Παρ’ όλο που έχουν συμπληρωθεί ήδη οχτώ δεκαετίες από τότε, είναι εντυπωσιακό ότι τα γεγονότα της Μεγάλης Δεκαετίας του 1940 εξακολουθούν να συζητιούνται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και συχνά με χαρακτηριστική ένταση. Καθόλου παράδοξο, καθώς επρόκειτο για μια περίοδο αποκορύφωσης της κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, που επηρέασε και συχνά καθόρισε τις εξελίξεις επί δεκαετίες αργότερα.
Μπορούμε να πούμε ότι στην πραγματικότητα εκείνα τα χρόνια τέθηκαν ανοιχτά τα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας, όχι γενικά και αόριστα, αλλά σε άμεση σύνδεση με το ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις θα κυριαρχούσαν στον τόπο.
Ήταν αυτή ακριβώς η σχέση μεταξύ του διακυβεύματος της εθνικής ανεξαρτησίας και της προοπτικής της ταξικής κυριαρχίας, που καθόρισε, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των ιδρυτών του, τη συγκρότηση του ΕΑΜ, ως μιας πλατιάς λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας, που αντικειμενικά ερχόταν σε αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό (γερμανικό, αλλά και βρετανικό) και τον αστισμό. Η επιδίωξη της εθνικής απελευθέρωσης αποτέλεσε τη γερή βάση για την ανάπτυξή του, καθώς εξέφραζε τις διαθέσεις της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού, ενώ ταυτόχρονα, θέτοντας το ζήτημα της μεταπελευθερωτικής εθνικής ανεξαρτησίας, διαμόρφωνε τους όρους της κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Σε μια τέτοια συνθήκη δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ήταν το ΚΚΕ αυτό που αναδείχτηκε στη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας. Ακριβώς γιατί, πρωτοστατώντας στη συγκρότηση και ανάπτυξη του ΕΑΜ, μπόρεσε να ηγεμονεύσει σε μια μεγάλη λαϊκή κοινωνική συμμαχία, υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης. Που βέβαια δεν είχε καμιά σχέση με γενικόλογες εξαγγελίες περί σοσιαλισμού, που πολύ πιθανό να το περιθωριοποιούσαν, όπως συνέβη στις μικρές οργανώσεις της τότε «αριστερής διαφωνίας».
Εντούτοις, όπως φάνηκε και το ξέρουμε πια, το ΚΚΕ μπορεί να στάθηκε ικανό να πρωτοστατήσει στη συγκρότηση και ανάπτυξη αυτού του γιγάντιου λαϊκού κινήματος, δεν μπόρεσε όμως να το οδηγήσει και στη νίκη. Όχι βέβαια γιατί πρότασσε την εθνική ανεξαρτησία και προωθούσε τη λαϊκή συμμαχία. Χωρίς αυτά απλώς δεν θα υπήρχε το κίνημα για το οποίο μιλάμε. Η ανεπάρκεια του ΚΚΕ έγκειται στο ότι δεν μπόρεσε να αντιληφθεί πως η ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος έκανε αναπόφευκτη τη σύγκρουση με τον αστισμό και τους ιμπεριαλιστές προστάτες του. Ακριβώς γιατί διαμόρφωνε όρους λαϊκής κυριαρχίας μετά την εθνική απελευθέρωση, που θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση το ίδιο το αστικό κοινωνικό καθεστώς.
Ήταν αυτή η αδυναμία του που καθόρισε τις «παλινωδίες» του 1944-45, από την ΠΕΕΑ στον Λίβανο και την Καζέρτα, κι από κει στον Δεκέμβρη και τελικά στη Βάρκιζα. «Παλινωδίες» που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε χωρίς να πάρουμε υπόψη μας και έναν άλλο παράγοντα: την ΕΣΣΔ, που θα ήταν παράδοξο να θέσει σε κίνδυνο τη συμμαχία με τη Βρετανία, σε μια συγκυρία αποκορύφωσης του πολέμου κατά της ναζιστικής Γερμανίας. Και, κατά συνέπεια, είχε κάθε λόγο να ευνοεί συμβιβαστικές λύσεις στην αντιπαράθεση του ΕΑΜ με τους Βρετανούς.
Από τη Βάρκιζα στο Λιτόχωρο
Στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο 1945, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ οδηγήθηκαν από τις ίδιες αυταπάτες που καθόρισαν τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας. Θεώρησαν πως η τεράστια ανάπτυξη του εαμικού κινήματος αποτελούσε εγγύηση για μια δημοκρατική διέξοδο, με την αποφυγή ενός καταστροφικού εμφυλίου πολέμου.
Η αυταπάτη σχετίζεται με το ότι η αντίπαλη πλευρά ήξερε ακριβώς το ίδιο. Πως η δημοκρατική ομαλότητα θα επέτρεπε την άνοδο του ΕΑΜ στην εξουσία, θέτοντας σε αμφισβήτηση την αστική ταξική κυριαρχία και τη συμμαχία με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Έτσι, είχε κάθε λόγο να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Κάτι που φάνηκε αμέσως μετά τη Βάρκιζα, με την εξαπόλυση ενός κύματος Λευκής Τρομοκρατίας: διώξεων, συλλήψεων και δολοφονιών, καταστροφής γραφείων, παρεμπόδισης της έκδοσης και κυκλοφορίας εαμικών εντύπων κ.λπ., σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.
Παρ’ όλα αυτά, το λαϊκό κίνημα παραμένει ισχυρό, όπως διαπιστώνεται από τη μαζικότητα των πολιτικών και κοινωνικών του φορέων και εκδηλώσεων, έχοντας φτάσει στις αρχές του 1946 να ελέγχεται με τεράστια πλειοψηφία η ΓΣΕΕ, αλλά και η ΠΑΣΕΓΕΣ (γεωργικοί συνεταιρισμοί), ακόμα και ο ΣΕΓΑΣ (αθλητικά σωματεία). Μεγάλο μέρος της νεολαίας εξακολουθεί να συμμετέχει στην ΕΠΟΝ, ενώ δεκάδες οργανώσεις συγκροτούν την Πανελλαδική Ομοσπονδία Γυναικών.

Ήταν φανερό πως οι κομμουνιστές και η μεγάλη πλειονότητα του λαϊκού εαμικού κόσμου εξακολουθούσαν να εμπιστεύονται το ΚΚΕ, παρά την ήττα του Δεκέμβρη και την τρομοκρατία που ακολούθησε τη Βάρκιζα. Η εμπιστοσύνη κατακτήθηκε στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης και ενισχυόταν από την αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης, που όχι μόνο θριάμβευσε στον πόλεμο κατά του ναζισμού, αλλά συνέβαλε και στην επέκταση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου μέχρι την κεντρική Ευρώπη και τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στα 1946-47 εντάχθηκαν στο ΚΚΕ ακόμα και τμήματα της «αριστερής διαφωνίας», όπως ήταν η Ομάδα Κομμουνιστών, που αποτελούνταν από παλιούς Ακροναυπλιώτες αρχειομαρξιστές, και η Διεθνιστική Επαναστατική Πρωτοπορία, της Φιλισίας Πουλιοπούλου, χήρας του ηγέτη του ελληνικού τροτσκισμού.
Βαδίζοντας προς τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, το ΕΑΜ, με κορμό το ΚΚΕ, παραμένει η κύρια πολιτική δύναμη. Γεγονός που προκαλεί εύλογη ανησυχία στο αντίπαλο στρατόπεδο και καθορίζει τη διενέργεια των εκλογών σε συνθήκες βίας και νοθείας, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμα και σε εξωεαμικούς κύκλους. Έτσι, όχι μόνο το ΕΑΜ και οι συνεργαζόμενοι μ’ αυτό Αριστεροί Φιλελεύθεροι, αλλά το σύνολο της Αριστεράς (ΣΚ-ΕΛΔ των Σβώλου-Τσιριμώκου, που είχαν αποχωρήσει από το ΕΑΜ, Ένωση Δημοκρατικών Αριστερών, του Ιωάννη Σοφιανόπουλου, που εκπροσωπούσε την κυβέρνηση Πλαστήρα στις συνομιλίες της Βάρκιζας, κ.ά.), ακόμα και βενιζελικοί πολιτικοί, όπως ο Γεώργιος Καφαντάρης και ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Καΐρου Εμμανουήλ Τσουδερός, αποφάσισαν την αποχή από τις εκλογές.
Η αποχή, που απέβλεπε στην απονομιμοποίηση των εκλογών, όχι μόνο δεν πέτυχε τον στόχο της, αλλά συνέβαλε στην ανάδειξη μιας Βουλής υπό την πλήρη κυριαρχία της Δεξιάς. Και ήταν αυτός ο λόγος που επικρίθηκε αργότερα από το ΚΚΕ, ενώ ο ηγέτης του κόμματος, Νίκος Ζαχαριάδης, τη χαρακτήρισε ως ένα από τα σημαντικά πολιτικά του λάθη.
Ταυτόχρονα, την ίδια μέρα των εκλογών, πραγματοποιήθηκε η επίθεση στον Σταθμό Χωροφυλακής του Λιτόχωρου, χωριού του Ολύμπου, από ομάδα ένοπλων καταδιωκόμενων αγωνιστών. Μια επίθεση που σηματοδότησε την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου.
Στην πραγματικότητα, ο Εμφύλιος διεξαγόταν ήδη σ’ ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, μόνο που ήταν μονομερής και συνίστατο στις επιθέσεις αστυνομικών και κυρίως παρακρατικών συμμοριών, κατά του κόσμου της Αριστεράς και της Αντίστασης. Υποχρεώνοντας χιλιάδες καταδιωκόμενους πρώην μαχητές του ΕΛΑΣ να καταφύγουν και πάλι στα βουνά, ενώ το ΚΚΕ, ήδη από το καλοκαίρι του 1945 και παρά την αποκήρυξη του Άρη Βελουχιώτη και της απόπειράς του να ανασυγκροτήσει τον λαϊκό στρατό, είχε προσανατολιστεί στη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα. Στο πλαίσιο της οποίας ιδιαίτερη θέση κατείχε η Στενή Αυτοάμυνα, που αντιστοιχούσε στην κατοχική ΟΠΛΑ.
Κατά συνέπεια, το Λιτόχωρο δεν ήταν ακριβώς κεραυνός εν αιθρία. Εξάλλου, ήδη από τις 12 Φεβρουαρίου 1946, κατά την πρώτη επέτειο της Συμφωνίας, το σημείο 4 της απόφασης της Κ.Ε. του ΚΚΕ αντικαθιστούνταν με αποσιωπητικά. Στέλνοντας προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα, «Βάρκιζα τέλος».

Απ’ το Λιτόχωρο στο Κάμενικ. Το δεύτερο αντάρτικο και η ήττα
Παρά την επίθεση στο Λιτόχωρο, θα περάσουν μήνες μέχρι τη συγκρότηση του Γενικού Αρχηγείου των ανταρτών, τον Οκτώβριο 1946, και του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, τον Δεκέμβριο. Ενώ θα χρειαστεί να περάσει ένας ακόμα χρόνος, μέχρι τον σχηματισμό της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ), τον Δεκέμβριο 1947. Που την ακολούθησε η απαγόρευση της λειτουργίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, με τον Α.Ν. 509, και η γενίκευση πλέον του Εμφυλίου.
Έτσι, από την πρώτη εμφυλιοπολεμική ενέργεια του ΚΚΕ, τον Μάρτιο του 1946, μέχρι τη γενίκευση του πολέμου, τον Δεκέμβριο του ’47, μεσολαβούν περίπου δύο χρόνια. Όλη αυτή την περίοδο το ΚΚΕ επιδιώκει τον κύριο στόχο του, που είναι η ομαλή δημοκρατική διέξοδος, και στην κατεύθυνση αυτή απευθύνει συστηματικά προτάσεις προς το αντίπαλο στρατόπεδο και κυρίως προς τις δυνάμεις του βενιζελογενούς Κέντρου. Προτάσεις που απορρίπτονται η μία μετά την άλλη, με το Κέντρο να συμπλέει πλήρως με τη Δεξιά, η οποία τελικά αναγνωρίζει ως πρωθυπουργό τον γηραιό ηγέτη των Φιλελευθέρων, Θεμιστοκλή Σοφούλη. Παρά το ότι η ίδια διαθέτει περισσότερους από 200 βουλευτές και οι Φιλελεύθεροι μόλις 48.
Δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε επακριβώς αν η εμμονή του ΚΚΕ στην επιδίωξη πολιτικής λύσης υπήρξε απόρροια σχετικών σοβιετικών υποδείξεων. Αν και σίγουρα γνωρίζουμε ότι οι Σοβιετικοί αντιτάχθηκαν στην αποχή, χωρίς να εισακουστούν. Το βέβαιο είναι πως στην κατεύθυνση της ένοπλης διεξόδου ωθούσε η γειτονική Γιουγκοσλαβία και ότι μέσω αυτής γινόταν η ενίσχυση του ΔΣΕ από τις άλλες λαϊκές δημοκρατίες, αν και πάντα περιορισμένη.
Αυτό που επίσης σίγουρα γνωρίζουμε είναι πως η καθυστέρηση του περάσματος του ΚΚΕ στον γενικευμένο πόλεμο είχε τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις, καθώς επέτρεψε την αποψίλωση των οργανώσεών του με τις αθρόες συλλήψεις, τη διάλυση του μαζικού λαϊκού κινήματος και την αδυναμία, στη συνέχεια, του συνδυασμού της ένοπλης πάλης στην ύπαιθρο με μαζικούς αγώνες στα αστικά κέντρα. Αλλά περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, στη στέρηση των εφεδρειών, τόσο απαραίτητων για τη μαζικοποίηση του ΔΣΕ.
Η καθυστέρηση προσφυγής στον γενικευμένο ένοπλο αγώνα που, ακόμα κι αν δεν οδηγούσε στην κατάληψη της εξουσίας, θα μπορούσε να επιβάλλει συμβιβασμό και δημοκρατική διέξοδο, έδωσε χρόνο στον αντίπαλο να ανασυγκροτηθεί στρατιωτικά, ιδιαίτερα μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, τον Μάρτιο 1947, και την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ. Με τον ΔΣΕ να αδυνατεί να εφαρμόσει το Σχέδιο «Λίμνες», που απέβλεπε στην κατάληψη κάποιας πόλης για την εγκατάσταση της δημοκρατικής κυβέρνησης, που θα επέτρεπε την αναγνώρισή της από την ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες, και κατά συνέπεια τη νομότυπη στρατιωτική βοήθεια.
Ο ΔΣΕ διεξήγαγε τον πόλεμο χωρίς εφεδρείες και με τη μεταφορά 800.000 κατοίκων των περιοχών όπου διεξαγόταν ο Εμφύλιος στα μεγάλα αστικά κέντρα, άρα τη στέρησή του από την όποια βοήθεια από τον λαϊκό κόσμο, και με την επικέντρωση στις κατά μέτωπο μάχες για την κατάληψη κάποια πόλης, στις οποίες ήταν ασύγκριτη η υπεροχή του εθνικού στρατού σε άντρες και οπλισμό. Αυτό το ζήτημα είναι που προκάλεσε και τη ρήξη μεταξύ του Ζαχαριάδη και του επικεφαλής του ΔΣΕ και της ΠΔΚ, Μάρκου Βαφειάδη. Με τον δεύτερο να υποστηρίζει ότι το Σχέδιο «Λίμνες» ήταν ανέφικτο και μόνο η συνέχιση του τυπικού ανταρτοπολέμου θα υποχρέωνε τον αντίπαλο σε υποχώρηση και συμβιβασμό.
Επιπλέον και σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα χρόνια της εαμικής Αντίστασης, το ΚΚΕ διεξήγαγε τον αγώνα απομονωμένο από πολιτικούς συμμάχους. Το μόνο κόμμα που συμμετείχε στην ΠΔΚ και τον ΔΣΕ ήταν το Αγροτικό, το οποίο όμως είχε πάψει να είναι αυτοτελές, καθώς ήδη από το 1945 είχαν ενταχθεί στις γραμμές του όλοι οι κομμουνιστές της υπαίθρου.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τις αρχές του 1949 ο ΔΣΕ ήταν σε θέση να προκαλεί σοβαρά προβλήματα στον αντίπαλο, με κορυφαίες στιγμές, από το 1948, τη νίκη στη Μουργκάνα, την αναδίπλωση στο Βίτσι, τη μάχη στο Μάλι Μάδι, την προσωρινή κατάληψη πόλεων, όπως η Νάουσα, η Καρδίτσα και το Καρπενήσι, κ.λπ. Με την κατάσταση να διαμορφώνεται εξαιρετικά δυσχερής τους επόμενους μήνες, φτάνοντας το καλοκαίρι του 1949 να αντιπαρατίθενται 300.000 άντρες του εθνικού στρατού και περίπου 20.000 μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ. Με τον εθνικό στρατό να διαθέτει αεροπορία, ισχυρό πυροβολικό κ.λπ.
Την περίοδο αυτή είναι που έθεσε το ΚΚΕ ανοιχτά ζήτημα εξουσίας, απορρίπτοντας κάθε συμβιβαστική διέξοδο και διακηρύσσοντας ότι ο ΔΣΕ αγωνίζεται για καθεστώς λαϊκοδημοκρατικό που θα επιλύει και ζητήματα σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Η σχετική απόφαση της 5ης Ολομέλειας της Κ.Ε., που συγκλήθηκε τον Ιανουάριο 1949, δεν είχε πλέον και ιδιαίτερο νόημα, καθώς από τη μια απομόνωνε ακόμα περισσότερο το ΚΚΕ από τους πιθανούς συμμάχους του, κι από την άλλη απευθυνόταν σε έναν στρατό αποδεκατισμένο, λίγους μήνες πριν την τελική ήττα.

Η ήττα, που σηματοδοτήθηκε με την πτώση του υψώματος Κάμενικ στα ελληνοαλβανικά σύνορα και την υποχώρηση του ΔΣΕ στο αλβανικό έδαφος, στις 30 Αυγούστου 1949, αποδόθηκε από την ηγεσία του κόμματος κυρίως στο λεγόμενο «πισώπλατο χτύπημα του Τίτο». Οι σχετικές καταγγελίες ανέφεραν ακόμα και την είσοδο τμημάτων του εθνικού στρατού στη Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να χτυπηθεί ο ΔΣΕ.
Αν και κάτι τέτοιο αμφισβητείται ακόμα και από κάποιους που τότε το επικαλέστηκαν (όπως ο διοικητής των δυνάμεων στην ελληνογιουγκοσλαβική μεθόριο, Αλέκος Παπαπαναγιώτου), η αλήθεια είναι πως το κλείσιμο των συνόρων και η αδυναμία πλέον να χρησιμοποιείται η Γουγκοσλαβία σαν φιλική ενδοχώρα συνέβαλε στην ήττα. Παρά τις όποιες προθέσεις των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών, τη ρήξη των σχέσεών τους με τον Στάλιν την πλήρωσε το ελληνικό κίνημα. Όσο κι αν το ΚΚΕ απέφευγε επί ένα χρόνο (Ιούνιος 1948 – Ιούλιος 1949) να καταγγείλει τη Γιουγκοσλαβία, σε αντίθεση με όλα τα Κ.Κ. της εποχής.
Τα ερωτήματα
Προσπαθώντας να απαντήσουμε στα ερωτήματα που θέτει ο τίτλος του άρθρου, μπορούμε να πούμε ότι στο πρώτο η απάντηση είναι καταφατική. Η Ελλάδα δεν ήταν Γαλλία ή Ιταλία, όπου οι κομμουνιστές συνυπήρξαν με τις αστικές αντιφασιστικές δυνάμεις στα αντίστοιχα κινήματα Αντίστασης. Και μετά την Απελευθέρωση αποτελούσαν μια δύναμη ισχυρή μεν, αλλά όχι και τόσο απειλητική για την αστική κυριαρχία. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στις εκλογές του 1945 το Γαλλικό Κ.Κ. πήρε 26% και το 1948 το μέτωπο των Ιταλών κομμουνιστών και σοσιαλιστών πήρε 31%.
Εδώ είχε διαμορφωθεί ένας συσχετισμός που δεν επέτρεπε μια δημοκρατική εξέλιξη, χωρίς τον κίνδυνο επικράτησης της λαϊκής κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας. Κατά συνέπεια, ο αστισμός και οι ιμπεριαλιστές προστάτες του θα αντιστέκονταν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Άρα, η εμφύλια αντιπαράθεση ήταν αναπόφευκτη.
Εντούτοις, δεν ήταν αναπότρεπτη και η ήττα του λαϊκού κινήματος σ’ αυτήν. Στην περίπτωση, βέβαια, που το ΚΚΕ έπαυε να έχει τις όποιες αυταπάτες για ομαλή δημοκρατική διέξοδο και προσέφευγε έγκαιρα σε γενικευμένο ένοπλο αγώνα. Πριν αποψιλωθούν οι οργανώσεις του, πριν διαλυθούν οι μαζικοί λαϊκοί φορείς, πριν προλάβει ο αντίπαλος να ανασυγκροτηθεί στρατιωτικά.
Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν απίθανη και μια μετατόπιση αστικών δημοκρατικών δυνάμεων και η επιδίωξη συμβιβασμού, αν και με όρους ηγεμονίας της λαϊκής συμμαχίας. Αλλά μάλλον ξεφεύγουμε και μπαίνουμε στα χωράφια της εναλλακτικής ιστορίας.

