Το Πνεύμα της Τεχεράνης

Πηγή: Kosmodromio

Μετάφραση και κείμενο Μυλωνέλης Ιωάννης

Παρότι οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί έχουν συγκλονίσει την ιρανική πρωτεύουσα και έχουν στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες αμάχους, οι κάτοικοί της έχουν επιδείξει αλληλεγγύη, ανθεκτικότητα και μια σιωπηλή αποφασιστικότητα να συνεχίσουν τη ζωή τους.»

Παρότι το κείμενο του Ιρανού κοινωνιολόγου Ασέφ Μπαγιάτ γράφτηκε πριν από μερικούς μήνες, κατά τις τελευταίες ημέρες του πολέμου των δώδεκα ημερών, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και υπό το φως του πολέμου του 2026, καθώς δεν περιορίζεται σε μια συγκυριακή περιγραφή της καταστροφής, αλλά διατυπώνει ένα βαθύτερο ερμηνευτικό σχήμα για τη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο, την εξωτερικά επιδιωκόμενη αλλαγή καθεστώτος και τις εσωτερικές δυναμικές της ιρανικής κοινωνίας. Η ιδέα ότι ο πόλεμος και οι ξένες επιθέσεις οδηγούν μηχανικά σε «λαϊκές» εξεγέρσεις και ανατροπή του εκάστοτε καθεστώτος, όπως συνέβη και σε προηγούμενους πολεμικούς σχεδιασμούς, για παράδειγμα στο Ιράκ με το χειρισμό και την εργαλειοποίηση σιιτικών και κουρδικών μειονοτήτων φαίνεται να μην είναι λειτουργούν. Το 2026 φάνηκε ξανά ότι, ακόμη και όταν μεγάλα τμήματα της ιρανικής κοινωνίας αντιτίθενται στην Ισλαμική Δημοκρατία, η εξωτερική στρατιωτική επέμβαση δεν βιώνεται καθολικά ως «απελευθέρωση», αλλά ως παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας.

Στον απόηχο των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, ο ίδιος ο Τραμπ μιλούσε τις πρώτες μέρες για «αλλαγή καθεστώτος» και μετά από λίγο για «άνευ όρων παράδοση» και για έναν νέο ανώτατο ηγέτη που θα έπρεπε να είναι «αποδεκτός», δηλαδή ουσιαστικά για επιβολή πολιτικής λύσης από έξω. Ο Ασέφ Μπαγιάτ, αντίθετα, επιμένει ότι μια δημοκρατική μετάβαση δεν μπορεί να στηριχθεί σε ξένες δυνάμεις ή σε εισαγόμενα σχέδια αλλαγής καθεστώτος, αλλά σε εσωτερικές κοινωνικές διαδικασίες και πολιτική συγκρότηση με συστατικά εγχώρια.

«Όλοι πρέπει να εκκενώσουν αμέσως την Τεχεράνη!», έγραψε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στις 16 Ιουνίου 2025. Τόσο απλά, μέσα σε μια πρόταση πέντε ωμών λέξεων. Για όσους από εμάς προερχόμαστε από την Τεχεράνη, τη γενέτειρά μου, το μήνυμα υπήρξε συγκλονιστικό κυρίως για την ψυχρότητα και την αποστασιοποίησή του. Το μήνυμά του δημοσιεύθηκε έπειτα από ημέρες αδιάκοπων ισραηλινών βομβαρδισμών στην Τεχεράνη και σε άλλες πόλεις, οι οποίοι φέρονταν να αποσκοπούν στην εξουδετέρωση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν -παρότι τόσο ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, όσο και η ίδια η διευθύντρια των εθνικών πληροφοριών του Τραμπ, Τάλσι Γκάμπαρντ, είχαν επιβεβαιώσει πως «δεν υπήρχε καμία απόδειξη» πως το Ιράν κατασκεύαζε πυρηνική βόμβα.

Εικόνα 1: Τεχεράνη, Φωτογραφία Ιωάννης Μυλωνέλης ©

Όταν κατακαθίσει η σκόνη των βομβαρδισμών, οι Ιρανοί αναμφίβολα θα αναμετρηθούν κριτικά με τη σκοπιμότητα των πυρηνικών φιλοδοξιών του καθεστώτος, καθώς και με την «αντιιμπεριαλιστική» ρητορική του, ιδίως μπροστά στο δυσβάστακτο τίμημα που είχαν οι πολιτικές αυτές στον λαό και στους πόρους της χώρας. Όμως, αυτή τη στιγμή, η βαθύτερη αγανάκτηση πηγάζει από την ατιμωρησία με την οποία τα λόγια του Τραμπ νομιμοποίησαν την ισραηλινή πολεμική μηχανή, η οποία μπορεί να παραβιάζει την ιρανική κυριαρχία, να στοχοποιεί αμάχους και να καταστρέφει τις υποδομές της χώρας χωρίς κανέναν περιορισμό.

«Να εκκενώσουμε αμέσως; Και να πάμε πού;» με ρώτησε ένας φίλος από την Τεχεράνη. «Ξέρουν έστω πού βρίσκεται η Τεχεράνη; Έχουν ποτέ περιπλανηθεί στους δρόμους της ή στο μεγάλο της παζάρι, ώστε να μπορέσουν να αισθανθούν τον παλμό της ζωντανής της ύπαρξης;» Η Τεχεράνη δεν είναι απλώς μια κουκκίδα πάνω στον χάρτη. Είναι σπίτια, νοσοκομεία και χώροι εργασίας. Είναι σχολεία, αγορές, γάμοι και κηδείες. Είναι μια πόλη περίπου δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων, που σφύζει από επαφή, ενέργεια και τον ρυθμό της ίδιας της ζωής. Αρκεί κανείς να πάρει το μετρό και να κατεβεί σε οποιονδήποτε σταθμό για να συναντήσει παντού σημάδια ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν: ένα κομμάτι χορτάρι σε κάποιο πάρκο όπου οικογένειες στρώνουν για να κάνουν πικνίκ, ένα καφέ γεμάτο από τον ζωηρό βόμβο νεαρών γυναικών και ανδρών, ξυπόλυτα παιδιά που παίζουν με μια πλαστική μπάλα με έκδηλη χαρά, ή την παλιά μου γειτονιά, το Εκχτιαριέχ όπου συνταξιούχοι άνδρες συγκεντρώνονται στα παγκάκια των πάρκων ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες τους.

Η Τεχεράνη φέρει τα ίχνη της κόπωσης που άφησαν οι δεκαετίες κατά τις οποίες οικοδομήθηκε σε αυτό που είναι σήμερα. Κάποτε, στα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν ένας σεμνός οικιστικός θύλακας στη σκιά των γαλήνιων βουνών του Αλμπόρζ· έκτοτε εξελίχθηκε σε μια απλωμένη μητρόπολη, με τους δρόμους της ασφυκτικά φορτωμένους με περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια οχήματα και με επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που την κατατάσσουν, από άποψη βιωσιμότητας, δίπλα στο Ντακάρ ή το Καράτσι. Κι όμως, η Τεχεράνη δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη -είναι φορτισμένη με μια εξαιρετική πολιτική ένταση και με ένα πνεύμα αντίστασης, διαμορφωμένη μέσα από μια αδιάκοπη σύγκρουση ανάμεσα σε μια φαινομενικά βαθιά και ριζωμένη παράδοση και σε μια αχαλίνωτη νεωτερικότητα.

Στη δυτική φαντασιακή πρόσληψη, η Τεχεράνη συχνά συρρικνώνεται σε κοινοτοπίες όπως επιβλητικοί μιναρέδες, αντηχούντα καλέσματα για προσευχή, γενειοφόροι κληρικοί και γυναίκες τυλιγμένες στα μαύρα -μια πόλη από πλίνθινα σπίτια και στενά σοκάκια, γεμάτη πολυμελείς εκτεταμένες οικογένειες. Αυτή είναι η Τεχεράνη της ταινίας του 1991 Όχι χωρίς την κόρη μου (Not Without My Daughter). Όμως η πραγματική Τεχεράνη, πέρα από τέτοιες οριενταλιστικές φαντασιώσεις, είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη, διοικούμενη από ένα κατασταλτικό θρησκευτικο-στρατιωτικό καθεστώς, το οποίο επί μακρόν επιχείρησε -και σε μεγάλο βαθμό απέτυχε- να αναδιαμορφώσει τον πολιτισμικό και χωρικό ιστό της πόλης.

Εικόνα 2: Δρόμοι της Τεχεράνης, Φωτογραφία Ιωάννης Μυλωνέλης ©

Παρά τις δεκαετίες αυταρχικής διακυβέρνησης, η κοσμική ανθεκτικότητα εξακολουθεί να επιμένει. Οι διευρυνόμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και ο πολιτικός αποκλεισμός έχουν μετατρέψει τις κεντρικές πλατείες και τα κρυμμένα πίσω σοκάκια της πόλης σε τόπους διαρκούς αγώνα. Σε αντίθεση με τη Γαλλική Επανάσταση στο Παρίσι ή τη Ρωσική Επανάσταση στη Μόσχα, η Ισλαμική Επανάσταση δεν κατόρθωσε να αναπλάσει την Τεχεράνη σύμφωνα με το ιδεολογικό της όραμα. Σήμερα, η Τεχεράνη μοιάζει περισσότερο με τη Μαδρίτη ή με την πόλη του Μεξικού παρά με την Τζέντα ή το Κάιρο.

Η διακριτή ταξική ιεραρχία εμφανίζεται έντονα στην Τεχεράνη, η οποία εκφράζεται όχι μόνο με οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς όρους, αλλά και μέσα από τη χωρική της οργάνωση. Η τοπογραφία της πόλης -που ανυψώνεται από τον νότο προς τον βορρά- αντανακλά αυτές τις ταξικές της διαιρέσεις. Στο βορειότερο άκρο της, φωλιασμένες στους πρόποδες της οροσειράς του Αλμπόρζ, βρίσκονται οι πιο εύπορες συνοικίες της πόλης: το Νταρρούς, το Τατζρίς, η Ζαφαρανίγιε και η Φαρμανίγιε. Στο υψηλότερο σημείο δεσπόζει το πρώην βασιλικό ανάκτορο του Νιαβαράν, σήμερα μουσείο -ένα επίμονο κατάλοιπο της αριστοκρατικής ισχύος. Καθώς κατηφορίζει κανείς προς το κέντρο της πόλης, εκτείνεται μια πλατιά ζώνη ανατολικά προς τα δυτικά, όπου κατοικούν τα άλλοτε συμπαγή, πλέον όμως ολοένα και πιο πιεσμένα, μεσαία στρώματα: δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες και μικροϊδιοκτήτες. Ακόμη νοτιότερα, στις χαμηλότερες συνοικίες της πόλης, ζουν οι φτωχότεροι εργαζόμενοι -απόγονοι εσωτερικών μεταναστών με αγροτικές καταβολές και μέλη των λαϊκών εργατικών τάξεων. Πολλοί από τους νεόπτωχους έχουν ωθηθεί στις γειτονικές δορυφορικές πόλεις. Εδώ, η γεωγραφία και η ανισότητα συμπλέκονται, διαμορφώνοντας όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο ζουν οι άνθρωποι, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν την ίδια την πόλη.

Εικόνα 3: Βόρεια Τεχεράνη, Φωτογραφία Ιωάννης Μυλωνέλης ©

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον εύπορο βορρά και τον φτωχότερο νότο της Τεχεράνης χαράσσεται, τόσο κυριολεκτικά όσο και συμβολικά, κατά μήκος της οδού της Επανάστασης (Khiaban-e Enqilab), επίκεντρο της πολιτικής γεωγραφίας του έθνους. Συχνά περιγραφόμενη ως μια κοινωνιολογική «πράσινη γραμμή», αυτή η λεωφόρος φιλοξενεί την πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης, μια μεγάλη αγορά βιβλίου και την εξαιρετικά πολυσύχναστη Γραμμή 4 του μετρό της πρωτεύουσας. Λειτουργεί ως ζωτική αρτηρία που συνδέει ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες με καίριους θεσμούς, αλλά και με την κυκλοφορία της γνώσης, του πολιτισμού και της ενημέρωσης. Εδώ ήταν που άναψαν οι πρώτες σπίθες της Επανάστασης του 1979 μέσα από τις φοιτητικές διαμαρτυρίες προτού εξαπλωθούν σε ολόκληρη την πόλη και, μέσα σε δύο χρόνια, σε ολόκληρη τη χώρα. Και πάλι εδώ, δεκαετίες αργότερα, η σιωπηλή πορεία περίπου 2 εκατομμυρίων ανθρώπων κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Πράσινου Κινήματος του 2009 -μιας από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στην ιρανική ιστορία- συμβόλισε τον διαρκή αγώνα των Ιρανών για δημοκρατία. Πουθενά αλλού δεν έχω συναντήσει τόσο πυκνή συγκέντρωση πνευματικής και πολιτισμικής ενέργειας όσο μέσα και γύρω από αυτή την πανεπιστημιούπολη, με τα εκατοντάδες βιβλιοπωλεία γύρω, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες στα πεζοδρόμια και τα καφέ γεμάτα ανθρώπους που συζητούν για τον πολιτισμό και την πολιτική. Η οδός της Επανάστασης πάλλεται από τη ζωή μιας πόλης που σκέφτεται, αμφισβητεί και αντιστέκεται.

Εικόνα 4: Κεντρική Είσοδος Πανεπιστήμιο Τεχεράνης khayaban-e enghelab, Φωτογραφία Ιωάννης Μυλωνέλης ©

Μετά την Ισλαμική Επανάσταση, πάνω από τέσσερις δεκαετίες, η Τεχεράνη παραμένει μια ταραγμένη και πληγωμένη, αλλά ανυπότακτη πόλη. Τα δομικά και αρχιτεκτονικά ίχνη της εποχής του σάχη εξακολουθούν να υφίστανται, επιστρωμένα πλέον με το αποτύπωμα της μεταεπαναστατικής ιδεολογίας, με διαδοχικά κύματα αστικής ανάπλασης και με τα αδιαμφισβήτητα σημάδια της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, ίσως ακόμη πιο βαθιά, η Τεχεράνη έχει μετασχηματιστεί από τα κάτω, διαμορφωμένη από τη ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση, τα αλλεπάλληλα μεταναστευτικά ρεύματα, την επικράτηση των πολυκατοικιών στη θέση των μονοκατοικιών και, πιο πρόσφατα, την άνοδο της ψηφιακής οικονομίας.

Σήμερα, περίπου εφτακόσια μικρά και μεγάλα δημόσια πάρκα πρασίνου, προσφέρουν τη δυνατότητα στις οικογένειες να βιώσουν στιγμές υπαίθριας αναψυχής και κοινωνικής συναναστροφής σε μια πόλη όπου η εκτεταμένη οικογένεια έχει σχεδόν εκλείψει και το μέσο μέγεθος του νοικοκυριού έχει περιοριστεί μόλις στα 2,99 άτομα -από τα χαμηλότερα παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, η εξάπλωση των πολυώροφων κτιρίων και των εμπορικών κέντρων έχει διαβρώσει τους παραδοσιακούς «μαχαλάδες» της πόλης, εκείνες τις δεμένες γειτονιές που στηρίζονταν στις συναθροίσεις των ανθρώπων στις γωνίες των δρόμων. Μεγα-εμπορικά κέντρα λειτουργούν πλέον στη θέση τους ως ημι-ιδιωτικές ζώνες, όπου οι νέοι μπορούν να εκφραστούν και να βιώσουν ένα ορισμένο περιθώριο ελευθερίας κάτω από πιο χαλαρή επιτήρηση. Παράλληλα, η ραγδαία ανάπτυξη της διαδικτυακής οικονομίας και της κουλτούρας των νεοφυών επιχειρήσεων έχει γεννήσει ακμάζουσες ψηφιακές δραστηριότητες και μια νέα τάξη αστικής ελίτ. Η παρουσία τους γίνεται όλο και πιο ορατή στην ολοένα διευρυνόμενη σκηνή καφέ και εστιατορίων, η οποία ανταγωνίζεται αντίστοιχες του Παρισιού ή του Μανχάταν, προσφέροντας όχι μόνο κατανάλωση αλλά και χώρους μιας επίδοξης νεωτερικότητας.

Οι αδιάκοποι βομβαρδισμοί των ισραηλινών έχουν συγκλονίσει την πόλη, έχουν ανατρέψει την εύθραυστη ισορροπία της και έχουν στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες αμάχους, ανάμεσά τους τα περισσότερα παιδιά, όπως η εφτά μηνών Ζαχρά Αμιρί, η εφτάχρονη Μάχια Νικζάντ και η οχτάχρονη αθλήτρια της ενόργανης γυμναστικής Ταρά Χατζμιρί. Όσοι επέζησαν φέρουν βαθιά ψυχικά τραύματα. Γνωρίζω τι σημαίνει να ζει κανείς μέσα στον πόλεμο -τον βίωσα ως νέος άνδρας στην Τεχεράνη, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης Ιράν-Ιράκ την περίοδο 1980-88: τον αδιάκοπο φόβο του θανάτου, τις άγρυπνες νύχτες, τις συγκεντρώσεις στα υπόγεια, την αγωνιώδη ελπίδα τoυ να παραμείνεις ζωντανός. Αυτόν τον μήνα, ο εξάχρονος γιος του ανιψιού μου έζησε τον ίδιο ακριβώς τρόμο, ουρλιάζοντας στο άκουσμα κάθε έκρηξης.

Ποιο είναι, λοιπόν, το ηθικό διακύβευμα στο να στρέφει κανείς την προσοχή σε αυτό το τραύμα και σε αυτούς τους θανάτους στο Ιράν, την ίδια στιγμή που η  ισραηλινή πολεμική μηχανή έχει αφαιρέσει τη ζωή σε περισσότερα από 17.000 παιδιά στη Γάζα, ενώ αμέτρητα άλλα τα οδηγεί στην πείνα; Το διακύβευμα είναι το εξής: κάθε αθώα ζωή έχει αξία -ανεξαρτήτως του τόπου όπου χάνεται.

Πολλοί κάτοικοι της Τεχεράνης αναζήτησαν καταφύγιο σε κοντινές πόλεις και χωριά ή στις βόρειες επαρχίες του Γκιλάν και του Μαζανταράν, κατά μήκος της Κασπίας Θάλασσας, αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια, τις δουλειές τους και τους καθημερινούς τους ρυθμούς. Οι περισσότεροι, ωστόσο, έμειναν. Όχι μόνο επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να φύγουν, αλλά καθώς αισθάνονταν πως είχαν χρέος να προστατεύσουν την πόλη τους. Οι κάτοικοι της Τεχεράνης συχνά επικρίνονται ως ατομικιστές ή εγωκεντρικοί -μια κρίση που συχνά εδράζεται στη διάρρηξη των παραδοσιακών συνεκτικών δεσμών, όπως η θρησκευτική πίστη ή η εμπιστοσύνη προς το κράτος. Κι όμως, επανειλημμένα οι άνθρωποι της Τεχεράνης έχουν διαψεύσει αυτές τις παραδοχές. Σε περιόδους εθνικής κρίσης -όπως στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, στους καταστροφικούς σεισμούς, στην εξέγερση «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία»- επέδειξαν αξιοθαύμαστη αλληλεγγύη και ανιδιοτέλεια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου των δυο εβδομάδων με το Ισραήλ, ιστορίες ανθεκτικότητας, αμοιβαίας φροντίδας και σιωπηλού ηρωισμού ήρθαν και πάλι στο προσκήνιο.

Ένας φούρναρης, μόλις είκοσι λεπτά αφότου έμαθε ότι ο αδελφός του είχε σκοτωθεί από ισραηλινό πλήγμα, επέστρεψε στη δουλειά του. «Δεν θα σταματήσω να ψήνω ψωμί για τον κόσμο», είπε. Σε έναν άλλο φούρνο, δέκα πελάτες στέκονταν στην ουρά. Ο πρώτος ζήτησε δεκαπέντε ψωμιά, ο δεύτερος δέκα, ο τρίτος πέντε. Όμως ο φούρναρης ανακοίνωσε ότι είχε μόνο είκοσι πέντε. «Δεν θέλω καθόλου -δώστε τα στους άλλους», είπε ο πρώτος. «Ούτε εγώ· δώστε και τα δικά μου», είπε ο δεύτερος. «Εγώ θα πάρω μόνο ένα», είπε ο τρίτος. Στο τέλος, όλοι έφυγαν κρατώντας από λίγα κομμάτια. Ο φούρναρης ξέσπασε σε κλάματα και τους αγκάλιασε όλους.

Μια γυναίκα έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως αρνήθηκε να εγκαταλείψει την Τεχεράνη -δήλωσε όμως ότι ήταν έτοιμη να βοηθήσει ηλικιωμένους και ασθενείς και να τους προμηθεύσει με ψώνια ή έστω να τηλεφωνήσει για να δει αν είναι καλά. Πολλοί ενώθηκαν μαζί της. Όταν κάποιος ανάρτησε έκκληση για φάρμακα, δεκάδες άνθρωποι ανταποκρίθηκαν. Ένας μηχανικός αυτοκινήτων διέσχιζε την πόλη με τη μοτοσικλέτα του, βοηθώντας εγκλωβισμένους οδηγούς στον δρόμο τους προς την σωτηρία από τους βομβαρδισμούς. Και σε ένα εστιατόριο στο Σαχριγιάρ -την παλιά μου αγροτική περιφέρεια έξω από την Τεχεράνη- ο ιδιοκτήτης ανακοίνωσε ότι θα προσφέρει δωρεάν γεύματα σε χίλιους ανθρώπους κάθε βράδυ, για όσο διάστημα θα διαρκούσε ο πόλεμος.

Βεβαίως, υπάρχουν πάντοτε και εκείνοι που εκμεταλλεύονται τις συγκυρίες προς ίδιον όφελος -ανεβάζοντας τις τιμές, απαιτώντας υψηλότερα ενοίκια- όμως αυτό υπήρξε μάλλον η εξαίρεση. Εκείνο που πραγματικά ξεχώρισε ήταν το διάχυτο πνεύμα φροντίδας, ανθεκτικότητας και της αποφασιστικότητας να συνεχιστεί η ζωή. Κάτι ανάλογο αποδίδει εξαιρετικά η Ρεμπέκα Σόλνιτ στο βιβλίο της A Paradise Built in Hell: The Extraordinary Communities That Arise in Disaster. Ένας φίλος μου στην Τεχεράνη μου ανέφερε για ένα ωδείο όπου ένα κορίτσι δεκατριών ετών εξασκούνταν στο πιάνο, όταν εξερράγη μια βόμβα σε κοντινή απόσταση, ταρακουνώντας το κτίριο και κάνοντας τα χέρια της να τρέμουν, με αποτέλεσμα να πατά λάθος πλήκτρα. Η δασκάλα της χαμογέλασε γλυκά και της είπε: «Μην ανησυχείς, αγαπημένη μου. Συνέχισε να παίζεις. Πρέπει να ζήσουμε».

Αυτές οι καθημερινές ιστορίες αλληλεγγύης, πρωτοβουλιών από τα κάτω και σιωπηλής ανθεκτικότητας φέρουν βαθιά σημασία -όχι μόνο για το παρόν, αλλά και για το μέλλον της εθνικής μας κοινότητας. Ενσαρκώνουν αυτό που στα ισπανικά αποκαλείται horizontalidad: τις αυθόρμητες, από τα κάτω μορφές οργάνωσης, δράσης και συλλογικής φαντασίας που αναδύονται σε στιγμές ρήξης -είτε πρόκειται για πόλεμο, είτε για επανάσταση, είτε για κατάρρευση του κράτους. Σε τέτοιες περιστάσεις, οι άνθρωποι συσπειρώνονται μέσα από την αναγκαιότητα και την κοινή τους ανθρωπινότητα, ανταποκρινόμενοι σε επείγουσες ανάγκες όταν το κράτος απουσιάζει, αδυνατεί να ανταποκριθεί ή ακόμη και συμπράττει στην ίδια την κρίση. Σ’ αυτή την περίπτωση, η αλληλεγγύη δεν αποτελεί μόνο μια συναισθηματική έκφραση φροντίδας· μετατρέπεται σε στρατηγική συγκρότησης εναλλακτικής ισχύος στη βάση της κοινωνίας, μέσα από τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη και τους συλλογικούς δεσμούς.

Οι Ισραηλινοί ηγέτες και οι Αμερικανοί υποστηρικτές της θεωρίας αλλαγής καθεστώτος ήλπιζαν ότι η επίθεση του Ισραήλ θα παρακινούσε τους Ιρανούς να ανατρέψουν τους κυβερνώντες τους. Ωστόσο, αυτή η προσδοκία ήταν εσφαλμένη -όχι επειδή οι Ιρανοί στηρίζουν ολόψυχα την κυβέρνησή τους (κάτι που σε μεγάλο βαθμό δεν ισχύει), αλλά επειδή, πρώτον, πολλοί ένιωσαν ότι η χώρα τους παραβιάστηκε από έναν ξένο επιτιθέμενο και, δεύτερον, ελάχιστοι θα διακινδύνευαν τη ζωή τους σε μια εξέγερση, εν μέσω πολέμου, χωρίς ένα σαφές όραμα και μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση.

Όμως, στον απόηχο του πολέμου -καθώς οι σκληροπυρηνικοί θα έχουν αποδυναμωθεί και η δημόσια οργή θα οξύνεται- οι συνθήκες για τη συγκρότηση λαϊκών κινημάτων ενδέχεται να αρχίσουν να ωριμάζουν, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διαμόρφωση μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας και για τη διεκδίκηση μιας γνήσιας μετάβασης προς μια κοσμική δημοκρατική τάξη.

Οι Ιρανοί δεν επιθυμούν ούτε το Ισραήλ, ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες ή οποιαδήποτε άλλη ξένη δύναμη να έρθει να τους «απελευθερώσει». Έχουν δει αυτό το έργο να εκτυλίσσεται στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και στη Λιβύη, και γνωρίζουν καλά την κατάληξή του. Πώς θα μπορούσαν να εμπιστευθούν μια «απελευθερωτική» δύναμη, της οποίας ο επικεφαλής έχει παραπεμφθεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο με κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου; Οι άνθρωποι της γενέτειράς μου έχουν πλέον βιώσει από πρώτο χέρι τι πραγματικά συνεπάγεται αυτού του είδους η «απελευθέρωση»: απώλεια ζωών, ψυχικό τραύμα, εκτοπισμό και καταστροφή των οικονομικών τους υποδομών. Κανένα έθνος δεν μπορεί να απελευθερωθεί αληθινά μέσα από τον πόλεμο ενός εγκληματία πολέμου. Οι Ιρανοί θα χαράξουν μόνοι τους τη δική τους χειραφέτηση.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ