Πριν περίπου 100 χρόνια η μεγάλη αύξηση των ενοικίων οδήγησε σε μια ιστορική εξέγερση ενοικιαστών και μικροεπαγγελματιών που η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη κατέστειλε βγάζοντας τον στρατό στους δρόμους και δολοφονώντας τρεις διαδηλωτές.
Αίτια ήταν η κατάργηση του ενοικιοστάσιου που πάγωνε τα ενοίκια σε παλαιούς ενοικιαστές. Αξιοποιώντας την μεγάλη ζήτηση που προήλθε από τους πρόσφυγες της Μ. Ασίας ιδιαίτερα τους κάπως εύπορους που αναζητούσαν σπίτι οι ιδιοκτήτες διπλασίαζαν και τριπλασίαζαν τις τιμές των ενοικίων. Είναι χαρακτηριστικό πως το περιγράφει η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Το Φως. «Περάσαμε (οι πρόσφυγες) τον χειμώνα του 1922-1923 κακήν κακώς τρυπώσαντες όπου μπόρεσε ο καθένας, ή πωλήσαντες τα διαμαντικά της μάνας ή της γυναίκας για να πληρώσουμε θεόρατα νοίκια σε σπίτια στις άκρες των πόλεων».

Αν κάνουμε διάφορες αντιστοιχήσεις τηρουμένων των αναλογιών με την σημερινή εποχή θα διαπιστώσουμε ότι οι μηχανισμοί που οδηγούν στην αύξηση των ενοικίων παραμένουν οι ίδιοι. Τότε ήταν η μεγάλη ζήτηση που υπήρξε με την αναζήτηση σπιτιών από τους πρόσφυγες, σήμερα είναι το Airbnb, η Golden Visa και οι μαζικές αγορές από Ισραηλινούς, Τούρκους, Κινέζους όχι μόνο στο κέντρο τις Αθήνας, αλλά και στα προάστια.
Σήμερα το ενοίκιο δεν είναι απλώς το ποσό που πληρώνει ένας άνθρωπος για να έχει ένα σπίτι. Είναι ένας μηχανισμός που αφαιρεί από το εισόδημα του το 35% έως 45% . Σε άλλες εποχές το ενοίκιο ήταν ένα από τα έξοδα του μήνα, σήμερα είναι το έξοδο που καθορίζει όλα τα υπόλοιπα. Τι μπορείς να ψωνίσεις από το σούπερ μάρκετ, αν θα πληρώσεις και πότε την ΔΕΗ, αν θα αγοράσεις καινούρια παπούτσια στο παιδί, αν θα πας διακοπές, αν θα μπορέσεις να αποταμιεύσεις έστω και λίγα ευρώ για μια ώρα ανάγκης, ενώ για μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων αν θα μπορέσει να φύγει από το πατρικό της και να αποκτήσει τη δική της ζωή.
Η αύξηση των ενοικίων δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα, αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, των νέων ζευγαριών, των φοιτητών, των συνταξιούχων, αλλά και των μικροεπαγγελματιών. Τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια η κατοικία από ανάγκη και δικαίωμα για όλους μετατράπηκε σε χρηματοοικονομικό προϊόν και επένδυση.
Δεν εννοούμε φυσικά τον μικροϊδιοκτήτη που νοικιάζει το δυαράκι της γιαγιάς του που του άφησε όταν πέθανε για να συμπληρώνει το εισόδημα του, αλλά τα μεγάλα funds που με την κρίση γιγαντωθήκαν βάζοντας στο χέρι τα σπίτια του κόσμου με τους πλειστηριασμούς, τις εταιρίες real estate, διάφορα αλλά χρηματοοικονομικά χαρτοφυλάκια κλπ. Έτσι το δικαίωμα του ανθρώπου για αξιοπρεπή κατοικία περιορίζεται και υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη του κεφαλαίου να αποδώσει. Όσο λοιπόν ένα ακίνητο αποκτά περισσότερη αξία στην αγορά, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου να κατοικήσει σε αυτό.
Το ενοίκιο τρώει τον μισθό
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί από τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης για τους δείκτες ανάπτυξης και την πρόσφατη αναβάθμιση από την Moody’s.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο περίπου 26% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ, ενώ χαρακτηριστικός είναι ο δείκτης του κόστους στέγασης σε σχέση με τον μισθό που ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Ένα ακόμα στοιχείο στο οποίο η χώρα μας κατέχει τα πρωτεία είναι αυτό των ληξιπρόθεσμων πληρωμών των στεγαστικών δανείων που ενώ στην ΕΕ βρίσκεται στο 9% σε εμάς φτάνει στο 43%, το μεγαλύτερο και σχεδόν πενταπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Σε σύγκριση με το 2010, ενώ ο μέσος όρος των νοικοκυριών στην ΕΕ με ληξιπρόθεσμες πληρωμές μειώθηκε από 12% σε 9%, στην Ελλάδα αυξήθηκε από 31% σε 43%.

Η ΕΛΣΤΑΤ, στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών του 2024, αναφέρει πως ο μέσος όρος του εισοδήματος των νοικοκυριών δίνει για την στέγαση το 17,1% του οικογενειακού προϋπολογισμού, ενώ για οικογένειες χαμηλού εισοδήματος η στέγαση και τα τρόφιμα φτάνουν το 55,9% του εισοδήματος τους.
Την άνοδο των ενοικίων δεν μπορούμε να την δούμε μόνο από την τεράστια άνοδο των τιμών των ακινήτων. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 7,8% το 2025, μετά από αύξηση 9,1% το 2024. Στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 η ετήσια αύξηση ήταν 7,6%, ενώ στην Αθήνα έφτασε το 5,9%, στη Θεσσαλονίκη το 8% και στις άλλες μεγάλες πόλεις το 10,5%. Σύμφωνα με στοιχεία του Ριζοσπάστη την τελευταία πενταετία οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί μεσοσταθμικά κατά 50%-60%, ενώ τα ενοίκια κατά 35%-45%.
Η πόλη γίνεται επενδυτικό χαρτοφυλάκιο
Από την παραπάνω εικόνα προκύπτει ότι τελικά η στέγη δεν είναι απλώς ακριβότερη επειδή «υπάρχει ζήτηση» όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά έχει γίνει πεδίο μεγάλης συσσώρευσης χρηματοοικονομικής αξίας. Και εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα. Γιατί έχοντας έρθει στην κατοχή των funds, των εταιριών real estate και διάφορων άλλων χαρτοφυλακίων, μεγάλο μέρος ακίνητων μετατρέπεται σε επενδυτικά προϊόντα που αποφέρουν υπερκέρδη από την άνοδο της αξίας του ακινήτου, από τα ενοίκια, από το Airbnb ή από την πώλησή τους σε μεγαλύτερη τιμή.
Συνεπώς, η αντίθεση ανάμεσα στην κατοικία ως ανάγκη και στην κατοικία ως επενδυτικό προϊόν που χρόνο με τον χρόνο οξύνεται είναι η βαθύτερη αιτία της σημερινής κρίσης. Στις μεγάλες πόλεις η αντίθεση αυτή είναι ακόμα πιο οξυμένη λόγω της τουριστικοποίησης μεγάλων περιοχών και τα προγράμματα που συνδέουν την αγορά κατοικίας με την Golden Visa. Χαρακτηριστικά παραδείγματα καταγράφονται στο κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά. Σε πρόσφατο δημοσίευμα της «Εποχής» αναφέρεται ότι 408 κατοικίες στο πρώην εργοστάσιο του Κεράνη στον Πειραιά και άλλες 148 κατοικίες σε κτίριο του Μεταξουργείου προορίζονται για επενδυτική αξιοποίηση μέσω Golden Visa. Είναι ακόμα παράδειγμα είναι αυτό της «ανάπλασης του Ελληνικού» και το project της Αθηναϊκής Ριβιέρας, όπου επιχειρηματικοί κολοσσοί κυρίως από Ισραήλ, Κίνα, Αμερική, Σαουδική Αραβία αλλά και από την Ελλάδα ανταγωνίζονται για την εκμετάλλευση της περιοχής.
Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι ότι δεν υπάρχουν διαμερίσματα όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά είναι ότι ένα σημαντικό μέρος της υπάρχουσας κατοικίας δεν διατίθεται με όρους που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εργαζομένων. Γιατί την στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι ψάχνουν σπίτι, χιλιάδες ακίνητα παραμένουν κλειστά γιατί άλλα χρησιμοποιούνται ως επενδυτικά προϊόντα, άλλα μετατρέπονται σε τουριστικά καταλύματα και άλλα εντάσσονται σε χρηματοοικονομικές διαδικασίες υψηλής κερδοφορίας.
Συνεπώς η κατοικία από κοινωνικό δικαίωμα για όλους μετατρέπεται σε προϊόν που λειτουργεί με βάση την αγοραστική δυνατότητα. Αυτός που μπορεί να πληρώσει αποκτά καλύτερο σπίτι. Αυτός που δεν μπορεί, πηγαίνει στις φθηνές περιοχές σε μικρότερο σπίτι και ή συγκατοικεί ή επιστρέφει στους γονείς του ή απλώς αποδέχεται ότι ένα μεγάλο μέρος του μισθού του πώς θα καταλήγει κάθε μήνα στο ενοίκιο ζώντας στην κυριολεξία μια χαμοζωή.
Δείτε την εικόνα όπως την περιγράφει ο διαχειριστής της σελίδας ΞΕΣΠΙΤΟΓΑΤΟΣ στο Facebook.

Κάπου εδώ το ενοίκιο αρχίζει να γίνεται ένας έμμεσος τοκογλυφικός μηχανισμός, όχι επειδή κάθε ιδιοκτήτης είναι «τοκογλύφος», αλλά επειδή η κοινωνική σχέση που διαμορφώνεται επιτρέπει ένα βασικό κοινωνικό αγαθό να απαιτεί από τον εργαζόμενο συνεχώς μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός για να έχει ένα σπίτι να στεγάσει την οικογένεια του. Συνεπώς, ένα μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού πλούτου που παράγεται πηγαίνει σε εκείνους που κατέχουν την γη και την κατοικία.
Το πρόβλημα της κατοικίας χρόνο με το χρόνο οξύνεται ενώ τα μέτρα της κυβέρνησης με τα προγράμματα Σπίτι μου 1 και 2 δημιούργησε μια τεχνητή αύξηση τιμών όπου χρέπια πουλιόταν σε εξωφρενικές τιμές. Πρόκειται για προγράμματα κοροϊδία που προωθούν τον τραπεζικό δανεισμό για την αγορά κατοικίας, στέλνοντας πελατεία στις τράπεζες, καθιστώντας τους εργαζόμενους και τα νέα ζευγάρια που αναζητούν μια στέγη, ενοικιαστές στα ίδια τους τα σπίτια και ομήρους στην επόμενη λίστα των πλειστηριασμών. Την ίδια στιγμή οι τράπεζες εξασφάλιζαν πελατεία για 30 χρονιά και μεγάλα κέρδη με εγγύηση του κράτους, σε μια περίοδο παρατεταμένης ακρίβειας και εργασιακής ανασφάλειας που αν συνεχιστεί θα έχουμε νέους κύκλους πλειστηριασμών.
Πολλές είναι οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από δυνάμεις της αριστεράς και του κινήματος. Όπως, πλαφόν στα ενοίκια, θεσμοθέτηση ανώτατου ορίου αύξησης και τιμών στα ενοίκια, κατάργηση Golden Visa, ρύθμιση Airbnb κλπ. Αυτό όμως που πρέπει να εκτιμήσουμε είναι η απουσία ενός κινήματος ενοικιαστών και όσων κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους που μαχητικά να κινητοποιεί την κοινωνία για να μην περιθωριοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Οι εμπειρίες διεθνώς είναι πολλές. Στην Ισπανία για παράδειγμα μετά από μαζικές διαδηλώσεις εκατό χιλιάδων ατόμων και δυναμικούς ακτιβισμούς, πέτυχαν στην Βαρκελώνη πλήρη απαγόρευση των Airbnb έως το 2028 ενώ στην Μαδρίτη, πάγωμα των ενοικίων και κρατική στεγαστική ενίσχυση 7 δισ. ευρώ. Στην Πορτογαλία, την Ιταλία, την Γαλλία, το Μεξικό, την Γερμανία κ.α. υπάρχουν ισχυρά κινήματα ενοικιαστών ιδιαίτερα νεολαίας που έχουν νίκες σε πολλές περιπτώσεις.
Ακόμα δεν είναι τυχαίο ότι ένα μέρος της εκλογικής επιτυχίας του Die Linke στις πρόσφατες εκλογές στο Βερολίνο οφειλόταν και στις προτάσεις για το στεγαστικό που περιλάμβαναν απαλλοτριώσεις μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών real estate. Επίσης, μεταφορά περίπου 220.000 έως 240.000 διαμερισμάτων που ανήκουν σε μεγάλους ομίλους στον έλεγχο του ομοσπονδιακού κρατιδίου του Βερολίνου, πάγωμα και ανώτατα όρια στα ενοίκια, πάγωμα ενοικίων για ένα έτος, πλαφόν στις αυξήσεις κ.λπ.


