Ο πόλεμος που εξαπέλυσε το δολοφονικό δίδυμο ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν οξύνεται μέρα με τη μέρα και περνά σε νέο επίπεδο, τόσο από άποψη πολεμικών γεγονότων όσο και από άποψη παγκόσμιων συνεπειών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η επίθεση των επιτιθέμενων στις κεντρικές ενεργειακές εγκαταστάσεις του South Pars (το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο) και η απάντηση του Ιράν με πλήγματα στη μεγαλύτερη εγκατάσταση παραγωγής LNG παγκοσμίως, στο Ras Laffan του Κατάρ. Παράλληλα, η απώλεια ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και πάνω από το ένα πέμπτο των ροών LNG, δημιουργεί πανικό, με τα πλοία που διέρχονται ημερησίως να έχουν πέσει στα 3 με 5, έναντι περίπου 180 πριν από τον πόλεμο.
Η εικόνα, όμως, δείχνει ότι, παρά τα πλήγματα που υπέστη το ιρανικό κράτος, η τακτική των ιμπεριαλιστών για «κεραυνοβόλα-χειρουργική» επίθεση, με στόχο την αλλαγή καθεστώτος, δεν πέτυχε. Η αντοχή του ιρανικού λαού, αλλά και η αναδιοργάνωση και τα πλήγματα του ιρανικού στρατού ενάντια στους επιτιθέμενους, τόσο εντός όσο και εκτός Ιράν (Ισραήλ, χώρες του Κόλπου), δείχνουν ότι, για να μιλήσουμε και στη γλώσσα του Τραμπ, «η δουλειά δεν βγαίνει» εύκολα για τους ιμπεριαλιστές. Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν δεν κατέρρευσαν, καθώς, παρά τις πολεμικές συνθήκες, φαίνεται πως περιορίστηκαν από περίπου 1,5 σε 1,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται προς την Κίνα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος ζήτησε την περασμένη εβδομάδα τη στρατιωτική συνεισφορά των ευρωπαϊκών και ασιατικών χωρών του ΝΑΤΟ στον πόλεμο, με στόχο το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Οι βασικές δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία) απάντησαν με σαφή άρνηση. Ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς, καθώς και ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας Μπόρις Πιστόριους, εμφανίστηκαν πιο δηκτικοί, δηλώνοντας ότι «δεν είναι δικός μας πόλεμος» και κάνοντας ουσιαστικά ένα πολιτικό “rebound” σε αντίστοιχες δηλώσεις του Τραμπ για την Ουκρανία. Ακόμη και η Μελόνι, που διαφημίζει την ιδεολογική και πολιτική της εγγύτητα με τον Τραμπ, πήρε αποστάσεις, δηλώνοντας ότι «θεωρεί ιδιαίτερα δύσκολη μια ενδεχόμενη στρατιωτική δραστηριότητα στα Στενά του Ορμούζ».
Η αντίδραση του Τραμπ ήταν πάνω κάτω η αναμενόμενη. Κατηγόρησε τους Ευρωπαίους για «αχαριστία», υποστηρίζοντας ότι «διαμαρτύρονται για τις υψηλές τιμές των καυσίμων χωρίς να κάνουν τίποτα», δήλωσε ότι οι «ΗΠΑ ξοδεύουν εκατοντάδες δισ. δολάρια για να προστατεύουν άλλες χώρες», ενώ, παραφράζοντας τον …Μάο, χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ «χάρτινη τίγρη χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες». Ταυτόχρονα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της συμμετοχής των ΗΠΑ στη Συμμαχία. Πιέσεις και απειλές που, με τον γνώριμο τραμπικό τρόπο, φωτίζουν τις υπαρκτές αντιθέσεις και τα ρήγματα στο εσωτερικό του δυτικού μπλοκ, τα οποία οξύνονται μέσα στο νέο σκηνικό που διαμορφώνει ο πόλεμος στο Ιράν.
Βέβαια, από ό,τι φάνηκε τις επόμενες μέρες, το ευρωπαϊκό σκέλος του ΝΑΤΟ, παρά την κατηγορηματική άρνηση για στρατιωτική παρέμβαση στα Στενά, δεν «βάσταξε» και πολύ στην πίεση, κάνοντας, τουλάχιστον σε επικοινωνιακό επίπεδο, κινήσεις κατευνασμού. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, μαζί με την Ιαπωνία (η ακροδεξιά πρωθυπουργός πήγε στον Λευκό Οίκο για να τα ακούσει από κοντά), υπέγραψαν μια δήλωση που δίνει την εικόνα ότι το Ιράν, χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτα, αποφάσισε, σαν από καπρίτσιο, να κλείσει τα Στενά και να σαμποτάρει την παγκόσμια ενεργειακή αγορά και τη ναυσιπλοΐα…
Παράλληλα, όπως φάνηκε και στην ανακοίνωση της Συνόδου των ηγετών, έντονη είναι η συζήτηση για επέκταση της επιχείρησης «Ασπίδες» πιο ανατολικά, όταν, όπως λένε, εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις. Τα παζάρια εντός της νατοϊκής συμμαχίας συνεχίζονται, με τους Ευρωπαίους να μην είναι σε θέση να αναλάβουν το πλήρες ρίσκο μιας εμπλοκής σε μεγαλύτερη κλίμακα και τις δεσμεύσεις που μια τέτοια κίνηση συνεπάγεται. Δύο βασικές αιτίες είναι ότι, αφενός, κουβαλούν την «εργολαβία» της συντήρησης του μετώπου της Ουκρανίας και περιμένουν εγγυήσεις από τις ΗΠΑ για το θέμα αυτό και, αφετέρου, προσπαθούν να μετριάσουν το ενεργειακό κόστος, καθώς μια περαιτέρω κλιμάκωση θα το εκτοξεύσει.
Βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, η μέχρι τώρα μη άμεση εμπλοκή στα Στενά του Ορμούζ δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη απέχει από τον πόλεμο, έστω και σε δευτερεύοντα ρόλο. Οι βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι και στο Φέρφορντ, η βάση της Σούδας στην Ελλάδα, καθώς και γαλλικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ), λειτουργούν ως κρίσιμοι κόμβοι διευκόλυνσης για αμερικανικά αεροσκάφη και ναυτικές δυνάμεις.
Την ίδια στιγμή, ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν ενισχύσει την παρουσία τους στην περιοχή, με αποστολές προσωπικού και μέσων στην Κύπρο, ενισχύοντας τον ρόλο της ως βασικού επιχειρησιακού στηρίγματος, ενώ ευρωνατοϊκές δυνάμεις έχουν ήδη εμπλακεί επιχειρησιακά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ελληνική συστοιχία Patriot, για την οποία περηφανευόταν ο Δένδιας.
Το μόνο σίγουρο, πάντως, στο ενεργειακό κομμάτι είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν «ξεμπερδέψει» εδώ και καιρό με την Ευρώπη, κατοχυρώνοντας τον ρόλο τους ως βασικοί τροφοδότες της με πανάκριβο LNG. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη σχεδιάζει να διακόψει πλήρως τη φθηνή ενέργεια που κάποτε προμηθευόταν από τη Ρωσία, προχωρώντας στο σταμάτημα ακόμη και των λιγοστών ροών που εξακολουθούν να εισέρχονται. Η Ρωσία, από την πλευρά της, εξετάζει το ενδεχόμενο να την προλάβει, διακόπτοντας η ίδια τις εναπομείνασες, ήδη ελάχιστες, εξαγωγές, καθώς η Κίνα και η Ινδία, λόγω των τελευταίων εξελίξεων, εμφανίζουν αυξημένες ενεργειακές ανάγκες.
Κατά τα άλλα, εντός όλου αυτού του κλίματος, η ΕΕ συζήτησε στη Σύνοδο το πώς θα μειώσει το κόστος ενέργειας… Εκεί, πίσω από τις αμοιβαίες παραδοχές για μειώσεις φόρων στην ενέργεια και χαλάρωση των κρατικών ενισχύσεων, φάνηκαν ποικίλες αντιθέσεις ως προς τις κατευθύνσεις των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, τις ειδικές σχέσεις κάθε χώρας με τις ΗΠΑ και, εν τέλει, το ποιοι καίγονται περισσότερο από τον πόλεμο.
Στη συζήτηση για την αναθεώρηση του συστήματος εμπορίας ρύπων, οι μεγάλες βιομηχανικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, με την υποστήριξη της Τσεχίας και της Πολωνίας, κατάφεραν να επιβάλλουν μεγαλύτερη ευελιξία, έναντι χωρών που έχουν επενδύσει στην «πράσινη μετάβαση», όπως η Ολλανδία, η Δανία και η Σουηδία, που επιδιώκουν να μην χαλαρώσει ο στόχος εκπομπών. Ο Μακρόν, από την άλλη, προέβαλε την πυρηνική ενέργεια ως τη «βασιλική οδό» προς την ενεργειακή αυτονομία, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία πίεσαν για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της επέκτασης των σταθμών LNG και της μετατροπής τους σε κόμβους μεταφοράς.
Πέρα όμως από τα προαναφερθέντα ρήγματα, υπάρχει και ένα βαθύτερο, που διαπερνά τις κοινωνίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ, και αυτό είναι η αντίθεση ανάμεσα στα ηγεμονικά μπλοκ και τους λαούς, οι οποίοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τάσσονται ενάντια στον πόλεμο και στις ευρύτερες συνέπειές του.
Δυστυχώς, οι συσχετισμοί υπέρ ενός αντιπολεμικού, φιλειρηνικού κινήματος δεν είναι όπως πριν από είκοσι τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ, όταν, μόνο μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2003, περίπου 36 εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν σε αντιπολεμικές κινητοποιήσεις σε όλο τον κόσμο, διαμορφώνοντας την πολιτική των «από κάτω» και ασκώντας πραγματικές πιέσεις στους «από πάνω». Σήμερα, όμως, η γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στις εγκληματικές πολιτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ και όσων τους συνεπικουρούν μπορεί και πρέπει να μετασχηματιστεί σε αναγκαίο ρεύμα αντίστασης, με βαθύτερες προοπτικές.
Στα καθ’ ημάς, οι βασικοί άξονες ενός τέτοιου αντιπολεμικού κινήματος, που θα καταδικάζει την ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ και θα εκφράζει αλληλεγγύη στον λαό του Ιράν, δεν μπορούν παρά να περιλαμβάνουν αιτήματα όπως η μη περαιτέρω εμπλοκή της Ελλάδας, το κλείσιμο των βάσεων και η παύση κάθε στρατιωτικής διευκόλυνσης προς τους επιτιθέμενους. Μαζί με αυτά, χρειάζεται σταθερή έκφραση αλληλεγγύης στους λαούς της περιοχής και στο δικαίωμά τους να καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους, καθώς και σαφής κατεύθυνση για έξοδο από το ΝΑΤΟ.
Σε αυτή τη βάση, η αντίθεση δεν περιορίζεται μόνο στον συγκεκριμένο πόλεμο, αλλά απλώνεται συνολικά στην πολεμική κλιμάκωση, από τα εξοπλιστικά προγράμματα και τις πυρηνικές απειλές μέχρι τη στρατηγική της ίδιας της ΕΕ, με αιχμή την εναντίωση στο Rearm Europe και στη συνολική φιλοπόλεμη κατεύθυνση που προωθεί.

