Το «Χρυσό Κλουβί» αποτελεί τη σύγχρονη, πιο ύπουλη μετεξέλιξη του «Σιδερένιου Κλουβιού» που περιέγραψε στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ, με σκοπό να περιγράψει τον καταναγκασμό του ανθρώπου από τους απρόσωπους κανόνες και τη γραφειοκρατία. Στην χρυσή του εκδοχή, το κλουβί περιγράφει τον οικειοθελή εγκλεισμό. Πρόκειται για μια ψυχολογική κατάσταση όπου ο «κρατούμενος» απολαμβάνει τόσες ανέσεις και προνόμια, που όχι μόνο ξεχνά, αλλά συχνά αδιαφορεί πλήρως για το γεγονός… πως βρίσκεται εντός ενός κλουβιού.
Διαβατήριο, VISA, αποσκευές και… Instagram
Σε έλεγχο της δραστηριότητάς τους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (social media) θα υποβάλλονται πλέον οι υποψήφιοι και υποψήφιες ταξιδιώτες στις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει τον υποχρεωτικό έλεγχο social media πενταετίας, email δεκαετίας, τηλεφώνων και selfies για όλους τους τουρίστες από 42 χώρες – εντός αυτών και η Ελλάδα.
Δεν μιλάμε πια για έναν τυπικό έλεγχο αποσκευών ή διαβατηρίων. Μιλάμε για την παράδοση των «κλειδιών» της ψηφιακής μας υπόστασης. Για την αμερικάνικη κυβέρνηση, δεν είναι αρκετός πλέον ο έλεγχος του ποιος ή ποια είσαι και τι κουβαλάς. Οι αμερικανικές αρχές θα πρέπει να γνωρίζουν με ποιον μιλάς, τι πιστεύεις, τι διαβάζεις και πού κάνεις like, με σκοπό να εντοπίζουν ταξιδιώτες «που αποτελούν απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».
Το «Χρυσό Κλουβί» είναι άνετο, έχει wifi και likes. Αλλά παραμένει κλουβί. Και τώρα, ο φύλακας ζητάει να ελέγξει αν κελαηδάμε τον σωστό σκοπό πριν μας ανοίξει την πόρτα.
From freedom of speech to freedom of reach
Είναι τραγική η ειρωνεία αν αναλογιστούμε πώς ξεκίνησαν όλα. Κάτι περισσότερο από μία δεκαετία πριν, τα χρόνια της «Αραβικής Άνοιξης», τα ΜΚΔ αποθεώνονταν ως το απόλυτο όχημα προς την ελευθερία. Αποτελούσαν την φωνή των εξεγερμένων, το μέσο παράκαμψης της κρατικής λογοκρισίας και οργάνωσης των μεγάλων διαδηλώσεων. Στην Ελλάδα, το ζήσαμε έντονα με το κίνημα των «Αγανακτισμένων» το 2011. Πιστέψαμε ότι το ίντερνετ θα εκδημοκρατίσει τον πλανήτη.
Σήμερα, ο εκδημοκρατισμός του πλανήτη μέσα από τα ΜΚΔ αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο. Οι πλατφόρμες αυτές έχουν μετατραπεί σε γιγαντιαίους μηχανισμούς επιτήρησης, συλλογής δεδομένων και χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Τα προσωπικά μηνύματα μεταξύ των χρηστών είναι διαθέσιμα προς κάθε κρατικό φορέα που τα ζητήσει. Τα likes και ο χρόνος που σπαταλάτε σε κάθε post, αποτελεί κριτήριο καταναλωτικών ερευνών και διαφημίσεων. Τα ενημερωτικά site που διαβάζουμε, εμφανίζονται και «αποκρύπτονται» με βάση το περιεχόμενο και τον συντάκτη. Ακόμα και τα βιομετρικά δεδομένα μας (δακτυλικό αποτύπωμα, αναγνώριση προσώπου/φωνής κ.λπ.), χρησιμοποιούνται από τις εταιρείες τεχνολογίας για σκοπούς άγνωστους προς τον χρήστη. Μήπως, τελικά, μοιραζόμαστε πολύ εύκολα τόσο προσωπικά δεδομένα, όπως το δακτυλικό μας αποτύπωμα, με κάποιον άγνωστο;
Το δεύτερο και πιο ουσιαστικό στοιχείο που καθόρισε την πορεία των ΜΚΔ, είναι το ίδιο το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους. Τα social media δεν είναι ουδέτερα δίκτυα κοινής ωφέλειας. Ανήκουν σε μια χούφτα δισεκατομμυριούχων – μια κλειστή ολιγαρχία «βαρόνων» της τεχνολογίας. Αυτοί οι πέντε-έξι πάμπλουτοι «κολλητοί» του προέδρου Τραμπ, έχουν τη δύναμη να ρυθμίζουν τον αλγόριθμο κατά το δοκούν. Μπορούν να εξαφανίσουν φωνές (shadow banning), να πνίξουν κινήματα και να αναδείξουν τη ρητορική μίσους, εξυπηρετώντας πολιτικές σκοπιμότητες. Στα χαρτιά, είσαι ελεύθερος να γράψεις ό,τι θες. Στην πράξη, όμως, αν η άποψή σου δεν ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα των ιδιοκτητών ή αν κριθεί «ενοχλητική», ο αλγόριθμος την καταδικάζει στην αφάνεια.
Να ξαναφτιάξουμε το κλουβί από τα ίδια του τα κάγκελα
Μπροστά σε αυτή τη δυστοπική πραγματικότητα του ελέγχου και της αλγοριθμικής χειραγώγησης, η εύκολη αντίδραση είναι ο αφορισμός. Ωστόσο, η λύση δεν βρίσκεται στην τεχνοφοβία και την «ψηφιακή απόσυρση», ούτε όμως και στην άκριτη τεχνολατρεία.
Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι τα ΜΚΔ παραμένουν —ή ακόμα καλύτερα, μπορούν να γίνουν— ισχυρότατα εργαλεία στα χέρια της κοινωνίας. Διευκολύνουν την άμεση επικοινωνία, προσφέρουν δυνατότητες σύγχρονης οργάνωσης που κάποτε ήταν αδιανόητες και επιτρέπουν τη μαζική προπαγάνδιση γεγονότων που τα παραδοσιακά ΜΜΕ θα έθαβαν στη σιωπή. Χωρίς τα social media, η αστυνομική βία, τα εργατικά ατυχήματα ή οι περιβαλλοντικές καταστροφές θα έμεναν συχνά στο σκοτάδι.
Από την άλλη, η αναγνώριση της χρησιμότητάς τους δεν πρέπει να μεταφράζεται σε αφέλεια. Πρέπει να παραμένουμε βαθιά σκεπτικοί και υποψιασμένες. Οφείλουμε να θυμόμαστε διαρκώς ότι παίζουμε σε «ξένο γήπεδο», όπου οι κανόνες ορίζονται από τους ιδιοκτήτες της πλατφόρμας και όχι από τους χρήστες.
Ίσως τελικά, η μόνη απόδραση από το «Χρυσό Κλουβί» να μην είναι το γκρέμισμά του, αλλά η συνειδητοποίηση ότι η πόρτα είναι ξεκλείδωτη. Η ψηφιακή μας ζωή είναι το μέσο, όχι ο σκοπός. Και η πραγματική ελευθερία βρίσκεται στην ικανότητά μας να μπαίνουμε και να βγαίνουμε από αυτό κατά βούληση, κρατώντας την ουσία της ανθρώπινης επαφής για τον πραγματικό κόσμο.

