Η περίπτωση Βαννάτσι: όταν η θεσμική ακροδεξιά γεννά ακόμη περισσότερη ακροδεξιά, του Μανώλη Δουβίτσα

Στην ιστορική συγκυρία που ζούμε, σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που προσδοκά να ξεπεράσει τη στασιμότητα μέσω των εξοπλισμών και, αν χρειαστεί, με τη συμμετοχή σε έναν γενικευμένο πόλεμο, με κράτη που αυταρχικοποιούνται όλο και περισσότερο απέναντι σε κάθε εργατική και λαϊκή αντίσταση και θεσμοθετούν σε κάθε πεδίο την αναπαραγωγή και την πολλαπλασιαστική διεύρυνση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, και με το πνίξιμο των προσφύγων να έχει πλέον καταστεί διαδικασία ρουτίνας, εμφανίζονται ή επανεμφανίζονται όλο και περισσότερα ακροδεξιά μορφώματα και αρχηγίσκοι.

Το νέο ακροδεξιό «πουλέν» στην Ιταλία, τη χώρα όπου η ακροδεξιά κυβέρνηση της Μελόνι αποτελεί τη μακροβιότερη κυβέρνηση από το 1945, είναι ο Ρομπέρτο Βαννάτσι, με το κόμμα του, Εθνικό Μέλλον (Futuro Nazionale). Ο Βαννάτσι προέρχεται από τον στρατό, όπου υπηρέτησε σε μονάδες αλεξιπτωτιστών και καταδρομέων, καθώς και σε ανώτερες δομές των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, με επίσημες αποστολές στη Σομαλία, την Υεμένη, τη Ρουάντα, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Ακτή Ελεφαντοστού, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη.

Ο πρώην στρατιωτικός εμφανίστηκε στη δημόσια σφαίρα το 2023 με ένα βιβλίο-ακροδεξιό μανιφέστο, στο οποίο παρουσίαζε τον γενικευμένο αυταρχισμό, τον ρατσισμό, τον σεξισμό και την ομοφοβία ως «κοινή λογική». Παρότι παρουσιάστηκε ως αυτοέκδοση, το βιβλίο, αμέσως μόλις ανέβηκε στο Amazon, συγκέντρωσε 100.000 αναζητήσεις στο Google μέσα σε 24 ώρες και 93.700 πωλήσεις την πρώτη εβδομάδα. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν, ήδη από την πρώτη στιγμή, ένα πολυδαίδαλο δίκτυο μηχανισμών προβολής, οργάνωσης και προώθησης, το οποίο μετατρέπει έναν άγνωστο στρατιωτικό σε πολιτικό παράγοντα.

Το 2024 ο Βαννάτσι εξελέγη ευρωβουλευτής με τη Λέγκα του Σαλβίνι, από την οποία ωστόσο αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2026, ιδρύοντας το δικό του κόμμα με στόχο να εκφράσει μια σκληρότερη, εθνικιστική, αντιμεταναστευτική και ρατσιστική εκδοχή της ιταλικής ακροδεξιάς. Η αποχώρησή του αποτέλεσε καθοριστικό πλήγμα για τον Σαλβίνι και τη Λέγκα, καθώς τα ποσοστά της έχουν πλέον υποχωρήσει δημοσκοπικά κάτω από το 5%, ενώ τα αντίστοιχα του Βαννάτσι κινούνται γύρω στο 8%, καθιστώντας τον βασικό ρυθμιστή των εξελίξεων ενόψει των εκλογών του 2027.

Στο πολιτικό πρόγραμμα και την ευρύτερη ρητορική του συγκεκριμένου κόμματος δεσπόζει ένας ρατσιστικός λόγος, ο οποίος προωθεί στο μεταναστευτικό ζήτημα σκληρά κατασταλτικά μέτρα, όπως η απαγόρευση αποβιβάσεων, η ενίσχυση των ναυτικών περιπολιών, οι απελάσεις και ο περιορισμός της οικογενειακής επανένωσης. Ο όρος που λανσάρει είναι η «επαναμετανάστευση» (remigrazione), δηλαδή η μαζική απέλαση όχι μόνο όσων δεν διαθέτουν χαρτιά, αλλά και όσων θεωρούνται μη αφομοιωμένοι στις «αξίες του πολιτισμού μας». Παράλληλα, ζητά να διπλασιαστεί ο χρόνος νόμιμης διαμονής που απαιτείται για την απόκτηση της ιταλικής ιθαγένειας, από τα 10 στα 20 χρόνια, να απαιτείται γλωσσική επάρκεια επιπέδου C1 και να υπογράφεται δήλωση αφομοίωσης στον… «ελληνορωμαϊκό και χριστιανικό πολιτισμό».

Ταυτόχρονα, προτείνει την ενίσχυση της καταστολής και μια στρατιωτικού τύπου διαχείριση των κοινωνικών ζητημάτων. Αυτό περιλαμβάνει μέτρα όπως η παρουσία του στρατού σε περιοχές που θεωρούνται υψηλής εγκληματικότητας, η αυστηροποίηση των απαγορεύσεων πρόσβασης σε αστικές ζώνες και γήπεδα, η δημιουργία 10.000 νέων θέσεων στις φυλακές, η μείωση της ηλικίας ποινικής ευθύνης στα 12 έτη και η διεύρυνση της δικαιοδοσίας των σωμάτων ασφαλείας στη χρήση όπλων. Πρόκειται για επιλογές που μετατρέπουν την κοινωνία, και ιδιαίτερα το πιο φτωχοποιημένο και περιθωριοποιημένο κομμάτι της, σε αντικείμενο επιτήρησης, εγκλεισμού και ποινικής πειθάρχησης. Στη λογική αυτή, δεν υπάρχει χώρος για κοινωνική προστασία, παρά μόνο καταστολή και εγκλεισμός.

Στο θέμα των έμφυλων ζητημάτων προωθεί τον όρο «μεσογειακή πατριαρχία», όπου ο άνδρας αναλαμβάνει τον ρόλο της «προστασίας», της «άμυνας» και της εξουσίας απέναντι στην «αδύναμη» γυναίκα. Ισχυρίζεται ότι ο όρος γυναικοκτονία είναι «πλύση εγκεφάλου» των πολιτών, δηλώνει ότι η άμβλωση «δεν είναι δικαίωμα» και αρνείται γενικά τα εγκλήματα μίσους, ζητώντας την κατάργηση των σχετικών νομοθεσιών. Όσο για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, αντιτίθεται σθεναρά ακόμη και στις πιο στοιχειώδεις μορφές νομικής αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους, προτείνει να περιοριστεί η ορατότητά τους και παρουσιάζει τη σεξουαλική διαφορετικότητα ως απειλή για τα παιδιά, την οικογένεια και το έθνος.

Τον περασμένο Ιούλιο οργάνωσε μια τριήμερη αθλητική εκδήλωση, την οποία ονόμασε «φουτουριστικό τρίαθλο», παραπέμποντας στη σύνδεση του καλλιτεχνικού κινήματος του φουτουρισμού με τον ιταλικό φασισμό. Στη συγκεκριμένη εκδήλωση συνέδεσε πλήρως τον αθλητισμό με την πειθάρχηση μιας υποτιθέμενα εκτός ελέγχου νεολαίας, που δεν υπακούει και δεν πειθαρχεί.

Το πώς εννοεί, βέβαια, αυτή την πειθάρχηση έγινε αρκετά σαφές στην ιδρυτική σύσκεψη του κόμματός του, με την πρότασή του για εργασία από την ηλικία των 14 ετών. Το σχολείο, για εκείνον, δεν συνιστά δικαίωμα, αλλά λειτουργεί απλώς ως προθάλαμος για την αγορά εργασίας. Ο ίδιος δήλωσε ότι η εκπαίδευση πρέπει να είναι «σκληρή και επιλεκτική, όπως είναι και η ζωή», προτείνοντας την επαναφορά του βιβλιαρίου εργασίας από τα 14. Η μόρφωση, λοιπόν, δεν αντιμετωπίζεται ως συλλογικό δικαίωμα, αλλά ως μηχανισμός διαλογής και αποδοχής της εργασιακής, και όχι μόνο, ιεραρχίας, εντός ενός πλαισίου κοινωνικού δαρβινισμού, όπου όποιος περισσεύει πετιέται στα σκουπίδια. Τι πιο ιδανικό, άλλωστε, όχι μόνο για την αναπαραγωγή των όρων εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αλλά και για την τροφοδότηση της επελαύνουσας πολεμικής μηχανής που συντηρεί η ΕΕ ενόψει μιας επερχόμενης γενικευμένης σύγκρουσης;

Η περίπτωση του Βαννάτσι και το γεγονός ότι η κυρίαρχη πολιτική σκηνή της Ιταλίας έχει γίνει ένα λουναπάρκ ακροδεξιών και νεοφασιστών αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι σημαίνει η θεσμική κανονικοποίηση του φασισμού. Η κυβέρνηση Μελόνι, που διανύει ουσιαστικά τον τέταρτο χρόνο της, επιδεινώνει τους όρους εκμετάλλευσης των εργαζομένων, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή για το νέο στάδιο της Ευρώπης-Φρούριο, λάνσαρε την εξαγωγή των κέντρων κράτησης προσφύγων, δημιούργησε ασφυκτικά κατασταλτικά μέτρα απέναντι στα κινήματα και έθεσε πολλαπλώς υπό αμφισβήτηση κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά δικαιώματα, καθώς και το αντιφασιστικό κεκτημένο της Ιταλίας και του ιταλικού Συντάγματος μετά το 1945. Τα όρια του πολιτικού σκηνικού μετατοπίστηκαν προς τα ακροδεξιά και ο Βαννάτσι, με τη «μεσογειακή πατριαρχία», την «υποστήριξη της εργασίας των 14χρονων» και τα «φουτουριστικά τρίαθλα», αποτελεί μια ακόμη σκληρότερη εκδοχή αυτής της νέας πολιτικής κανονικότητας. Είναι, έτσι, πολύ πιθανό να βρεθεί στον επόμενο κυβερνητικό συνασπισμό. Εντός, λοιπόν, ενός αντεστραμμένου «πολέμου θέσεων», τα όρια του αποδεκτού μετακινούνται βήμα βήμα και ο καραμπινάτος ρατσισμός βαφτίζεται «ρεαλισμός» και «πολιτισμική διαφορά», η πατριαρχία «προστασία», η καταστολή «ασφάλεια» και ο μιλιταρισμός «αναγκαία απάντηση στην κρίση».

Η περίπτωση του Βαννάτσι φέρνει, μάλιστα, και το συμβολικό φορτίο μιας στρατιωτικοποίησης της πολιτικής. Ένας πρώην στρατιωτικός, που έχει λάβει μέρος σε παγκόσμια πολεμικά μέτωπα των τελευταίων χρόνων, εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που θα βάλει «τάξη» και θα αποκαταστήσει την «ασφάλεια» στην Ιταλία. Στην ΕΕ του μιλιταρισμού και του ReArm Europe, και ενώ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού ο Τραμπ βγάζει τον στρατό στους δρόμους, τέτοιες λογικές που προωθούν μια νέου τύπου στρατιωτική και αστυνομική διακυβέρνηση δεν είναι δύσκολο να βγάλουν ρίζες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις δημοτικές εκλογές του Μιλάνου κατεβαίνει υποψήφιος με το Εθνικό Μέλλον ο Καρμέλο Μπούρτζιο, πρώην στρατηγός των Καραμπινιέρων, ο οποίος, χρησιμοποιώντας μια κατασταλτική ατζέντα, υπόσχεται να «σαρώσει» κάποιες από τις φτωχογειτονιές του Μιλάνου. Σε αυτό το σημείο αποτυπώνεται η συγκεκριμένη πολιτική λογική. Για αυτούς,τα προγράμματα κοινωνικής στέγης,οι δημόσιες υπηρεσίες,οι δουλειές με αξιοπρέπεια και οι υποδομές είναι άγνωστες λέξεις, καθώς το μόνο που ξέρουν είναι καταστολή και μόνο καταστολή.

Το ζητούμενο είναι, όμως, να αντιληφθούμε πλήρως, στην πολιτική σκέψη και πρακτική μας, ότι ο αυταρχισμός, η πολεμική προετοιμασία, ο θεσμοποιημένος ρατσισμός που αποτελεί πλέον δομικό στοιχείο της Ευρώπης-Φρούριο, η καταστολή η δημοκρατική εκτροπή, και η ακροδεξιά ατζέντα αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ευρωενωσιακής πραγματικότητας. Δεν αμφισβητούνται ούτε από την παραδοσιακή συντηρητική δεξιά ούτε από τις φιλελεύθερες – ακροκεντρώες δυνάμεις. Άρα, γεγονότα όπως το ότι οι ακροδεξιοί με κορμό το κόμμα της Μελόνι (Fratelli d’Italia) αποτελούν τη μακροβιότερη κυβέρνηση σε μια χώρα με αντιφασιστικό Σύνταγμα, η πρωτιά της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και η διόγκωση των απανταχού Βαννάτσι στην Ευρώπη (και όχι μόνο) δεν είναι κεραυνοί εν αιθρία. Είναι προεκτάσεις και απότοκα της παρούσας συγκυρίας και της πολιτικής συναίνεσης που υπάρχει γύρω από αυτή.

Από την άλλη, όμως, οι δυνάμεις του λαϊκού μαζικού κινήματος και της μαχόμενης Αριστεράς πρέπει να αναγνωρίζουν την επικίνδυνη αυτοτέλεια που έχει αυτή η νέα ακροδεξιά στον πολιτικό χάρτη και δεν πρέπει να διαλύουν το ειδικό βάρος της αντιφασιστικής πάλης και της πάλης ενάντια στη νέα ακροδεξιά σε μια γενικόλογη καταγγελία του συστήματος. Η ακροδεξιά, σε όλο της το φάσμα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αποτελεί αιχμή του δόρατος του συστήματος στην οργάνωση της συστημικής βίας και εμπροσθοφυλακή στο τσάκισμα κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων, στη νομιμοποίηση των αποκλεισμών και στην αντιδραστική μετατόπιση της κοινωνικής οργής μακριά από τις αιτίες της κρίσης του συστήματος και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Είναι επιτακτική η ανάγκη για μαζική και ενωτική κινητοποίηση των δυνάμεων του κινήματος, ώστε να σταματήσει η άνοδος της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού.

Απέναντί της δεν μπορούν να σταθούν λογικές που αναπαράγουν τις συνθήκες οι οποίες την παράγουν, ούτε δυνάμεις που προσπαθούν να σταθούν στο έδαφος στο οποίο έχει μετατοπίσει το πολιτικό σκηνικό. Απαιτούνται, λοιπόν, μαζικοί λαϊκοί αγώνες, μέγιστη συγκέντρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και προγράμματα πάλης της Αριστεράς που θα αναστρέψουν την κατάσταση από τα κάτω και από τα αριστερά, προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Γιατί, για να μείνουμε στο παράδειγμα της Ιταλίας, τα νέα των τελευταίων χρόνων δεν είναι μόνο η διόγκωση των διάφορων τύπου ακροδεξιών, αλλά και οι μεγαλειώδεις απεργίες αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη και ενάντια στην οικονομία του πολέμου, που οργάνωσαν συνδικάτα βάσης όπως η USB, οι κινητοποιήσεις για τη στέγη, το περιβάλλον, τη δημόσια παιδεία και υγεία στο Μιλάνο, οι μαζικές-μαχητικές διαδηλώσεις ως απάντηση στην κρατική δολοφονία του Αμπντεραχίμ Φακίρ στη Μπολόνια, οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και η δημιουργία ανεξάρτητων συνδικαλιστικών οργανώσεων κόντρα στο ρεύμα του συμβιβασμού.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ