Χορεύοντας προς την Παλαιστίνη ή Ελευθερία ή Θάνατος πάντα, του Χρήστου Τσιάμη (ανταπόκριση Ν. Υόρκη)

 

Στους αδερφούς Στέλιο και Ρένο Ιωάννου

Είχαμε πάει στο κέντρο του κόσμου. Έτσι τη θεωρούσαν πολλοί τότε την Ουάσινγκτον, από την άποψη των γεωπολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονταν εκεί για τον πλανήτη μας. Είχαμε ταξιδέψει από τη Νέα Υόρκη νωρίς το φθινόπωρο για να συμμετάσχουμε σε μια μεγάλη διαμαρτυρία για την εισβολή της Τουρκίας, τον Ιούλιο, στην Κύπρο με την ανοχή, τουλάχιστον, της κυβέρνησης που κατοικοέδρευε στην πόλη αυτή. Μας φιλοξενούσε ο εξάδελφος που ζούσε εκεί, και το βράδυ μετά τη διαδήλωση μάς πρότεινε να πάμε, για εκτόνωση, σε ένα κέντρο που είχε μουσική από τη Μέση Ανατολή. Άρεσε σε πολλούς από εμάς αυτό το είδος. Και πήγαμε, μια παρέα οχτώ τον αριθμό.

Το κέντρο ήταν στο δεύτερο όροφο, και καθώς ανεβαίναμε είχε αρχίσει να μας σαγηνεύει ο βαθύς, ζεστός ήχος από ένα ούτι. Ένας ήχος που ταίριαζε στο βαθύ κόκκινο των τοίχων που αντικρύσαμε όταν μπήκαμε στην αίθουσα όπου έπαιζε η μικρή ορχήστρα προς ευχαρίστηση μιας παρέας μόνο! Είπαμε, «μάλλον ήρθαμε νωρίς…». Πέρασε η ώρα με ποτό, με κουβέντα, και με μουσική από το γλυκό εκείνο όργανο. Και όταν οι μουσικοί σταμάτησαν για διάλειμμα, διαπιστώσαμε ότι, πέρα από εμάς και την άλλη παρέα παραδίπλα, δεν είχε πατήσει το πόδι του κανένας άλλος στο μαγαζί. Και αστειευτήκαμε μεταξύ μας πως δεν αποκλείεται να μην ξαναγυρίσει στην αίθουσα το μάλλον απογοητευμένο, από το τόσο μικρό ακροατήριο, συγκρότημα. Αλλά δεν το βάλαμε κάτω, και παραγγείλαμε άλλον ένα γύρο ποτών.

Σαν επέστρεψαν οι μουσικοί και άρχισαν να κουρδίζουν τα όργανα, ένας από τους νεαρούς της άλλης παρέας σηκώθηκε, πήγε προς το μέρος τους, και είχε μια σύντομη συνομιλία μαζί τους. Και όταν άρχισε πάλι η μουσική, σηκώθηκε ολόκληρη εκείνη η παρέα, εφτά οχτώ άτομα, όλοι κάτω από τα τριάντα, μπήκαν στην πίστα του χορού, έδεσαν ο ένας με τον άλλο τα χέρια, και άρχισαν έναν λεβέντικο χορό. Tο σώμα ευθυτενές, λες έτοιμο να απογειωθεί, κατόπιν ένα ξαφνικό λύγισμα, και ύστερα τα πόδια να χτυπάν αποφασιστικά το πάτωμα, δηλώνοντας «είμαστε εδώ, δεν πάμε πουθενά». Και γύρω γύρω το έφερναν με χαμόγελα φωτεινά και δυνατά επιφωνήματα. Όταν τέλειωσαν και γύρισαν στο τραπέζι τους, ο ξάδελφος, πάντα περίεργος, πήγε να τους μιλήσει και να μάθει για το χορό και για αυτό που φάνηκε ότι γιόρταζαν.

Ντάμπκα, είπαν, τον έλεγαν τον χορό. Παλαιστίνιοι φοιτητές ήταν όλοι τους και δυο από αυτούς θα έφευγαν την επόμενη ημέρα για να πάνε στο Λίβανο και να καταταχθούν στο απελευθερωτικό τους κίνημα. Και ένας από εμάς ανέφερε τη σκηνή από τον αγώνα του έθνους μας για την ελευθερία, όπου οι σκλαβωμένοι πορεύονταν προς το θάνατο χορεύοντας. Και τότε το βαθυκόκκινο των τοίχων έσμιξε με τον ήχο των χορδών από το όργανο σε κάτι ζωντανό που χόρευε μαζί με την παρέα των Παλαιστίνιων φίλων που είχαν σηκωθεί, εν τω μεταξύ, για έναν δεύτερο χορό. Σκεφτήκαμε και εμείς, συγκινημένοι, τους δυο αδερφούς, τον Στέλιο και τον Ρένο, αδερφικούς μας φίλους, στην Κύπρο, στα χαρακώματα στα άκρα του Πενταδάκτυλου, που φρόντιζαν και αυτοί, βάζοντας μπροστά το σώμα, να μην παραβιαστεί η πολύ, πολύ λεπτή γραμμή της ελευθερίας.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ