Ζούμε σε μια ιστορική συγκυρία κατά την οποία ο καπιταλισμός δεν εμφανίζεται απλώς ως ένα οικονομικό σύστημα, αλλά ως μια καθολική κοινωνική πραγματικότητα. Δεν παρουσιάζεται ως μία επιλογή ανάμεσα σε άλλες, αλλά ως ο μοναδικός δυνατός τρόπος οργάνωσης της ζωής. Υπό αυτή την έννοια, η κυριαρχία του δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι πολιτική, ιδεολογική, πολιτισμική και γνωσιακή. Καθορίζει όχι μόνο το πώς παράγεται ο πλούτος, αλλά και το πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το εφικτό, το λογικό και το αναγκαίο.
Από εδώ προκύπτει το βασικό ερώτημα, γιατί οι εργαζόμενοι, οι μισθωτοί και τα λαϊκά στρώματα συναινούν; Γιατί εκείνοι που υφίστανται εκμετάλλευση, επισφάλεια, ακρίβεια, κοινωνική υποβάθμιση και πολεμικές επιλογές που δεν υπηρετούν τα συμφέροντά τους, δεν αντιδρούν πάντοτε με όρους ρήξης; Γιατί συχνά ανέχονται ή ακόμη και υιοθετούν τις αξίες του συστήματος που τους κυριαρχεί;
Για να απαντήσουμε, πρέπει να δούμε τον σύγχρονο καπιταλισμό ως ολότητα. Δεν είναι απλώς ένα σύστημα παραγωγής εμπορευμάτων. Είναι ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, θεσμών, ιδεολογικών μηχανισμών και μορφών πειθάρχησης. Διαμορφώνει τον εργαζόμενο, τον καταναλωτή, τον πολίτη, τον μαθητή, τον άνεργο, όχι μόνο ως οικονομικά υποκείμενα, αλλά και ως φορείς συγκεκριμένων αντιλήψεων, φόβων, προσδοκιών και επιθυμιών.
Στη σημερινή του φάση, ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από τη διεθνοποίηση, τη συγκέντρωση και τη χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου. Μεγάλοι όμιλοι, χρηματοπιστωτικά κέντρα, ενεργειακοί κολοσσοί και ψηφιακές πλατφόρμες δεν λειτουργούν πλέον απλώς ως επιχειρήσεις. Λειτουργούν ως μηχανισμοί οργάνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Επηρεάζουν το κράτος, την εργασία, την καθημερινότητα, την πληροφόρηση, ακόμη και τις μορφές κοινωνικής σχέσης.
Η χρηματιστικοποίηση σημαίνει ότι όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής μετατρέπονται σε πεδία επενδυτικής απόδοσης: η ενέργεια, η κατοικία, η υγεία, η εκπαίδευση, τα δεδομένα. Η ψηφιοποίηση, από την άλλη, δεν είναι ουδέτερη τεχνολογική πρόοδος. Συχνά λειτουργεί ως μέσο ελέγχου, επιτήρησης, επιτάχυνσης της εργασίας και εξαγωγής αξίας από δραστηριότητες που προηγουμένως δεν εμφανίζονταν ως άμεσο εμπόρευμα.
Ο εργαζόμενος γίνεται διαρκώς μετρήσιμος, αξιολογήσιμος, αντικαταστάσιμος. Η εργασία γίνεται πιο ελαστική, πιο επισφαλής, πιο ατομικοποιημένη.
Η ψηφιακή οικονομία δεν απελευθερώνει τον εργαζόμενο. Τον καθιστά διαρκώς παρακολουθούμενο, μετρήσιμο και πειθαρχημένο, ενσωματώνοντας την ίδια την καθημερινή του δραστηριότητα σε διαδικασίες παραγωγής κέρδους.
Αυτό σημαίνει ότι ο εργαζόμενος σήμερα δουλεύει περισσότερο και ζει χειρότερα. Σημαίνει ότι η ακρίβεια, η ανασφάλεια και η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών δεν είναι ατυχήματα, αλλά τρόπος λειτουργίας του ίδιου του συστήματος.
Αυτός ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ιστορικό κατάλοιπο. Είναι η διεθνής πολιτική μορφή ενός συστήματος που χρειάζεται επέκταση, έλεγχο πόρων, ενεργειακές ζώνες, γεωπολιτική επιτήρηση και αναδιοργάνωση κρατών προς όφελος του κεφαλαίου.
Η συμφωνία Ελλάδας–Chevron είναι χαρακτηριστική. Το κράτος δεν εμφανίζεται ως ουδέτερος εγγυητής του δημόσιου συμφέροντος, αλλά ως μηχανισμός που διαμορφώνει όρους κερδοφορίας για το κεφάλαιο, ενώ οι κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί και πολιτικοί κίνδυνοι μετακυλίονται στην κοινωνία.
Όμως η κυριαρχία αυτού του συστήματος δεν στηρίζεται μόνο στην επιβολή. Στηρίζεται κυρίως στη συναίνεση. Εδώ έχει κεντρική σημασία η έννοια της ηγεμονίας. Η κυρίαρχη τάξη δεν κυβερνά μόνο επειδή διαθέτει οικονομική και κρατική ισχύ, αλλά επειδή κατορθώνει να παρουσιάζει τα δικά της συμφέροντα ως γενικά συμφέροντα της κοινωνίας. Μετατρέπει τη δική της οπτική για τον κόσμο σε «κοινή λογική».
Η ιδεολογία, επομένως, δεν είναι απλώς ψέμα ή προπαγάνδα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν και ερμηνεύουν την πραγματικότητα μέσα σε ήδη διαμορφωμένα κοινωνικά πλαίσια.
Έτσι, η ακρίβεια παρουσιάζεται ως εξωγενές φαινόμενο και όχι ως αποτέλεσμα ενός συστήματος που εμπορευματοποιεί βασικά αγαθά. Η ανεργία εμφανίζεται ως ατομικό έλλειμμα δεξιοτήτων και όχι ως δομικό στοιχείο της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Οι ιδιωτικοποιήσεις προβάλλονται ως εκσυγχρονισμός και όχι ως μεταβίβαση κοινωνικού πλούτου σε ιδιωτικά συμφέροντα. Ο πόλεμος εμφανίζεται ως άμυνα, σταθερότητα ή δημοκρατική ευθύνη και όχι ως βίαιη αναδιοργάνωση της διεθνούς τάξης.
Οι μηχανισμοί κατασκευής αυτής της συναίνεσης είναι πολλοί. Τα μέσα ενημέρωσης δεν μεταδίδουν απλώς πληροφορίες· ορίζουν τι είναι σημαντικό, ποια ερμηνεία είναι «σοβαρή» και ποια θεωρείται «ακραία». Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μεταδίδει μόνο γνώσεις· καλλιεργεί την αξιολόγηση, τον ανταγωνισμό, την ατομική επίδοση.
Ο χώρος εργασίας δεν οργανώνει μόνο την παραγωγή αλλά διαμορφώνει υποκείμενα ευέλικτα, διαθέσιμα, πειθαρχημένα, ταυτισμένα με τους στόχους της επιχείρησης. Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν είναι απλώς εργαλεία επικοινωνίας· οργανώνουν προσοχή, επιθυμία, συμπεριφορά και κοινωνική σύγκριση.
Ο αντίπαλος δεν κερδίζει μόνο όταν επιβάλλεται. Κερδίζει όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αρχίζουν να σκέφτονται, να κρίνουν και να δρουν με τα δικά του κριτήρια.
Σε αυτό το σημείο γίνεται κρίσιμη η έννοια του «ήθους του αντιπάλου». Δεν πρόκειται απλώς για το ότι οι υποτελείς τάξεις αποδέχονται ορισμένες ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Πρόκειται για βαθύτερη εσωτερίκευση των αξιών της. Οι άνθρωποι αρχίζουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα από τις κατηγορίες του αντιπάλου.
Η ανταγωνιστικότητα εμφανίζεται ως φυσική κατάσταση. Η ατομική ευθύνη γίνεται γενική εξήγηση για την επιτυχία και την αποτυχία. Η ευελιξία, η απόδοση και η προσαρμοστικότητα αναγορεύονται σε καθολικές αρετές.
Αυτό είναι το σύγχρονο περιεχόμενο του ήθους του αντιπάλου. Ο εργαζόμενος θεωρεί ότι φταίει ο ίδιος αν δεν αντέχει την εργασιακή ανασφάλεια. Ο άνεργος πιστεύει ότι δεν επένδυσε αρκετά στις δεξιότητές του. Ο φοιτητής μαθαίνει να βλέπει τη μόρφωση ως ατομικό κεφάλαιο. Ο πολίτης εκπαιδεύεται να αντιλαμβάνεται τα δημόσια αγαθά με όρους κόστους–οφέλους. Ο καταναλωτής ταυτίζει την ελευθερία με την επιλογή εμπορευμάτων. Έτσι, η ζωή μετατρέπεται σε έναν αδιάκοπο αγώνα αξιολόγησης, επίδοσης και ανταγωνισμού.
Εδώ συνδέεται και η ψευδής συνείδηση. Δεν σημαίνει απλώς ότι οι άνθρωποι «δεν ξέρουν». Σημαίνει ότι οι κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται ανεστραμμένες. Η εκμετάλλευση ως ευκαιρία, η εξάρτηση ως ελευθερία, η αβεβαιότητα ως κίνητρο αυτοβελτίωσης, η εμπορευματοποίηση ως πρόοδος, η κυριαρχία ως κανονικότητα. Και επειδή αυτή η ψευδής συνείδηση παράγεται μέσα στην καθημερινή ζωή, δεν αρκεί μια απλή καταγγελία για να ανατραπεί. Χρειάζεται πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική αντιπαράθεση.
Στο πεδίο του πολέμου αυτό γίνεται ακόμη πιο καθαρό. Στην περίπτωση του Ιράν και συνολικά της στρατηγικής του άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ, οι επεμβάσεις παρουσιάζονται ως ασφάλεια, σταθερότητα, προστασία της δημοκρατίας.
Αποκρύπτονται όμως τα ενεργειακά, γεωστρατηγικά και ταξικά συμφέροντα που οργανώνουν αυτές τις συγκρούσεις. Ο ιμπεριαλισμός μεταμφιέζεται σε άμυνα. Η βία ηθικοποιείται. Και η συναίνεση παράγεται όχι μόνο μέσω φόβου, αλλά και μέσω της μετατροπής του πολέμου σε δήθεν ηθικό καθήκον.
Παρά ταύτα, το σύστημα δεν είναι παντοδύναμο. Το κράτος δεν είναι ένας ενιαίος και πλήρως συνεκτικός μηχανισμός. Είναι πεδίο συμπύκνωσης αντιθέσεων, τόσο ανάμεσα στις τάξεις όσο και στο εσωτερικό του ίδιου του κεφαλαίου. Διαφορετικά τμήματα (ενεργειακό, χρηματοπιστωτικό, βιομηχανικό, ψηφιακό) διεκδικούν διαφορετικούς προσανατολισμούς πολιτικής. Η σχετική αυτονομία του κράτους δεν αναιρεί τον ταξικό του προσανατολισμό, αλλά δείχνει την πολυπλοκότητα της κυριαρχίας.
Ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα παράγει και ρωγμές. Οι κρίσεις, η ακρίβεια, η επισφάλεια, οι πολεμικές συγκρούσεις, η διάψευση των υποσχέσεων ευημερίας, ανοίγουν αποστάσεις ανάμεσα στη βιωμένη εμπειρία των ανθρώπων και στην κυρίαρχη αφήγηση. Όταν η «κοινή λογική» παύει να εξηγεί τη ζωή των πολλών, δημιουργούνται δυνατότητες κριτικής συνείδησης.
Το ζήτημα είναι αν αυτές οι δυνατότητες θα γίνουν συλλογική πολιτική πράξη ή αν θα επανενσωματωθούν μέσα από φόβο, εθνικισμό, ατομισμό και αποπολιτικοποίηση.
Εδώ ανακύπτουν τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κινήματος (ΚΚ) σήμερα.
Πρώτον, σε επίπεδο κόμματος/μετώπου, χρειάζεται πολιτικός φορέας που να μην περιορίζεται στη διαχείριση του υπάρχοντος, αλλά να συγκροτεί στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού. Να συνδέει την ακρίβεια, την εργασία, την ενέργεια, τη στέγη, τον πόλεμο, όχι ως ξεχωριστά προβλήματα, αλλά ως εκφράσεις της ίδιας κοινωνικής οργάνωσης.
Δεύτερον, σε επίπεδο ιδεολογίας και ηγεμονίας, το ΚΚ οφείλει να παράγει νέα «κοινή λογική». Να αποδομεί την ατομική ευθύνη ως καθολική εξήγηση, να υπερασπίζεται τα δημόσια αγαθά ως κοινωνικά δικαιώματα, να επαναφέρει την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και τη δημοκρατική συμμετοχή ως αξίες καθημερινής ζωής.
Τρίτον, σε επίπεδο συνδικαλισμού, απαιτείται ανασυγκρότηση στους πραγματικούς χώρους εργασίας. Στην επισφάλεια, στις πλατφόρμες, στους νέους εργαζόμενους, στους κλάδους που σήμερα μένουν ανοργάνωτοι. Ο συνδικαλισμός δεν μπορεί να είναι μόνο αμυντικός. Πρέπει να γίνεται σχολείο συλλογικής δύναμης και ταξικής συνείδησης.
Τέταρτον, χρειάζεται οργάνωση δικτύων αλληλεγγύης. Όχι ως φιλανθρωπία, αλλά ως έμπρακτη μορφή άλλων κοινωνικών σχέσεων. Δίκτυα για τροφή, στέγη, ενέργεια, νομική στήριξη, εργασιακή προστασία, αντιπολεμική δράση. Εκεί όπου το σύστημα παράγει απομόνωση, το Μέτωπο πρέπει να παράγει συλλογική αντοχή.
Πέμπτον, απαιτείται δόμηση πολιτικής θεωρίας. Χωρίς θεωρία, η πράξη γίνεται διαχείριση. Χωρίς πράξη, η θεωρία γίνεται αφαίρεση. Το ΚΚ οφείλει να επεξεργαστεί σύγχρονη ανάλυση για την ψηφιακή οικονομία, τη χρηματιστικοποίηση, τον ιμπεριαλισμό, το κράτος, την εργασία και τη συναίνεση. Μόνο έτσι μπορεί να αντιπαρατεθεί όχι απλώς στις πολιτικές του αντιπάλου, αλλά στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ο αντίπαλος ορίζει την πραγματικότητα.
Έκτον, σε επίπεδο των ίδιων των πολιτικών συλλογικοτήτων που συγκροτούν το ΚΚ, απαιτείται μια ποιοτική τομή σε σχέση με τις κυρίαρχες μορφές πολιτικής οργάνωσης. Οι συλλογικότητες αυτές δεν μπορούν να λειτουργούν ως εκλογικοί μηχανισμοί ή ως φορείς διαμεσολάβησης αιτημάτων εντός του υπάρχοντος πλαισίου, αλλά ως χώροι συλλογικής συγκρότησης, πολιτικής εκπαίδευσης και οργανωμένης κοινωνικής παρέμβασης. Οφείλουν να διαθέτουν εσωτερική δημοκρατία, ενότητα στη δράση και στρατηγική σαφήνεια, να συνδέονται οργανικά με τους χώρους εργασίας και ζωής και να αντλούν δύναμη από τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων και όχι από την ανάθεση. Μόνο έτσι μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς συγκρότησης συλλογικής συνείδησης και πρακτικής, ικανοί να μετασχηματίζουν όχι μόνο τις πολιτικές ισορροπίες αλλά και τους ίδιους τους όρους οργάνωσης της κοινωνικής ζωής.
Έβδομον, η λειτουργία του κομμουνιστικού κόμματος θα πρέπει να στηρίζεται στη συλλογική συζήτηση, τη σύνθεση απόψεων και την ενότητα στη δράση, ώστε να αποφεύγονται τόσο ο κατακερματισμός όσο και η γραφειοκρατική αποξένωση. Απαιτείται σταθερή παρουσία στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές και στα κοινωνικά πεδία όπου εκδηλώνεται η ταξική σύγκρουση, με οργανώσεις βάσης που δεν περιορίζονται σε τυπικές διαδικασίες, αλλά αποτελούν κύτταρα πολιτικοποίησης και συλλογικής δράσης. Παράλληλα, χρειάζεται διαρκής πολιτική εκπαίδευση, θεωρητική επεξεργασία και λογοδοσία των οργάνων προς τη βάση, ώστε η καθοδήγηση να παραμένει συνδεδεμένη με τις πραγματικές ανάγκες και εμπειρίες των εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο, το κόμμα μπορεί να λειτουργεί όχι μόνο ως συντονιστής αγώνων, αλλά ως μορφή οργάνωσης που προεικονίζει τις σχέσεις συλλογικότητας, ισότητας και δημοκρατικής συμμετοχής που επιδιώκει να εγκαθιδρύσει σε κοινωνικό επίπεδο.
Όγδοον, σε αντιπαραβολή με τις σοσιαλδημοκρατικές λογικές, το κομμουνιστικό κόμμα οφείλει να διατυπώσει ταυτόχρονα μια σαφή άρνηση και μια θετική στρατηγική. Η άρνηση αφορά την αντίληψη ότι η πολιτική εξαντλείται σε μια «δικαιότερη» διαχείριση του καπιταλισμού. Η σοσιαλδημοκρατία λειτουργεί ως μορφή ενσωμάτωσης των κοινωνικών αντιθέσεων, μετατρέποντας την ταξική πάλη σε θεσμική διαπραγμάτευση και αποσυνδέοντας τα άμεσα αιτήματα από κάθε προοπτική ρήξης, ιδίως σε συνθήκες κρίσης όπου καταλήγει να στηρίζει πολιτικές αναδιάρθρωσης και λιτότητας.
Ένατον, σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής, το κομμουνιστικό κόμμα οφείλει να συνδέει οργανικά τις άμεσες μορφές πάλης με τον στρατηγικό στόχο της κοινωνικής ανατροπής. Η τακτική δεν μπορεί να είναι αποσπασματική προσαρμογή ούτε η στρατηγική αφηρημένος ορίζοντας, αλλά ενιαία διαδικασία οργάνωσης, πολιτικοποίησης και σύγκρουσης στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στο συνδικαλισμό και, συμπληρωματικά, στο εκλογικό πεδίο. Κάθε παρέμβαση πρέπει να συμβάλλει στη συγκρότηση συλλογικής δύναμης και στη μεταβολή των συσχετισμών υπέρ των εργαζομένων, αποφεύγοντας τόσο τον κοινοβουλευτικό περιορισμό όσο και τον άκαρπο κινηματισμό. Και ακριβώς αυτή η ανάγκη στρατηγικής συνοχής αναδεικνύει το επόμενο κρίσιμο πεδίο: τη στάση απέναντι στους διεθνείς συσχετισμούς και τους υπερεθνικούς οργανισμούς του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.
Δέκατον, σε επίπεδο διεθνών συσχετισμών, καθίσταται αναγκαία η σαφής τοποθέτηση απέναντι στους υπερεθνικούς οργανισμούς που συγκροτούν τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, όπως το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη. Οι οργανισμοί αυτοί δεν αποτελούν ουδέτερα πεδία συνεργασίας, αλλά βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οργανώνεται και επιβάλλεται η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο, αναπαράγοντας ιεραρχίες, εξαρτήσεις και ανισότητες και εντείνοντας τις πολεμικές εμπλοκές και την επιτήρηση των κοινωνιών.
Εδώ είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως η αντίληψη (που εκφράζει το ΚΚΕ και όχι μόνο) ότι ζητήματα εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και την Ευρωζώνη μπορούν να επιλυθούν «μετά» τη σοσιαλιστική μετάβαση οδηγεί σε αναβολή κρίσιμων πολιτικών συγκρούσεων στο παρόν και αποσυνδέει την καθημερινή πάλη από τα υλικά δεσμά που ήδη διαμορφώνουν τους συσχετισμούς. Αντίθετα, το Κομμουνιστικό Κίνημα οφείλει να θέτει από τώρα την κατεύθυνση ρήξης και αποδέσμευσης σε συνάρτηση με την εργατική εξουσία, ώστε η απεμπλοκή να αποτελεί μέρος της ίδιας της διαδικασίας συγκρότησης κοινωνικής δύναμης και όχι απλώς ένα μελλοντικό αποτέλεσμα.
Μια τέτοια κατεύθυνση δεν μπορεί να νοηθεί ως θεσμική επιλογή «από τα πάνω», αλλά ως αποτέλεσμα βαθιάς κοινωνικής προετοιμασίας, πολιτικής οργάνωσης και διεθνιστικής αλληλεγγύης, που συμβάλλει στη διαμόρφωση όρων για νέες μορφές ισότιμης συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης πέρα από τα πλαίσια του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Το ΚΚ οφείλει να αναδείξει τον ρόλο του ως οργανικών στοιχείων της καπιταλιστικής κυριαρχίας και να συγκροτήσει στρατηγική ρήξης και αποδέσμευσης από αυτούς σε συνάρτηση με την εργατική εξουσία, ώστε η απεμπλοκή να μην αποτελεί απλώς αλλαγή διεθνών συμμαχιών, αλλά μέρος μιας συνολικότερης διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Μια τέτοια κατεύθυνση προϋποθέτει κοινωνική οργάνωση, πολιτική προετοιμασία και διεθνιστική αλληλεγγύη, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση όρων για νέες μορφές ισότιμης συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης πέρα από τα πλαίσια του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Διότι το ουσιαστικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η αλλαγή ορισμένων πολιτικών αποφάσεων. Είναι η αμφισβήτηση των όρων μέσα στους οποίους σκεφτόμαστε την πολιτική, την κοινωνία, την ελευθερία και την πρόοδο. Η ηγεμονία δεν διαρρηγνύεται από μόνη της. Η ψευδής συνείδηση δεν αίρεται με μια απλή καταγγελία. Το ήθος του αντιπάλου δεν αποδομείται αν δεν οικοδομηθούν άλλες μορφές ζωής, οργάνωσης και συλλογικής πράξης.
Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν το σύστημα λειτουργεί, αλλά ότι λειτουργεί ακριβώς όπως πρέπει για να αναπαράγει την κυριαρχία του. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να αμφισβητηθεί.
Διότι, όπως διατύπωσε και ο Ηράκλειτος, «τα πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει». Καμία κοινωνική τάξη πραγμάτων δεν είναι αιώνια, καμία μορφή εξουσίας δεν είναι αμετάβλητη, καμία ιδεολογία δεν είναι αδιαπέραστη. Αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως φυσικό και αναγκαίο είναι προϊόν ιστορικών σχέσεων — και, ως τέτοιο, μπορεί να μετασχηματιστεί.

