Τον Σεπτέμβρη του 2025, ο stand-up κωμικός Πάρις Ρούπος έκανε γνωστή την απόλυσή του από την Pizza Fan. Όπως κατήγγειλε, η απόφαση της εταιρείας ήρθε έπειτα από οργανωμένη στοχοποίηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από ακροδεξιούς κύκλους και τον Μπογδάνο, καθώς, στο πλαίσιο του Αντιφασιστικού Σεπτέμβρη 2025, όλο το ακροδεξιό σκυλολόι ενοχλήθηκε από την αντιφασιστική σάτιρα του. Ακολούθησε μια διαδικτυακή καμπάνια με ανοιχτές εκκλήσεις προς την εργοδοσία να του «κόψουν το ψωμί» και να τον οδηγήσουν στην οικονομική εξαθλίωση, συνοδευόμενη ακόμη και από απειλές για τη ζωή του.
Τότε, ο «εθνικά ευαίσθητος» ιδιοκτήτης της Pizza Fan, με τα εκατοντάδες πολυτελή ρολόγια και τα εκατομμύρια στην άκρη για «ώρα ανάγκης» που τα είχε σε κρύπτη, ανταποκρίθηκε στο «εθνικό προσκλητήριο» του ακροδεξιού συρφετού και προχώρησε στην απόλυση του καλλιτέχνη. Η εργοδοσία, δηλαδή, τιμώρησε τον εργαζόμενο για τις αντιφασιστικές του απόψεις, στέλνοντας ταυτόχρονα ένα σαφές μήνυμα: όποιος εργαζόμενος εκφράζει δημόσια απόψεις που δεν αρέσουν στην ιδιοκτησία ή στους πολιτικούς της συμμάχους, μπορεί να βρεθεί χωρίς δουλειά.
Το περιστατικό αυτό, μαζί με τις καταγγελίες των εργαζομένων για τις εργασιακές συνθήκες γαλέρας που επικρατούσαν στις δύο εταιρείες, απασχολεί ελάχιστα την ειδησεογραφία, η οποία επικεντρώνεται στο πόσα χρήματα έχασε το Δημόσιο και στο πόσοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι και αστυνομικοί είχαν εξαγοραστεί (Πέφτουμε από τα σύννεφα!).
Η αθέατη πλευρά της υπόθεσης είναι οι εργαζόμενοι. Γιατί πίσω από τις ταμειακές μηχανές, τους φούρνους και τα μηχανάκια των ντελίβερι βρίσκονται άνθρωποι που πρέπει να ζήσουν από τον μισθό τους.
Εργαζόμενοι που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δούλευαν περισσότερες ώρες από όσες εμφανίζονταν στα χαρτιά, διεκδικούσαν δεδουλευμένα, αντιμετώπιζαν προβλήματα με την ασφάλισή τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φοβούνταν να μιλήσουν για όσα συνέβαιναν στον χώρο εργασίας τους. Εργαζόμενοι που, για να πληρώσουν το νοίκι, τους λογαριασμούς, τα δάνεια και να καλύψουν τις ανάγκες των παιδιών τους, αναγκάζονται να δουλεύουν ατελείωτες ώρες.
Είναι χαρακτηριστικά τα ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη
«Παντού δουλεύαμε, σε όλα τα πόστα, κουζίνα, παραλαβές… Δουλεύαμε 10ωρα και μας δήλωναν 4ωρο», είπαν δύο εργαζόμενες μετανάστριες μιλώντας στον «Ριζοσπάστη», ενώ μια συνάδελφός τους πρόσθεσε πως τους λένε να περιμένουν να δουν τι θα γίνει. «Τι θα γίνει με εμάς και τα παιδιά μας; Οι υποχρεώσεις δεν μπορούν να περιμένουν, οι λογαριασμοί, τα δάνεια τρέχουν…», αναρωτήθηκαν. Λίγο πιο πέρα, οι διανομείς κατήγγειλαν ότι τα ένσημά τους καταχωρίζονταν μισά. «Γιατί δεν βγαίνει η Επιθεώρηση να ελέγξει βράδυ; Δεν τις πηγαίνουν τις πίτσες “φαντάσματα”, άνθρωποι είμαστε», τόνισαν.
Στην παραπάνω περιγραφή βλέπουμε την εφαρμογή όλων των νόμων των μνημονιακών κυβερνήσεων, που κατήργησαν στην πράξη το εργατικό δίκαιο. Η ακύρωση βασικών εργατικών κατακτήσεων, η επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, η ουσιαστική ανυπαρξία συλλογικών συμβάσεων και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας δημιούργησαν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η εργοδοσία καθορίζει, στην πραγματικότητα, τους όρους εργασίας. Οι νόμοι της Αχτσιόγλου, του Χατζηδάκη, του Άδωνι Γεωργιάδη και, πρόσφατα, της Κεραμέως άνοιξαν τον δρόμο για τη σημερινή εργασιακή δυστοπία.
Η ψηφιακή κάρτα εργασίας, που παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως μεγάλη τομή για την προστασία των εργαζομένων, στην πραγματικότητα δεν εξασφάλισε από μόνη της τον ουσιαστικό έλεγχο του πραγματικού χρόνου εργασίας. Αντίθετα, στην πράξη, δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες να ελέγχουν πόσες ώρες θα εμφανίζονται ως πληρωμένες, αφού η ψηφιακή κάρτα βρίσκεται στη διάθεσή τους και μπορεί να χτυπηθεί όποτε εκείνοι επιλέξουν. Και ενώ αυτή η πραγματικότητα είναι γνωστή, η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για να διασφαλίσει έναν πραγματικό και αποτελεσματικό τρόπο ελέγχου των δεδουλευμένων ωρών εργασίας.
Από τα απλήρωτα δώρα μέχρι την τρομοκρατία
Η εργοδοτική αυθαιρεσία δεν περιορίζεται στα ωράρια και στα ένσημα. Οι καταγγελίες για επιστροφή των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, για απλήρωτες υπερωρίες, για αδήλωτα εργατικά ατυχήματα και για άθλιες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας συνθέτουν μια πραγματικότητα που αφορά όλο και περισσότερους εργαζόμενους, ιδιαίτερα εκείνους που βρίσκονται στα όρια της φτώχειας. Η εργοδοσία γνωρίζει πολύ καλά αυτή την ανισορροπία δύναμης και την αξιοποιεί. Όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται μόνος απέναντι στον εργοδότη, η απειλή της απόλυσης γίνεται ένα πανίσχυρο όπλο υποταγής και πειθαναγκασμού.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι εργαζόμενοι που τολμούν να αντιδράσουν βρίσκονται αντιμέτωποι με απειλές και εκφοβισμό. Υπάρχουν καταγγελίες για τραμπουκισμούς από μπράβους της εργοδοσίας, για πιέσεις προκειμένου να αποσυρθούν καταγγελίες εργατικών ατυχημάτων, για απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων στο «Χωριάτικο» και σε άλλες επιχειρήσεις του Γιαννακόπουλου, όπως κατήγγειλε εργαζόμενη.
Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τις εργασιακές συνθήκες σε επιχειρήσεις όπως οι συγκεκριμένες, αλλά και σε εκατοντάδες άλλες. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι με εκβιασμούς, απειλές απόλυσης και τραμπουκισμούς, οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα οι μετανάστες, δεν θα διακινδυνεύσουν να χάσουν ακόμη κι αυτό το ελάχιστο που τους προσφέρεται για να κάνουν καταγγελίες στην επιθεώρηση.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι. Η κυβέρνηση έχει φροντίσει να αποδυναμώσει στην πράξη τις επιθεωρήσεις εργασίας μέσω της υποστελέχωσής τους, καθώς μόλις 243 επιθεωρητές υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα για χιλιάδες επιχειρήσεις και εκατομμύρια εργαζομένους.
Η αναλογία προσωπικού προς επιχειρήσεις και εργαζομένους είναι τραγική, αφού κάθε ελεγκτής είναι θεωρητικά υπεύθυνος για 1.434 επιχειρήσεις και 9.995 εργαζομένους.
Αυτό σημαίνει ότι, για να καλύψει τον τομέα ευθύνης του, ένας επιθεωρητής θα έπρεπε να επισκέπτεται πέντε επιχειρήσεις κάθε εργάσιμη ημέρα. Η πρόσφατη ετήσια έκθεση της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων καταγράφει μια τραγική πραγματικότητα: 201 νεκροί και 332 βαριά τραυματισμένοι εργαζόμενοι το 2025, στην πιο θανατηφόρα χρονιά των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Η περίπτωση της Βιολάντα και όσα ήρθαν στο φως για τις συνθήκες ασφάλειας στους χώρους παραγωγής υπενθυμίζουν με τραγικό τρόπο τι σημαίνει εργοδοτικό έγκλημα. Δείχνουν ότι, όταν η ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως κόστος, όταν οι έλεγχοι είναι ανύπαρκτοι και όταν η εντατικοποίηση της εργασίας γίνεται κανονικότητα, τότε οι ανθρώπινες ζωές χάνουν την αξία τους.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών συμβαδίζει με την αποδυνάμωση των συλλογικών δικαιωμάτων. Όσο λιγότεροι είναι οι έλεγχοι, όσο πιο δύσκολη γίνεται η συνδικαλιστική δράση και όσο πιο επισφαλής είναι η εργασία, τόσο περισσότερο ενισχύεται η εργοδοτική αυθαιρεσία.
Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ του Χασάπη και του Φραπέ μέχρι τον Αντάρα, τον Γιαννακόπουλο και τον Λιόλιο, ένα τσιγάρο δρόμος
Η εργοδοτική σαπίλα τρέφεται από την πολιτική σαπίλα.
Όλες αυτές τις μέρες, από τις τηλεοπτικές οθόνες αναδύεται μια μπόχα σαπίλας. Άνθρωποι της νύχτας, που καταδικάστηκαν για σωματεμπορία και εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση, ήταν παράλληλα επιχειρηματίες που εξαπατούσαν το Δημόσιο μέσα από τον λαβύρινθο των εταιρειών τους. Και, βέβαια, υπάρχει και ο έτερος επιχειρηματίας, ο «εθνικά ευαίσθητος». Άραγε, το λογισμικό που εγκατέστησε ήταν όντως τόσο τέλειο, ώστε για χρόνια να μην γίνει αντιληπτό από τον Πιτσιλή;
Δεν πρόκειται για κάποια πρόσφατη ανακάλυψη ότι το μεγάλο κεφάλαιο έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει την πολιτική εξουσία, να διαμορφώνει κανόνες και να εξασφαλίζει ευνοϊκές συνθήκες για τη δραστηριότητά του. Αυτή είναι μία από τις βασικές λειτουργίες του αστικού κράτους. Όταν οι εργοδότες χρειάζονται κρατική προστασία, φορολογικές διευκολύνσεις, επιδοτήσεις ή ανοχή στις παρανομίες τους, οι μηχανισμοί εξουσίας είναι παρόντες.
Αντίθετα, όταν οι εργαζόμενοι ζητούν να πληρωθούν, να ασφαλιστούν, να δουλεύουν οκτάωρο και να επιστρέφουν στα σπίτια τους χωρίς να κινδυνεύει η ζωή τους, τότε εμφανίζονται οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, οι δυσκολίες των ελέγχων και η ανάγκη να μην επιβαρυνθεί η επιχειρηματικότητα. Αυτή η ταξική επιλεκτικότητα δεν αποτελεί δυσλειτουργία του συστήματος. Είναι μέρος της ίδιας της λειτουργίας του.
Αυτό ακριβώς περιέγραψε ο Μπρεχτ στην «Όπερα της Πεντάρας», χρησιμοποιώντας την πραγματικότητα του υποκόσμου για να δείξει ότι οι μέθοδοι της αστικής τάξης δεν διαφέρουν σε τίποτα από εκείνες των κοινών εγκληματιών. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι αστοί έχουν «ντύσει» τη δραστηριότητά τους με τον μανδύα της νομιμότητας και του σεβασμού. Στο έργο του, δολοφόνοι, μαστροποί, επιχειρηματίες και αρχηγοί της αστυνομίας συνδέονται σε έναν κόσμο όπου ο νόμος και το έγκλημα συχνά συναντιούνται και υπηρετούν τα ίδια οικονομικά συμφέροντα.
Η επικαιρότητα αυτής της μπρεχτικής παρατήρησης είναι εντυπωσιακή. Δεν χρειάζεται να παραβιάσεις τον νόμο όταν έχεις τη δυνατότητα να τον διαμορφώνεις στα μέτρα σου. Δεν χρειάζεται να καταφύγεις στη βία όταν μπορείς να χρησιμοποιήσεις την οικονομική εξάρτηση, την απειλή της απόλυσης και την κρατική αδράνεια για να επιβάλεις τη σιωπή.
Είναι ευκαιρία τα συνδικάτα, οι εργατικές συλλογικότητες, οι ταξικές κινήσεις και οι αγωνιστικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος να αναδείξουν αυτές τις πλευρές. Η υπόθεση της Pizza Fan και του «Χωριάτικου» δεν πρέπει να κλείσει με μερικές αποκαλύψεις για τα εκατομμύρια, τις διασυνδέσεις και τις επιχειρηματικές απάτες. Πρέπει να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δουλεύουν οι εργαζόμενοι, όχι μόνο στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά και σε εκατοντάδες άλλες.
Γιατί η πραγματική σαπίλα δεν βρίσκεται μόνο στις παράνομες συναλλαγές και στις υπόγειες διαδρομές του χρήματος. Βρίσκεται και στην καθημερινή κανονικότητα της εκμετάλλευσης, στην απλήρωτη εργασία, στα κλεμμένα ένσημα, στην τρομοκρατία και στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής.

