Ο φετιχισμός του χώρου, του Κωνσταντίνου Λίχνου

Πηγή: Περιοδικό Εξαίρεση

Η γεωπολιτική, στον τυπικό ακαδημαϊκό της ορισμό, συνιστά τη μελέτη της επίδρασης των γεωγραφικών παραγόντων (τόσο των φυσικών, όπως η μορφολογία του εδάφους και οι υδάτινοι δρόμοι, όσο και των δημογραφικών) στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων. Η παραδοσιακή αυτή γεωπολιτική ανάλυση, θεμελιωμένη ιστορικά σε θεωρητικά κατασκευάσματα διανοητών όπως ο Φρίντριχ Ράτσελ (με τη θεωρία του «ζωτικού χώρου») και ο Χάλφορντ Μακίντερ (με το δόγμα της «Καρδιάς της Γης»), συγκροτείται επιστημολογικά γύρω από έναν άκαμπτο γεωγραφικό ντετερμινισμό. Αξιώνει, δηλαδή, να ερμηνεύσει την κατανομή της διεθνούς ισχύος και τη συμπεριφορά των κρατών, επικαλούμενη σχεδόν αποκλειστικά σταθερούς και αμετάβλητους γεωγραφικούς παράγοντες. Εντούτοις, υπό το πρίσμα του ιστορικού υλισμού, η κυρίαρχη αυτή προσέγγιση δεν συνιστά σε καμία περίπτωση μια ουδέτερη, αντικειμενική επιστημονική πράξη, αλλά αποτελεί τον κατεξοχήν ιδεολογικό μηχανισμό συγκάλυψης των ταξικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Η κυρίαρχη αστική γεωπολιτική ανάλυση συσκοτίζει συστηματικά το γεγονός ότι οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις της ιστορίας δεν εδράζονται στη μορφολογία του εδάφους, αλλά στη διαλεκτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στη διαρκή ταξική πάλη. Η ιστορία δεν είναι το παθητικό αποτύπωμα της ενστικτώδους αναμέτρησης των πολιτισμών για την εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά το δυναμικό πεδίο όπου εκδιπλώνεται η αντίφαση ανάμεσα στις διαρκώς αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και τις εκάστοτε ιστορικά καθορισμένες σχέσεις παραγωγής. Η γεωγραφία παρέχει απλώς το υλικό υπόβαθρο, το σκηνικό· όμως η δράση των κοινωνικών τάξεων για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και της παραγόμενης υπεραξίας είναι αυτή που μετασχηματίζει τον ίδιο τον χώρο και γράφει την ανθρώπινη ιστορία.

Στο μεθοδολογικό οπλοστάσιο της αστικής γεωπολιτικής, και ιδιαίτερα στη νεορεαλιστική της εκδοχή, τα κράτη αντιμετωπίζονται αξιωματικά ως ενιαίες, ομογενοποιημένες οντότητες. Λογίζονται ως ορθολογικοί δρώντες που συγκρούονται στο άναρχο διεθνές σύστημα, παρόμοια με στερεά σώματα σε πλήρη αλληλεπίδραση (το γνωστό νεορεαλιστικό μοντέλο της «μπάλας μπιλιάρδου»). Η μηχανιστική αυτή προσέγγιση παραγνωρίζει θεμελιωδώς την εσωτερική, δομική συγκρότηση του καπιταλιστικού κράτους. Το κράτος δεν συνιστά έναν υπερταξικό, ουδέτερο διαιτητή που στέκεται υπεράνω των κοινωνικών διενέξεων και μεριμνά ισομερώς για το σύνολο της κοινωνίας. Όπως θεμελιώθηκε στο έργο του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς, το σύγχρονο αστικό κράτος αποτελεί ουσιαστικά την εκτελεστική επιτροπή για τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων της άρχουσας τάξης. Το κράτος, επομένως, αποτελεί τον θεσμικό θώρακα της δικτατορίας του κεφαλαίου, τον κατασταλτικό και ιδεολογικό μηχανισμό που διασφαλίζει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αυτή η ταξική φύση του κράτους έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την έννοια του «έθνους», το οποίο, παρότι ιστορικά διαμορφωμένο, συνιστά μια ταξικά διαιρεμένη κοινότητα ανθρώπων. Η άρχουσα τάξη, προκειμένου να νομιμοποιήσει την κυριαρχία της, αποκρύπτει αυτή τη δομική αντίθεση και οικειοποιείται την έννοια του έθνους, ταυτίζοντας τα δικά της στενά οικονομικά συμφέροντα με τα συμφέροντα ολόκληρου του λαού.

Συνεπώς, η ακαδημαϊκή και δημοσιογραφική επίκληση του περίφημου «εθνικού συμφέροντος» αποτελεί μια βαθιά απατηλή ιδεολογική κατασκευή. Πρόκειται για την έντεχνη προβολή των ιδιαίτερων, ιστορικών συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, του τραπεζικού συστήματος και της εγχώριας αστικής τάξης ως καθολικών συμφερόντων ολόκληρου του κοινωνικού σχηματισμού. Η συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτοποίηση είναι απολύτως αναγκαία για την επιβίωση της αστικής εξουσίας. Επιτυγχάνεται μέσα από την πολύπλοκη λειτουργία των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (εκπαίδευση, ΜΜΕ, θεσμική διανόηση), οι οποίοι διαμορφώνουν την αστική ηγεμονία. Εκδηλώνεται καθημερινά ως κυρίαρχο αφήγημα που καλεί σε «εθνική ομοψυχία» απέναντι σε εξωτερικές απειλές ή οικονομικές κρίσεις. Μέσω αυτής της πλάνης εξασφαλίζεται η συναίνεση των υποτελών τάξεων και η ετοιμότητά τους να υπερασπιστούν την κερδοφορία του κεφαλαίου, ακόμα και με το κόστος της ίδιας τους της ύπαρξης στα πεδία των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Όπως ακριβώς η ιδεολογία συσκοτίζει τις ταξικές αντιθέσεις πίσω από την επίκληση του ενιαίου έθνους, έτσι και η ίδια η δομή της καπιταλιστικής οικονομίας αποκρύπτει την ανθρώπινη εκμετάλλευση πίσω από την υλική υπόσταση των αντικειμένων, προετοιμάζοντας το έδαφος για βαθύτερες αυταπάτες.

Στο μνημειώδες έργο του, το «Κεφάλαιο», ο Καρλ Μαρξ ανέλυσε εις βάθος αυτή τη διαδικασία μυθοποίησης, εισάγοντας την έννοια του «φετιχισμού του εμπορεύματος». Περιέγραψε την οπτική και κοινωνική ψευδαίσθηση μέσω της οποίας οι κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης μεταξύ των ανθρώπων, κατά τη διαδικασία της παραγωγής, απαλείφονται και λαμβάνουν, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, τη φαντασμαγορική μορφή μιας αντικειμενικής σχέσης μεταξύ πραγμάτων, μεταξύ εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται στην αγορά. Κατ’ αναλογία, και ακολουθώντας την ίδια ακριβώς συλλογιστική, στην κυρίαρχη θεωρία των διεθνών σχέσεων και της γεωπολιτικής παρατηρείται ένας «χωρικός φετιχισμός». Οι εγγενείς αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και ο λυσσαλέος ανταγωνισμός των μονοπωλίων για αποσπάσματα υπεραξίας μεταμφιέζονται, αριστοτεχνικά, σε γεωγραφικές, χωρικές, πολιτισμικές ή ακόμη και θρησκευτικές συγκρούσεις. Ο γεωγραφικός χώρος (είτε μιλάμε για την Ευρασία, είτε για τα ενεργειακά πεδία της Μεσογείου, είτε για τα εμπορικά στενά) δεν αποτελεί ένα στατικό, κενό δοχείο ούτε το απλό σκηνικό των ιστορικών εξελίξεων. Αντιθέτως, η παραγωγή και η αναδιάρθρωση του χώρου συντελούνται ιστορικά και δυναμικά. Η παραγωγή του χώρου, με μαρξιστικούς όρους, σημαίνει τη βίαιη μετατροπή της φύσης και του φυσικού τοπίου σε υποδομές, λιμάνια, δρόμους μεταφοράς ενέργειας και βιομηχανικές ζώνες, τα οποία λειτουργούν ως «πάγιο κεφάλαιο» που διευκολύνει την ταχύτερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την απόσπαση κέρδους. Αυτή η συνεχής χωρική αναδιοργάνωση υπαγορεύεται αυστηρά από την ανάγκη του κεφαλαίου να αφομοιώσει νέες πηγές πρώτων υλών, να καθυποτάξει φθηνό εργατικό δυναμικό και να επεκτείνει τα δίκτυα κυκλοφορίας του. Έτσι, οι χωρικές διευθετήσεις μεταμφιέζονται σε ζητήματα εθνικής εδαφικής ακεραιότητας ή γεωστρατηγικής ισορροπίας, ενώ ο γεωγραφικός ντετερμινισμός αποκρύπτει το γεγονός ότι οι λεγόμενες «γεωπολιτικές μεταβολές» δεν είναι παρά η εδαφική αποτύπωση των αδυσώπητων νόμων κίνησης και συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Όταν, λοιπόν, οι αστοί αναλυτές αναφέρονται με στόμφο σε «γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς» και σε «μοιραία σύγκρουση εθνών», περιγράφουν απολύτως επιφανειακά και διαστρεβλωμένα αυτό που η μαρξιστική Πολιτική Οικονομία ορίζει αυστηρά ως ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Ο καπιταλισμός, στο ανώτατο, μονοπωλιακό του στάδιο -τον ιμπεριαλισμό- χαρακτηρίζεται νομοτελειακά από την τάση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Τα τεράστια λιμνάζοντα κεφάλαια, αδυνατώντας να βρουν επαρκώς κερδοφόρες διεξόδους στο εσωτερικό των κορεσμένων εθνικών αγορών, εξαιτίας της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, οδηγούνται νομοτελειακά στην αναζήτηση μιας «χωρικής διεξόδου». Η εξαγωγή κεφαλαίων και επενδύσεων καθίσταται πλέον ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των μονοπωλίων. Οι γεωπολιτικές «σφαίρες επιρροής» δεν είναι συνεπώς κάποια ιδεατά, αόριστα «στρατηγικά βάθη», αλλά εξαιρετικά συγκεκριμένα γεωγραφικά πεδία αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης, απρόσκοπτης εξόρυξης υπεραξίας και στρατιωτικού ελέγχου των κρίσιμων ροών εμπορεύματος και ενέργειας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αποτελεί η συνεχιζόμενη κρίση και η όξυνση των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Η σύγκρουση αυτή δεν απορρέει από κάποιο φαντασιακό, ιδεαλιστικό «γεωπολιτικό πεπρωμένο» ή από το δήθεν αναπόδραστο μίσος κάποιων ιστορικών εχθρών, αλλά αποτελεί το άμεσο πεδίο σφοδρού ανταγωνισμού μεταξύ των αστικών τάξεων -κυρίως της Ελλάδας και της Τουρκίας- και των τεράστιων διεθνικών ενεργειακών μονοπωλίων. Αντικείμενο αυτού του αδυσώπητου ανταγωνισμού είναι η οικειοποίηση της τεράστιας προσδοκώμενης υπεραξίας από την εξόρυξη των υδρογονανθράκων και, κυρίως, τον έλεγχο των στρατηγικών διαμετακομιστικών αγωγών, όπως τα προτεινόμενα δίκτυα τύπου EastMed. Πίσω από την έντονη επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της εθνικής περηφάνιας, λανθάνει ξεκάθαρα η ωμή επιδίωξη αναβάθμισης της γεωστρατηγικής και οικονομικής θέσης της εκάστοτε εθνικής αστικής τάξης στον διεθνή ιμπεριαλιστικό καταμερισμό. Αυτή η στυγνή προσπάθεια διαμοιρασμού των αγορών καμουφλάρεται μεθοδικά ως αναπόφευκτη εθνοτική, ιστορική ή ακόμη και θρησκευτική σύγκρουση (Δύση εναντίον Ανατολής, Χριστιανισμός εναντίον Ισλάμ, πολιτισμός απέναντι στη βαρβαρότητα). Η μεταμφίεση αυτή είναι απαραίτητη ώστε ο πραγματικός, οικονομικός πυρήνας της σύγκρουσης να παραμένει συγκαλυμμένος, μετατρέποντας τους λαούς σε πρόθυμα πιόνια ενός παιχνιδιού που το ελέγχουν άλλοι.

Η επίσημη γεωπολιτική αφήγηση διαδραματίζει, επομένως, έναν απολύτως κομβικό ρόλο στην ομαλή αναπαραγωγή των υφιστάμενων παραγωγικών και ταξικών σχέσεων. Εφευρίσκοντας, μεγεθύνοντας και συντηρώντας διαρκώς την απειλή ενός αόρατου ή ορατού «εξωτερικού εχθρού», το αστικό κράτος επιτυγχάνει την τεχνητή, βίαιη επιβολή της «ταξικής ειρήνης» στο εσωτερικό του. Μέσω των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους, η εργατική τάξη πιέζεται να εγκαταλείψει τις δικές της, αυτοτελείς ταξικές διεκδικήσεις για καλύτερους μισθούς, συνθήκες εργασίας και κοινωνική απελευθέρωση, προκειμένου να συστρατευθεί πίσω από τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης -είτε πρόκειται για την ενίσχυση της κερδοφορίας του εφοπλιστικού κεφαλαίου, είτε για τη συμμετοχή της χώρας σε επιθετικές διεθνείς αστικές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ. Επιχειρείται έτσι η πλήρης αλλοτρίωση του προλεταριάτου. Ένα προλεταριάτο δίχως Ταξισυνειδησία είναι ένα πλήθος εργαζομένων που μετατρέπεται σε άβουλο παράρτημα των επιδιώξεων του κεφαλαίου, ωθούμενο να αντιληφθεί τον εαυτό του αποκλειστικά ως οργανικό κομμάτι μιας φαντασιακής «εθνικής ολότητας». Οι εργαζόμενοι πείθονται, έτσι, ότι έχουν κοινά συμφέροντα με τους ίδιους τους εκμεταλλευτές τους, και στρέφονται φανατικά ενάντια στους εργαζόμενους των ανταγωνιστικών κρατών, οι οποίοι στην πραγματικότητα υφίστανται ακριβώς τις ίδιες συνθήκες ανελέητης εκμετάλλευσης, ακρίβειας και εξαθλίωσης. Το αφήγημα ενός κράτους που δήθεν υπηρετεί αταξικά το ομοιογενές «έθνος» αποτελεί ίσως την πιο βίαιη διαστρέβλωση της αντικειμενικής πραγματικότητας, καθώς αρνείται την ύπαρξη των τάξεων και βαφτίζει την κυριαρχία του κεφαλαίου ως φυσιολογική, εθνική επιταγή.

Στη γεωπολιτική σκέψη, τα κράτη εμφανίζονται πλασματικά ως τα αυτόνομα υποκείμενα της δράσης. Αντίθετα, στην ιστορικοϋλιστική θεώρηση, τα πραγματικά υποκείμενα της ιστορικής εξέλιξης είναι οι συλλογικοί δρώντες που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο και κινούν τους τροχούς του χρόνου, είναι ο κοινωνικός άνθρωπος και οι κοινωνικές τάξεις. Η μεθοδολογική εξάλειψη αυτού ακριβώς του ταξικού υποκειμένου από τη γεωπολιτική ανάλυση στοχεύει αποκλειστικά στην κανονικοποίηση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Μετατρέπει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τις αιματηρές στρατιωτικές επεμβάσεις, την προσφυγιά και την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων σε δήθεν φυσικά, αναπόδραστα μετεωρολογικά φαινόμενα. Όμως, η ιστορική εξέλιξη δεν καθορίζεται από τη μορφολογία του χώρου ή από τις απρόσωπες γεωστρατηγικές χαράξεις στον χάρτη, αλλά από τη συνειδητή και ασυνείδητη δράση των κοινωνικών τάξεων που συγκρούονται για την εξουσία. Το κυρίαρχο αφήγημα, στην προσπάθειά του να διαιωνίσει τον φόβο, εγείρει επιτακτικά το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας, υποστηρίζοντας ψευδώς ότι η ασφάλεια ενός λαού εξασφαλίζεται μέσα από την αέναη κούρσα εξοπλισμών και τη στρατιωτική θωράκιση του αστικού κράτους. Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε: ασφάλεια από ποιον και για ποιον; Οι διακρατικές συμμαχίες δεν σφυρηλατούνται με γνώμονα την προστασία των λαών ή την ειρήνη, αλλά αποτελούν προσωρινές, τακτικές συμπράξεις των επιχειρηματικών και μονοπωλιακών ομίλων με σκοπό τη λεηλασία τρίτων χωρών ή τη θωράκιση της δικής τους αγοράς απέναντι σε ανταγωνιστικά μπλοκ. Η πραγματική ασφάλεια του λαού δεν αυξάνεται όταν το κράτος γεμίζει υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα που πληρώνονται από το αίμα και τον ιδρώτα της εργατικής τάξης, την ώρα που καταρρέουν τα νοσοκομεία και τα σχολεία. Η πραγματική ασφάλεια χτίζεται μόνο όταν οι λαοί αντιστέκονται απέναντι στη διπλή βία που υφίστανται: την εσωτερική δομική βία της φτώχειας και της ταξικής εκμετάλλευσης, και την εξωτερική βία των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.

Η απάντηση, κατά συνέπεια, στη δομική βία που παράγει ακατάπαυστα ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση στην εντός του καπιταλιστικού συστήματος ανακατανομή της ισχύος, στην επιλογή «καλύτερων» ιμπεριαλιστών προστατών ή στην εναλλαγή των περιφερειακών γεωπολιτικών αξόνων. Οποιαδήποτε τέτοια αυταπάτη απλώς ανανεώνει το συμβόλαιο της εκμετάλλευσης. Η πραγματική διέξοδος απαιτεί την αδιαπραγμάτευτη και ριζική ρήξη με την ίδια την αστική θεωρία του χώρου και την άρχουσα τάξη που τον διαφεντεύει. Προϋποθέτει την ανάδειξη του πραγματικού υποκειμένου στο προσκήνιο: την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων και την έμπρακτη οργάνωση του προλεταριακού διεθνισμού απέναντι στους ενωμένους εκμεταλλευτές. Οι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου, απορρίπτοντας οριστικά τον διάτρητο μανδύα του δήθεν εθνικού συμφέροντος που παρέχει κάλυψη στην κερδοφορία των πολυεθνικών μονοπωλίων, καλούνται να υπερβούν τις τεχνητές διαχωριστικές γραμμές των συνόρων. Καλούνται, σε τελική ανάλυση, όχι να μετακινούνται ως πιόνια κατά τις υποδείξεις των κυρίαρχων, αλλά να ανατρέψουν το ίδιο το ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο, να γκρεμίσουν την παγκόσμια καπιταλιστική «σκακιέρα».

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ