστορικούς χρόνους της χώρας μας.
Να διαβαστεί ως ένα επί μέρους χρονικό του πολιτισμού και κυρίως της μουσικής σκηνής της πρώτης κυρίως περιόδου της Μεταπολίτευσης.
Να διαβαστεί ακόμη ως μια ανθρωπολογική περιγραφή της περιόδου μέσα από την εμπειρία ενός σημαντικού ανθρώπου, που με τον πλέον αποφασιστικό τρόπο υπηρέτησε την τέχνη και την μουσική και φυσικά τις ιδέες της Αριστεράς από την Κατοχή μέχρι την συγκλονιστική εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Ο Πάνος Τζαβέλας έφυγε μόλις λίγες βδομάδες μετά το σημαντικό αυτό γεγονός που, κατά την άποψή μου, αποτέλεσε την αρχή των πολιτικών αλλαγών που ακολούθησαν.
Ή τέλος να διαβαστεί ως ένα καλειδοσκοπικό χρονικό της μουσικής, της ποίησης, και γενικότερα διαστάσεων της τέχνης και του πολιτισμού από την κατοχή μέχρι τα Μνημόνια ή ακριβέστερα μέχρι το γλυκοχάραμα της ιστορικής νίκης της Αριστεράς το 2015. Μιας Αριστεράς, που δυστυχώς φάνηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων, χωρίς συνείδηση της λαϊκής εντολής και των προσμονών του διεθνούς αριστερού και δημοκρατικού κινήματος, και χωρίς εν πολλοίς να αντιλαμβάνεται τις ιστορικές της ευθύνες. Κι έτσι παρασύρθηκε από την αυταρέσκειά της, αυτοανακηρύχθηκε σε «πρώτη φορά Αριστερά», εγκατέλειψε την κοινωνία και έπιασε την επικοινωνία, μέχρι που παραδόθηκε σχεδόν αμαχητί στον αντίπαλο.
Με δεδομένο ότι είναι αδύνατον να αναφερθεί κανείς σε όλα τα παραπάνω, θα επιχειρήσω, στις παρακάτω παραγράφους μια κάπως διαφορετική ανάγνωση. Μια ανάγνωση κάποιου που είναι στρατευμένος στη μελέτη του πολιτικού φαινομένου, οποίος μάλιστα προσπαθεί να μένει πιστός στο πρόταγμα της 11ης Θέσης. Κάτι που φυσικά αυτονοήτως οδηγεί στο κλασικό ερώτημα «τι να κάνουμε;». Πράγματι, το δυσανάλογα με το μέγεθός του πλούσιο βιβλίο μου έμαθε πολλά, μου θύμισε ξεχασμένες σκέψεις ή και μου «επιβεβαίωσε» απόψεις και θεωρήσεις μου. Με αυτή την ματιά ανάγνωσης διάβασα ένα σημαντικό βιβλίο που παρουσιάζει έναν αυθεντικά λαϊκό αγωνιστή με «ατσάλινη μαχητικότητα» και «βελούδινη» συμπεριφορά.
Θα πρέπει να ομολογήσω ότι στην ιδιότυπη αυτή ανάγνωση του βιβλίου, που επιχειρεί να αναδείξει τις προϋποθέσεις, το πλαίσιο της συζήτησης για το «τι να κάνουμε» στην σημερινή ερημία της πολυκρίσης, είχα νοερή συντροφιά τρείς από τους σημαντικότερους δασκάλους μου. Πρόκειται για τους Στέφανο Στεφάνου, Σωτήρη Δημητρίου και Άννα Κατσούλη όπου η σχετικά σύντομη σχέση μαζί τους αποτέλεσαν σημαντική μαθητεία για μένα, που η σεμνότητά τους δεν αποδέχθηκε. Όλοι τους της ίδιας ακριβώς γενιάς με το Πάνο Τζαβέλα.
Τι λοιπόν μας είναι απαραίτητα χρήσιμο και διδακτικό από την ιστορία του Πάνου; Τι ακριβώς πρέπει υπογραμμίσουμε και να κρατήσουμε για το δικό μας «τι να κάνουμε» σήμερα; Εντελώς επιγραμματικά όσο και επιλεκτικά:
Σεμνότητα, συλλογικότητα κι αφοσίωση. Το βιβλίο σε πολλά σημεία του αναδεικνύει το γεγονός ότι ο Τζαβέλας δεν είδε ποτέ τον εαυτό του ως ήρωα ή ως κάποια εξαιρετική προσωπικότητα. Ο Πάνος για τον ίδιο ήταν Ένας από τους πολλούς της Ελληνικής Αριστεράς 1941 – 1971, όπως ακριβώς επιγράφει το βιβλίο του ο Στέφανος Στεφάνου (Θεμέλιο 2013). Αυτή η διατύπωση αποτελούσε κανόνα για όλους εκείνους που κατά την διάρκεια του τελευταίου Μεγάλου Πολέμου αψήφησαν κάθε κίνδυνο στον αγώνα για απελευθέρωση, δημοκρατία και την δικαιοσύνη. Κάτι που έκαναν με την ίδια σεμνότητα μέχρι το τέλος της ζωής τους, όμως άλλωστε έκανε κι Άννα ακόμη και μετά τα 100 γενέθλιά της. Αυτή η αφοσίωση δεν αποτελούσε μια φτιασιδωμένη και δήθεν σεμνότητα. Όσο για την κάθε φορά συλλογικότητα, οι «πολλοί» αποτελούσαν μια κοινότητα αλληλεγγύης, συντροφικότητας, που παρά τις συχνές διαφορές σε συγκρούσεις σπάνια φάνηκε να πιστεύουν ότι ο αντίπαλος είναι εντός. Η θυσία, η συνεισφορά στην υπόθεση των ιδεών της Αριστεράς, ουδέποτε αναμένονταν να εξαργυρωθεί με κάποια αναγνώριση, ατομική λχ υποψηφιότητα ή κάτι άλλο εκτός και αν αυτό υπηρετούσε τους κοινούς κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους.
Ο πολιτισμός, η τέχνη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την αντίσταση και την όποια προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού. Για τον Πάνο αποτελούσε καταφύγιο, πλαίσιο κατανόησης της συγκυρίας και ελπίδα ανατροπής. Η τέχνη και ιδιαίτερα το τραγούδι, που αποτελεί το πλέον εύκολα διαδιδόμενο είδος τέχνης, οφείλει να μας προετοιμάζει και να καλλιεργεί αισθητικά για την κοινωνία που θέλουμε. Στην ίδια λογική ο Σωτήρης Δημητρίου, ο πάντα αισιόδοξος κομμουνιστής άλλωστε, μου έλεγε ότι εκείνο που τον ανησυχούσε μετά το 2015 δεν ήταν τόσο οι πιέσεις των «θεσμών», αλλά, «ότι δεν έχουμε την δική μας μουσική». Η αισιοδοξία τους που περιλάβαινε και τον ΣΥΡΙΖΑ είχε πάντα ένα σημαντικό στοιχείο αμφιβολίας. Αλήθεια, μπορούμε να ελπίζουμε ότι απαντάμε με σοβαρότητα στο «τι να κάνουμε» σήμερα χωρίς να αμφισβητήσουμε τον ακραίο ευτελισμό φαινομένων της μουσικής σκηνής, που στρεβλώνουν την λαϊκότητα όλων των μουσικών ειδών στον λαϊκισμό του «σκυλάδικου»; Ο Τζαβέλας ήταν και παρέμεινε πάντα λαϊκός αλλά ποτέ λαϊκιστής. Και ήταν σαφής πάνω σε αυτό (σελ. 123-4) αφού επιμένει ότι οφείλουμε πάντα σεβασμό στη λαϊκή παράδοση αλλά και υποχρέωση στην ανανέωση. «Γι’ αυτό και γράφω για να μιλήσω στη γλώσσα τον νέων αλλά και για να μάθω από αυτούς». Δεν το έκανε για προβολή, αναγνώριση, δημοφιλία ή πωλήσεις, γιατί γνωρίζει ότι «ο θάνατος της τέχνης είναι η μίμηση και ο μαϊμουδισμός».
Γενναιοδωρία, επιείκεια και ενσυναίσθηση. Η συγγραφέας σε διάφορα σημεία της αφήγησής της τεκμηριώνει την γενναιοδωρία και την ιδιαίτερη ενσυναίσθηση που χαρακτήριζε τον σύντροφό της Πάνο Τζαβέλα. Για παράδειγμα, ο Πάνος υποστήριζε αταλάντευτα ότι η αξιολόγηση της τέχνης και των ανθρώπων της γίνεται πάντα με οδηγό το συναίσθημα και την αισθητική απόλαυση, το ήθος και την έμπνευση και όχι τη λογική ή ακόμη χειρότερα την πολιτική τοποθέτηση. Γι’ αυτό και «Δεν έπρεπε να κρίνουμε το Μίκη με τα δικά μας μέτρα» (σ. 104) και το ίδιο έλεγε για τον Χατζηδάκη (σ. 112). Πέρα όμως από την κανονιστική αφετηρία της προσέγγισης της τέχνης και ιδιαίτερα της μουσικής που βρίσκονταν σε ευθεία αντιδιαστολή με το γνωστό στίχο του Δ. Σαββόπουλου («Θοδωράκια μ Χατζηδάκια μ …») και παρά τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που ίδιος πέρναγε, αντιμετώπισε με όμοια βελούδινη συμπεριφορά όσους για πολλούς λόγους αναγκάστηκαν να ενδώσουν στην κρατική καταπίεση και διώξεις και υπέγραφαν.
«Όμως εγώ δεν παραδέχθηκα την ήττα…» ; Πολλοί θεωρούν ότι ο Πάνος Τζαβέλας ήταν ένας από τους αγωνιστές που έκανε ό,τι έκανε επειδή δεν παραδέχτηκε ή δεν ήθελε να παραδεχθεί την ήττα και αυτό τον έκανε ήρωα. Για το αίσθημα του ηρωισμού που είχε ο ίδιος αναφέρθηκα. Με αυτή την αφορμή αξίζει ένα σχόλιο στον πασίγνωστο στίχο από το συγκλονιστικό ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη: Αν αυτός υπογραμμίζει την επιμονή στην στράτευση για τις ιδέες που πηδαλιοποίησαν την πορεία του Τζαβέλα είναι απολύτως κρίσιμη και αποδεχτή, χωρίς υποσημειώσεις. Ο στίχος όμως αυτός, στις σημερινές συνθήκες απογοήτευσης και υποχώρησης της Αριστεράς δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία για την μη ανάλυση και κατανόηση των αιτιών της εκάστοτε ήττας. Αφού κάτι τέτοιο αναπόφευκτα οδηγεί είτε στον παραλυτικό αναχωρητισμό είτε στην αυθαιρεσία βολονταριστικών επιλογών.
Το βιβλίο, με παραστατικό, γλαφυρό και τεκμηριωμένο τρόπο – περιλαμβάνει ποιήματα και στίχους ή ακόμη η παραπομπή σε τραγούδια / παραστάσεις, αφίσες, φωτογραφίες και οι φωτοτυπίες εγγράφων των διωκτικών Αρχών τα οποία μεταφέρονται στο χαρτί και μέσα από Κωδικό Γρήγορης Ανάγνωσης QR – αναδεικνύει σημαντικές διαφορές της κουλτούρας και των πρακτικών που αντιμετώπιζε ή υιοθετούσε η τότε Αριστερά και η Αριστερά σήμερα, που προβληματίζεται και αγωνιά για το «τι να κάνουμε;». Το αναφέρω γιατί αυτές οι διαφορές αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για να ξεπεράσουμε το αδιέξοδο που επιβάλει η πολυκρίση της συγκυρίας. Η παρουσίαση της εποχής του Τζαβέλα, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο της συντρόφου του υπογραμμίζει ότι:
– Η ενημέρωση, η επιμόρφωση, το διάβασμα, o κοινωνικός και πολιτικός προβληματισμός αποτελούσε στοιχείο της καθημερινότητας κάθε πολιτικής ή κοινωνικής συλλογικότητας και θα πρέπει να ανασυγκροτηθεί ως πάγια λειτουργία. Διαφορετικά θα ακυρωθεί κάθε κριτική ματιά και σκέψη κάτω από την λογική του «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».
– Ο αγώνας για την λευτεριά και την δημοκρατία είχε, πλην ίσως εξαιρέσεων, κοινωνική και ταξική γείωση. Βρίσκονταν μακριά από τον ναρκισιστικό ατομισμό της εποχής μας που μας επιβάλει η μεταμοντέρνα συνθήκη και ο πλέον επιθετικός φιλελευθερισμός.
– Το ίδιο θα έλεγε κανείς και για την αναφορά στην πατρίδα. Σήμερα δυστυχώς η Αριστερά, ζαλισμένη από ένα μεσοαστικό ατομικό κοσμοπολιτισμό όχι μόνο δεν δέχεται να σκύψει πάνω από την παρηγορητική αναφορά στη πατρίδα των υποκείμενων τάξεων, αλλά τις αφήνει έρμαιο της πολυποίκιλης ακροδεξιάς.
– Διαβάζοντας προσεκτικά τα ονόματα (καλλιτέχνες, διανοούμενοι, συγγραφείς), που αναφέρονται στο βιβλίο και που διασταυρώθηκαν με τον Πάνο και την Νατάσα, βγάζει το συμπέρασμα ότι σχεδόν το σύνολο της κριτικής διανόησης, αν όχι τυπικά αλλά πάντα ουσιαστικά αποτελούσαν μια κοινότητα στήριξης του αγώνα και της αντίστασης. Ωστόσο, σήμερα φοβάμαι αυτό δεν ισχύει πλέον. Μεγάλο μέρος του λεγόμενου πνευματικού κόσμου έχουν προσχωρήσει στο δεσπόζον ρεύμα και στις απίστευτα απλουστευτικές και απολογητικές απόψεις τους για την διαιώνιση του υπάρχοντος. Η θεωρία των δύο άκρων, η συγκρότηση του αντισύριζα μετώπου από δημοκρατικούς και προοδευτικούς και κυρίως εκσυγχρονιστές όλων των προελεύσεων και η εμπέδωση του νεομακαρθισμού τόσο σε επιστημονικούς χώρους όσο και στο δημόσιο διάλογο, αποτελούν στοιχεία που μας διαφοροποιούν από την εποχή των αγώνων του Πάνου και της γενιάς του.
Η εποχή του Πάνου ήταν χωρίς αμφιβολία δύσκολη και αιματηρή. Σήμερα, ωστόσο ζούμε σε καιρούς ζοφερούς και αδιέξοδους, μπορεί να ανατραπούν αν κριτικά προσεγγίσουμε και φυσικά επικαιροποιήσουμε την κληρονομιά που μας άφησαν άνθρωποι όπως ο Πάνος Τζαβέλας.

