Κρίση των Πυραύλων: Σημείο καμπής για την Κουβανική Επανάσταση Του Antoni Kapcia

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2022 09:54 Συντάκτης: Antoni Kapcia
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Εξήντα χρόνια πριν, ο κόσμος έμοιαζε να βρίσκεται στα πρόθυρα πυρηνικού πολέμου μέχρι οι δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση, να καταλήξουν σε συμφωνία. Η «κρίση των πυραύλων» οδήγησε τους ηγέτες της Κούβας να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στον Σοβιετικό τους σύμμαχο, στάση που τελικά βοήθησε το επαναστατικό σύστημα της Κούβας να αποδειχθεί πιο ανθεκτικό από αυτό της ΕΣΣΔ Εξήντα χρόνια πριν, ο κόσμος έμοιαζε να βρίσκεται στα πρόθυρα πυρηνικού πολέμου μέχρι οι δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση, να καταλήξουν σε συμφωνία. Η «κρίση των πυραύλων» οδήγησε τους ηγέτες της Κούβας να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στον Σοβιετικό τους σύμμαχο, στάση που τελικά βοήθησε το επαναστατικό σύστημα της Κούβας να αποδειχθεί πιο ανθεκτικό από αυτό της ΕΣΣΔ

 

 Aναδημοσίευση από το αριστερό αμερικανικό περιοδικό Jacobin

Μετάφραση από τα αγγλικά, Αναστάσης Τσαρούχης

 Ακαδημαϊκοί και μέσα ενημέρωσης ανατρέχουν στην Κουβανική κρίση, εξήντα χρόνια μετά,  για να εστιάσουν πρωτίστως στις δύο υπερδυνάμεις που ήρθαν ένα βήμα πριν τον πυρηνικό πόλεμο. Είναι όμως καιρός να ασχοληθούμε και με αυτούς που βρέθηκαν στο ενδιάμεσο των συγκρουόμενων πλευρών. Με την Κουβανική, δηλαδή, ηγεσία της οποίας η προθυμία να αποδεχθεί τους Σοβιετικούς πυραύλους έδωσε σε πρώτη φάση το έναυσμα για την κρίση, αλλά και με τον Κουβανικό λαό που ερχόταν ξαφνικά αντιμέτωπος με μια απρόσμενη απειλή.

 Και ενώ ο υπόλοιπος κόσμος κρατούσε την ανάσα του, ξεφυσώντας με ανακούφιση όταν έληξε η κρίση, για τους Κουβανούς γινόταν ολοένα και πιο σαφές ότι οποιαδήποτε πυρηνική αναμέτρηση θα έφερνε τον αφανισμό τους. Οι τελευταίες σκηνές της ταινίας του 1968 του Τομάς Γκουτιέρες Αλέα «Μνήμες Υπανάπτυξης» (Memorias del Subdesarrollo) αποτύπωσαν παραστατικά, σε βλοσυρό ασπρόμαυρο φόντο, τη σκυθρωπή αλλά συνάμα αποφασιστική κινητοποίηση των Κουβανών να υπερασπιστούν το αβέβαιο μέλλον τους. Μετά από τρία χρόνια οικονομικού, πολιτικού, ακόμα και στρατιωτικού αγώνα, αυτή φάνταζε ως η τελευταία μάχη τους.

Ασφαλώς, όμως, δεν ήταν: Η Κούβα επιβίωσε και μαζί της η υπόλοιπη ανθρωπότητα. Αλλά η κρίση των πυραύλων άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ιστορία της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, καλλιέργησε ένα πνεύμα δυσπιστίας απέναντι στον μέχρι πρότινος Σοβιετικό της σύμμαχο, γεγονός που σημάδεψε την Κουβανική πολιτική κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και εν τέλει βοήθησε το σύστημα που ανέδειξε η επανάσταση του 1959 να επιβιώσει για αρκετό καιρό μετά την πτώση της ΕΣΣΔ.

Η οπτική της Αβάνα

Υπάρχουν διάφορα ερωτήματα σχετικά με το τι πίστευαν και τι πιστεύουν οι Κουβανοί για την κρίση και τις συνέπειές της και τι ακριβώς σήμαινε για αυτούς και την επανάστασή τους. Το πρώτο και ίσως πιο προφανές ερώτημα αφορά τον βαθμό στον οποίο η Κούβα ενεπλάκη πράγματι στην κρίση.

Η απάντηση είναι απλή. Μόλις ξεκίνησαν οι πυρετώδεις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, η βούληση του Κουβανικού λαού άρχισε να ασκεί ολοένα και μικρότερη επιρροή στις συζητήσεις. Μόσχα και Ουάσινγκτον κατάφεραν να έρθουν σε τελική συμφωνία παρακάμπτοντας πλήρως τους Κουβανούς. Αυτό μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα: Τι ακριβώς επιζητούσε η Κουβανική ηγεσία από την υποδοχή των πυραύλων στο έδαφός της και την κορύφωση της κρίσης; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πιο περίπλοκη.

Ο Φιντέλ Κάστρο και οι σύμμαχοί του είχαν με προθυμία συμφωνήσει στην εγκατάσταση Σοβιετικών πυραύλων σε Κουβανικό έδαφος. Πίστευαν ότι ο εξοπλισμός αυτός θα παρείχε στην Κούβα την προστασία και το αμυντικό πλεονέκτημα που χρειαζόταν απέναντι στο ρεαλιστικό ενδεχόμενο μιας εκ νέου εισβολής των ΗΠΑ, ιδίως αφού η απόπειρα της CIA να ανατρέψει τον Κάστρο μέσω μιας οργανωμένης από αυτήν δύναμης Κουβανών εξόριστων κατέληξε στο φιάσκο του Κόλπου των Χοίρων τον Απρίλιο του 1961.

Όπως, όμως, εκτυλίσσονταν οι 13 ημέρες της πυραυλικής κρίσης, η στάση της Κουβανικής ηγεσίας άρχιζε σταδιακά να αλλάζει, καθώς γινόταν ολοένα και πιο σαφές ότι οι Σοβιετικοί αγνοούσαν τον Κάστρο στις διαπραγματεύσεις, ενημερώνοντάς τον μόνο περιστασιακά και στον ελάχιστο βαθμό για την πρόοδο των συνομιλιών.

Συχνά μνημονεύεται από τους ιστορικούς η ιδιωτική συζήτηση του Κουβανού ηγέτη με τον Σοβιετικό πρέσβη Αλεξάντερ Αλεξέγιεφ στις 26 Οκτωβρίου 1962, κατά την οποία ο Κάστρο μίλησε για την προθυμία των Κουβανών να θυσιαστούν στον αγώνα για τον παγκόσμιο σοσιαλισμό και την ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Είναι πλέον φανερό ότι η επισήμανση αυτή δεν ήταν απλά και μόνο μια παράτολμη δήλωση, όπως αρκετοί κατά καιρούς πιστεύουν, αλλά μια τακτική πίεσης προς την Σοβιετική ηγεσία για να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της την Κούβα στην τελική ευθεία των διαπραγματεύσεων. Πίεση που τελικά είχε αποτέλεσμα, με την επακόλουθη κατάρριψη από τους Σοβιετικούς εντός του Κουβανικού εναέριου χώρου ενός αμερικανικού κατασκοπευτικού αεροσκάφους U2 που φαίνεται πως είχε σχεδιαστεί από τη Μόσχα ως απόδειξη στήριξης της Κούβας.

Αψηφώντας το εμπάργκο

Μέχρι τότε, η στάση της Κούβας είχε αλλάξει και προέτασσε πλέον ως όρο για τη σύναψη οποιασδήποτε τελικής συμφωνίας σημαντικά αιτήματα, τα οποία σκοπίμως ο Κάστρο έκανε γνωστά στις 28 Οκτωβρίου. Συγκεκριμένα, επεδίωκε τη λήξη της αμερικανικής υπονόμευσης και προσπάθειας ανατροπής, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης της ένοπλης δράσης των δεξιών Κουβανών εξορίστων, καθώς και των από θαλάσσης και αέρος εισβολών. Ο Κάστρο πίεζε, επίσης, και για την επιστροφή της βάσης του Γκουαντάναμο στην Κούβα και την άρση των οικονομικών κυρώσεων που είχαν επιβληθεί από το 1960.

Το τελευταίο αυτό αίτημα ήταν ίσως το πιο σημαντικό και επείγον. Μπορεί κάποιος να διακρίνει τη σημασία του από τη χρήση του όρου bloqueo από τον Κάστρο για να περιγράψει τον εμπορικό αποκλεισμό που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ, ο οποίος εξισωνόταν σε κλίμακα και σημασία με τον πρόσφατο ναυτικό αποκλεισμό της Κούβας, στον οποίο οι ΗΠΑ αναφέρονταν ως «καραντίνα» για λόγους αποφυγής συγκρούσεων με το διεθνές δίκαιο.

Η στροφή αυτή της Κουβανικής ηγεσίας υιοθετήθηκε αμέσως από τις κυριότερες καθημερινές εφημερίδες της εποχής: την Revolución (όργανο του Κινήματος της 26ης Ιουλίου που πρωτοστάτησε στην επανάσταση του 1959), και τη Noticias de Hoy (που εκπροσωπούσε τις θέσεις του κομμουνιστικού, φιλοσοβιετικού Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΛΣΚ).

Η Revolución είχε ήδη αναπτύξει «πολεμική» ρητορική, δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη μαχητικής αντίστασης και στον αγώνα για ανεξαρτησία, ενώ προέβαλλε το εμπάργκο ως απροκάλυπτη εκδήλωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η Noticias, από την άλλη πλευρά, έδινε έμφαση στη στήριξη και υπεράσπιση της Κούβας από τους Σοβιετικούς, παραμένοντας, αρχικά τουλάχιστον, πιστή στη Μόσχα.

Σύντομα όμως η εφημερίδα αντελήφθη την οργή που προκαλούσαν οι Σοβιετικές ενέργειες στην Κουβανική ηγεσία και τη σημασία που είχε η αλλαγής στάσης της τελευταίας, με αποτέλεσμα να υιοθετήσει ένα ύφος πιο κοντά σε αυτό της Revolución, επαινώντας τη γενναία ετοιμότητα των Κουβανών να ριχτούν στη μάχη για την υπεράσπιση της Επανάστασης. Μέχρι τις 28 Οκτωβρίου, τα άρθρα της Noticias διακήρυσσαν και αυτά την αντίσταση και την ανάγκη για ανεξαρτησία και επικεντρώνονταν στο εμπάργκο.

Την ίδια στιγμή, η οργή του Κάστρο μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο καθώς γινόταν φανερό ότι η Σοβιετική πλευρά δεν θεωρούσε και τόσο σημαντικό ζήτημα το θέμα του εμπάργκο. Ο αποκλεισμός της Κούβας από τις σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις ανακαλούσε οδυνηρές ιστορικές μνήμες από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι ΗΠΑ σφετερίστηκαν τον Κουβανικό αγώνα για ανεξαρτησία για να τον μετατρέψουν σε έναν πόλεμο μεταξύ Ισπανίας και ΗΠΑ. Οι Κουβανοί επαναστάτες τέθηκαν στο περιθώριο κατά τη διάρκεια των τελετών παράδοσης των Ισπανών και οι ηγέτες τους αποκλείστηκαν πλήρως από τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη Συνθήκη των Παρισίων του 1898 η οποία και επισημοποίησε τον έλεγχο της Κούβας από τις ΗΠΑ.

Η αγανάκτηση, όμως, του Κάστρο δεν οφειλόταν τόσο στον υπαρκτό κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, αλλά σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως Σοβιετική μεταστροφή και η οποία επικυρώθηκε με τη συμφωνία μεταξύ Νικίτα Χρουστσόφ και Τζον Φ. Κένεντι για απόσυρση των πυραύλων από την Κούβα υπό τον όρο της δέσμευσης των ΗΠΑ για αντίστοιχη απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων από την Τουρκία. Αυτή ήταν μια εξέλιξη που οι ΗΠΑ σχεδίαζαν ήδη πριν από την κρίση του 1962.

Συμπεραίνεται, λοιπόν, ότι οι Σοβιετικοί ηγέτες δεν ήταν πρόθυμοι να πιέσουν για το κύριο αίτημα της Κούβας, την άρση του εμπάργκο. Η κατάσταση επιδεινώθηκε για τους Κουβανούς το 1963 όταν το εμπάργκο αναγνωρίστηκε πλήρως από τη νομοθεσία των ΗΠΑ.

Ορίζοντας την Επανάσταση

Στον απόηχο της κρίσης, η Κουβανική ρητορική εξύψωνε τον ακατάβλητο ηρωισμό του Κουβανικού λαού – με τρόπο που να έρχεται σε σιωπηρή αντιπαράθεση με την άνευρη στάση της Σοβιετικής Ένωσης-, καθώς και την αποφασιστικότητά του για παλλαϊκή αντίσταση αντί της κινητοποίησης των συμβατικών στρατιωτικών μέσων. Ήταν διάχυτη έτσι η άποψη ότι οι Σοβιετικοί πρόδωσαν την Κούβα, γεγονός που βρήκε έρεισμα και σε αποδεικτικά στοιχεία για «προδοτική στάση» του Κουβανικού ΛΣΚ.

Τον Μάρτιο του 1962, ο Ανίμπαλ Εσκαλάντε, ένας από τους πιο αξιοσέβαστους ηγέτες του ΛΣΚ, επιχείρησε να επηρεάσει την επικείμενη ένωση του κόμματός του και του Κινήματος της 26ης Ιουλίου με μια μικρότερη ομάδα πρώην ανταρτών, το Φοιτητικό Επαναστατικό Διευθυντήριο (Directorio Revolucionario Estudantil), με τρόπο που θα ευνοούσε δυσανάλογα το ΛΣΚ. Η Κουβανική ηγεσία που προερχόταν από το Κίνημα της 26ης Ιουλίου στηλίτευσε δημόσια τον Εσκαλάντε και τον απομάκρυνε σε ένα διπλωματικό πόστο στην Ανατολική Ευρώπη. Σύντομα, το ΛΣΚ περιθωριοποιήθηκε σε όλα τα επίπεδα, ενώ κατέστη σαφές ότι οι πρώην αντάρτες παρέμεναν επικεφαλής της «δικής τους» επανάστασης.

Στην πραγματικότητα, η ίδια η υπόθεση της επανάστασης και του χαρακτήρα της ήταν ήδη το κεντρικό ζήτημα στην ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και του ΛΣΚ, με τη Σοβιετική Ένωση να συντάσσεται με το τελευταίο. Η ανάγνωση του μαρξισμού από το ΛΣΚ το οδήγησε να θεωρεί ότι η «ημι-φεουδαρχική» Κούβα δεν ήταν έτοιμη για το σοσιαλισμό καθώς έλειπαν οι απαραίτητες «αντικειμενικές συνθήκες».

Το κόμμα πίστευε, επίσης, ότι η πορεία προς τον σοσιαλισμό με επικεφαλής τους Κάστρο και Γκεβάρα ήταν παράτολμη και ανιστόρητη. Θεωρούσαν απολύτως αιρετική την άποψη του Τσε ότι ήταν εφικτό ο υποκειμενικός παράγοντας της λαϊκής επαναστατικής συνείδησης να υποκαταστήσει τις αντικειμενικές συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Για τον Κάστρο και τους συμμάχους του, η ορθόδοξη ιδεολογική προσέγγιση του ΛΣΚ για το τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Κουβανική ηγεσία, υπό την επίδραση μάλιστα της Σοβιετικής αδιαφορίας για τις προτεραιότητες και τα αιτήματα της Κούβας, έμοιαζε ως αποικιοκρατική αντίληψη. Άμεση αντίδραση στη στάση του Εσκαλάντε ήταν η δημιουργία του νέου Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης της Κούβας (ΕΚΣΕΚ), με την οποία επιδιωκόταν να τονιστεί ότι η χώρα έχτιζε τον δικό της σοσιαλισμό και δεν αντέγραφε απλά τη Σοβιετική εκδοχή.

Κάνοντας τα δικά τους λάθη

Σε κάθε περίπτωση, η θυμωμένη αντίδραση της Αβάνα στη συμφωνία ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης παρέβλεψε εν μέρει τη σημασία ενός από τα κυριότερα επιτεύγματά της: της σύναψης ενός μυστικού πρωτοκόλλου με το οποίο οι ΗΠΑ αναλάμβαναν τη δέσμευση να μην εισβάλουν στην Κούβα. Ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στην Κούβα να δράσει χωρίς τον φόβο αντίμετρων, το πρωτόκολλο είχε ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της πολιτικής στήριξης των ένοπλων εξεγέρσεων στη Λατινική Αμερική, που είχε ήδη ξεκινήσει από το 1961, με τη βεβαιότητα ότι η ικανότητα των ΗΠΑ να αντιδράσουν δυναμικά ήταν πλέον περιορισμένη.

Η Κουβανική ηγεσία μπορούσε τώρα να αντιπαραθέσει επιδεικτικά την επαναστατική αυτή στάση και απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, της οποίας η πολιτική περί ειρηνικής συνύπαρξης και αποδοχής των «σφαιρών επιρροής» ερχόταν σε αντίθεση με το τι έλεγαν και έπρατταν οι Κουβανοί. Από την άλλη, η αμηχανία των Σοβιετικών για την κριτική που τους ασκούσε η Κούβα για τους χειρισμούς τους στις διαπραγματεύσεις, σε συνδυασμό με την ανάγκη να μην χάσουν το γόητρό τους στον Τρίτο Κόσμο, είναι πιθανό να εξηγεί τη συνέχιση της στήριξης της Κουβανικής οικονομίας. Η παροχή αυτής της βοήθειας με τη μορφή ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων (ανταλλαγές πετρελαίου-ζάχαρης), παροχής εμπειρογνωμόνων και κάποιων οικονομικών επιδοτήσεων διατηρήθηκε καθ’ όλη τη δεκαετία του 1960, ακόμη και όταν η Κουβανική ηγεσία δεν έκρυβε τη δυσαρέσκειά της για τις πολιτικές της Μόσχας.

Συγχρόνως, η Μόσχα διέθετε ένα βασικό μοχλό πίεσης που δεν ήταν άλλος από την άρνησή της να δεχτεί την Κούβα ως μέλος της Κομεκόν με το πρόσχημα ότι η οικονομική στρατηγική του Γκεβάρα ήταν χαοτική και παράτολμη. Η στάση αυτή τροφοδότησε κι άλλο την οργή των Κουβανών που πίστευαν ότι τους αντιμετώπιζαν με αποικιοκρατική διάθεση. Είναι μάλιστα πιθανό αυτό το αίσθημα δυσαρέσκειας απέναντι στη στάση της Σοβιετικής Ένωσης να έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επακόλουθη εξωτερική πολιτική της Κούβας στη Λατινική Αμερική και αλλού.

Οι ίδιες αιτίες εξηγούν τη στάση της Κούβας ακόμη και κατά την περίοδο της φαινομενικής «σοβιετοποίησης» των Κουβανικών δομών εξουσίας και ιδεολογικών μηχανισμών που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα μεταξύ 1975 και 1985. Καθώς η αποικιοκρατική παρουσία της Πορτογαλίας στην Αφρική κατέρρεε, η Κουβανική ηγεσία ήταν αποφασισμένη να υποστηρίξει με δικά της στρατεύματα το αριστερό Λαϊκό Κίνημα για την Απελευθέρωση της Αγκόλα απέναντι σε ενδεχόμενη εισβολή της Νότιας Αφρικής. Αυτή η τολμηρή κίνηση εξανάγκασε εν τέλει τη Σοβιετική Ένωση να παράσχει κι εκείνη απρόθυμα στρατιωτικό υλικό.

Η εξέλιξη αυτή κατέστησε σαφή την Κουβανική αμφισβήτηση της Σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Οι Κουβανοί ήταν διατεθειμένοι να θέσουν τον στρατό τους στην υπηρεσία του Τρίτου Κόσμου ακόμη και εάν η Σοβιετική Ένωση δεν είχε την ίδια πρόθεση. Τελικά, η στρατιωτική βοήθεια της Κούβας προς την κυβέρνηση της Αγκόλα συνεχίστηκε μέχρι το σημείο όπου το καθεστώς του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής συμφώνησε στην απόσυρση των στρατευμάτων του από τη χώρα και στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ναμίμπια.

Παρόλα αυτά, η παλιά δυσπιστία που στιγμάτισε τις σχέσεις Κούβας-Σοβιετικής Ένωσης επανεμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ επεδίωξε την βελτίωση των σχέσεων με την κυβέρνηση Ρίγκαν και, για το σκοπό αυτό, ήταν φανερά πρόθυμος να αποσύρει τη στήριξη στην Κούβα. Η Κουβανική ηγεσία αντιτάχθηκε ανοιχτά σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως απειλή ανατροπής από πλευράς περεστρόικα και γκλάσνοστ. Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, το ίδιο αίσθημα βρισκόταν πίσω από το περίφημο σχόλιο του Κάστρο ότι οι Κουβανοί μπορούν τώρα τουλάχιστον να κάνουν τα δικά τους λάθη από το να υποφέρουν ως αποτέλεσμα των μεγάλων ατοπημάτων της Μόσχας.

Η παρακαταθήκη

Τα γεγονότα του 1991 μας θυμίζουν επίσης μια άλλη παρακαταθήκη της κρίσης του 1962. Η κυβέρνηση Κένεντι ανέλαβε μυστικά τη δέσμευση να μην εισβάλει στην Κούβα, απέναντι σε μία Σοβιετική Ένωση που δεν υπήρχε πια. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ καθιστούσε άκυρη -θεωρητικά- την υπόσχεση αυτή και η Κουβανική κυβέρνηση είχε λόγους να φοβάται μια μεγαλύτερη και πιο ανοιχτή εχθρότητα από πλευράς των ΗΠΑ, ιδίως τώρα που δεν υπήρχε μια αντίπαλη υπερδύναμη για να την αντισταθμίσει.

Αντιμέτωπη με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1990, η Κούβα μείωσε σε σχεδόν 50% το μέγεθος της στρατιωτικής της δύναμης και το σχέδιο άμυνας της χώρας βασίστηκε εκ νέου στην ιδέα της λαϊκής αντίστασης, όπως το 1962. Η στρατιωτική στρατηγική, υπό την καθοδήγηση του Ραούλ Κάστρο, προσδιορίστηκε τώρα ως «Πόλεμος Όλου του Λαού» (Guerra de Todo el Pueblo), παραπέμποντας ευθέως στις μέρες της πυραυλικής κρίσης. Η δε συζήτηση γύρω από την οργάνωση του αγώνα παραμένει ενεργή μέχρι και σήμερα, τη στιγμή που ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν αρνείται να δώσει τέλος στην εκδικητική αυστηροποίηση του εμπάργκο των ημερών του Τραμπ.

Στην Κούβα του σήμερα μπορούμε ακόμη να δούμε τα σημάδια της κρίσης του 1962. Η συνεχιζόμενη χρήση του όρου εμπάργκο για την περιγραφή του αποκλεισμού διατηρεί την ισχυρή σημειολογία της όπως και το 1962. Κάθε φορά που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από πολιτικά και άλλα δημόσια πρόσωπα, είτε εντός της χώρας είτε στο εξωτερικό, αποτελεί μια ωφέλιμη υπενθύμιση της γεωπολιτικής απομόνωσης της Κούβας, αλλά και των «ηρωικών» ημερών ενός μοναχικού αγώνα.

Μια άλλη διαχρονική επίπτωση της κρίσης ήταν να παγιωθεί εντός ενός ψυχροπολεμικού πλαισίου ο τρόπος με τον οποίο πολιτικοί στις ΗΠΑ, ακόμη και μερίδες ακαδημαϊκών, προσεγγίζουν την Κουβανική επανάσταση και τους ηγέτες της. Σε κάποιο βαθμό, η προσέγγιση αυτή έχει παραμείνει σχεδόν η ίδια από το 1962. Και μπορεί η Σοβιετική Ένωση να μην υπάρχει πια, συμπαρασύροντας μαζί της και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα του οποίου ηγείτο, η διπλωματική ελίτ των ΗΠΑ, όμως, εξακολουθεί να βλέπει την Κούβα ως ένα ενοχλητικό απομεινάρι μιας παρωχημένης ιδεολογίας και ως ένα λεκέ στο καπιταλιστικό τοπίο της Λατινικής Αμερικής.

Όσον αφορά στο εμπάργκο, παρόλο που οι λόγοι επιβολής του έχουν διαφοροποιηθεί μέσα στα χρόνια, από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι και τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», ο νόμος των ΗΠΑ του 1917 περί εμπορικών σχέσεων με εχθρικά κράτη εξακολουθεί να του παρέχει δικαιολογητική βάση, όπως υπενθύμισε η πρόσφατη ανανέωσή του. Η πράξη αυτή υιοθετήθηκε σε μία εποχή που ο κομμουνισμός ήταν εξ ορισμού «ο εχθρός» και άρα απολύτως μη αποδεκτός στο Δυτικό ημισφαίριο.

Την κρίση του 1962 μπορεί να την θυμόμαστε για αυτά που σήμαινε για εμάς τότε και τα χρόνια που ακολούθησαν. Το ίδιο όμως ισχύει και για τον Κουβανικό λαό που με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης, των σχολείων και των Πανεπιστημίων επιχειρεί να αναβιώσει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια το τι ακριβώς συνέβη τότε και τη σημασία του στη λαϊκή συνείδηση.

Το πολιτικό και μιντιακό σύστημα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ βλέπει την κρίση των πυραύλων ως μια υπενθύμιση της τραγικής μοίρας που θα επεφύλασσε στην ανθρωπότητα το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου. Ο Κουβανικός λαός, όμως, έχει άλλη θεώρηση: η κρίση έσπρωξε την Κούβα στην πρώτη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου, αλλά κυρίως στην πρωτοπορία του Τρίτου Κόσμου, καθορίζοντας τη μελλοντική της πορεία στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ δύο υπερδυνάμεων, η μία από τις οποίες έχει πλέον περάσει στην Ιστορία.

* Ο Antoni Kapcia είναι καθηγητής Ιστορίας της Λατινικής Αμερικής στο Κέντρο Έρευνας για την Κούβα του Πανεπιστημίου του Nottingham. Τα έργα του περιλαμβάνουν Leadership in the Cuban Revolution: The Unseen StoryA Short History of Revolutionary Cuba: Revolution, Power, Authority and the State from 1959 to the Presence και Cuba in Revolution: A History From the Fifties

Αναγνώστηκε 481 φορές

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.