11 C
Athens
Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο Τραμπ και τα «φαντάσματα» της Δεξιάς, του Νίκου Δαμιανάκη

Η σχέση ιδεολογίας, εξουσίας και εγκληματικής συμπεριφοράς

Μια εισαγωγή στην οπτικής της αριστερής κοινωνικής ψυχολογίας

Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι, από τις καταβολές του μοντέρνου «κόσμου», η δεξιά (ως πολιτική και οικονομική ελίτ) είτε «βλέπει φαντάσματα» είτε τα κατασκευάζει, καθώς έτσι επιβιώνει και διαιωνίζεται. Σημειωτέον ότι οι ελίτ κατασκευάζουν, κατ’ αρχήν, πραγματικούς κοινωνικοοικονομικούς κόσμους, στους οποίους ενσωματώνουν «φαντασιακά στοιχεία» ή κοινώς «φαντάσματα».

Η συστηματική χρήση τέτοιων φαντασμάτων αποκτά ιδιαίτερη ένταση στον ύστερο καπιταλισμό, όπου λειτουργεί ως μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων, όπου επιβάλλεται ως μηχανισμός αντιμετώπισης των εντεινόμενων ανισοτήτων και της αδυναμίας πρότασης ενός θετικού κοινωνικού προτύπου. Το ιδεολόγημα της «TINA» («There Is No Alternative») αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου ηγεμονικού φαντάσματος της δεξιάς.

Από την πλευρά της, η αριστερή κοινωνική ψυχολογία προσφέρει ένα ιδιαίτερο πρίσμα ανάλυσης κοινωνικών φαινομένων, εξετάζοντας πώς δομές εξουσίας, ανισότητες και κοινωνικές ιδεολογίες διαμορφώνουν τις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές. Μέσα από αυτό το πλαίσιο, έννοιες όπως ο κοινωνικός δαρβινισμός, ο νεοφιλελευθερισμός και ο νέο-αυταρχισμός δεν μπορούν να θεωρηθούν απομονωμένα φαινόμενα, αλλά εκφράσεις ευρύτερων δομικών ανισοτήτων και πολιτισμικών αφηγήσεων που νομιμοποιούν την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η αριστερή κοινωνική ψυχολογία τονίζει ότι αυτές οι ιδεολογίες λειτουργούν συστηματικά για να συντηρούν την εξουσία των ισχυρών, όχι μόνο μέσω άμεσης καταπίεσης, αλλά και μέσω της στρατηγικής δημιουργίας εικονικών κινδύνων ή της συστηματικής απόκρυψης πραγματικών παραβατικών/εγκληματικών συμπεριφορών, ιδιαίτερα από την αστική τάξη και τις δεξιές πολιτικές ελίτ.

Στο πλαίσιο αυτό, η δεξιά (ως πολιτικό ή «πνευματικό» προσωπικό) και η αστική τάξη (ως οικονομική εξουσία) εμφανίζονται ως κοινωνικοί μηχανισμοί που επιδιώκουν τη διαιώνιση της εξουσίας τους μέσω της διαχείρισης της συλλογικής αντίληψης. Οι ιδεολογίες που προωθούν ή κατασκευάζουν την αίσθηση ότι οι κοινωνικές ανισότητες είναι «φυσικές» ή «αναγκαίες», ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζουν προστασία στα άτομα υψηλής κοινωνικής θέσης από την κοινωνική και νομική λογοδοσία.

Αυτή η στρατηγική δημιουργεί εσκεμμένα υπερβολικά μεγεθυμένους ή εξ ολοκλήρου ανύπαρκτους κινδύνους. Οι πρώτοι κατευθύνουν την κοινωνική προσοχή μακριά από τις πραγματικές δομές εκμετάλλευσης, ενώ οι δεύτεροι λειτουργούν ως «ασπίδα» για τη συγκάλυψη πραγματικών εγκληματικών πράξεων, όπως η σεξουαλική κακοποίηση, η παιδεραστία ή η κατάχρηση εξουσίας.

Με άλλα λόγια, η αριστερή κοινωνική ψυχολογία αντιλαμβάνεται την εξουσία όχι μόνο ως οικονομική ή πολιτική, αλλά και ως ψυχολογική και συμβολική δύναμη. Αυτή διαχειρίζεται τη συνείδηση για να νομιμοποιήσει την ανισότητα και να προστατεύσει τα συμφέροντα των ισχυρών. Τα «φαντάσματα» της δεξιάς συνιστούν έτσι πραγματικές κοινωνικό-ψυχολογικές στρατηγικές. Αυτές επιτρέπουν στις αστικές τάξεις και στις δεξιές ελίτ να ελέγχουν την πρόσβαση στην αλήθεια, να επιβάλλουν κανόνες πειθαρχίας και να διατηρούν την ατιμωρησία για τις παραβατικές/εγκληματικές τους συμπεριφορές, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη συνεχή αναπαραγωγή της εξουσίας τους.

 

Ο κοινωνικός δαρβινισμός και η ιδεολογική νομιμοποίηση της κοινωνικής ανισότητας

Ο κοινωνικός δαρβινισμός (έμπνευση του κοινωνιολόγου Χέρμπερτ Σπένσερ), αν και ιστορικά προέκυψε από παρανόηση των επιστημονικών θεωριών του Δαρβίνου για την εξέλιξη, αποτέλεσε και αποτελεί ισχυρή ιδεολογική βάση για την αιτιολόγηση κοινωνικών ανισοτήτων. Από αριστερή σκοπιά, η κοινωνική ψυχολογία τον αναλύει ως μια ιδεολογία που μετασχηματίζει την ιστορικά καθορισμένη κοινωνική κατανομή πόρων και εξουσίας σε «φυσικό» ή «αναγκαίο» αποτέλεσμα. Η ψυχολογική λειτουργία του βασίζεται στην εσωτερίκευση της ιδέας ότι η επιτυχία και η αποτυχία είναι αποκλειστικά ατομικές υποθέσεις, υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα την αξία της κοινωνικής αλληλεγγύης και της συλλογικής ευθύνης.

Στο πλαίσιο της θεωρίας του Φουκώ, ο κοινωνικός δαρβινισμός μπορεί να θεωρηθεί ως εργαλείο βιο-εξουσίας, όπου οι κυρίαρχες ομάδες επιβάλλουν κανόνες πάνω στη ζωή και το σώμα, καθορίζοντας διακριτικά ποιοι θεωρούνται «άξιοι» και ποιοι «ακατάλληλοι», με σκοπό τη νομιμοποίηση της ταξικής εκμετάλλευσης, του ρατσισμού και του κοινωνικού στιγματισμού.

Αυτή η ιδεολογική παρερμήνευση αγνοεί πλήρως τον επιστημονικό πυρήνα του δαρβινισμού, ο οποίος εδραίωσε τη βιολογία σε αυστηρά επιστημονικά θεμέλια, καταρρίπτοντας δόγματα περί δημιουργίας του ανθρώπου από το θεό. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναγνώρισαν τη θεμελιώδη επιστημονική σημασία του Δαρβίνου, ενσωματώνοντας τη θεωρία της εξέλιξης ως μία από τις τρεις καθοριστικές ανακαλύψεις (μαζί με το κύτταρο και τη διατήρηση της ενέργειας) για τη διαμόρφωση της διαλεκτικής μεθόδου. Ωστόσο, επεσήμαναν την παρανόηση που ενυπάρχει στον κοινωνικό δαρβινισμό, η οποία συνίσταται στη μηχανική και ανακριβή μεταφορά νόμων της φύσης στο πεδίο της κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Ένγκελς, «κάνοντας αυτή την ταχυδακτυλουργία» – δηλαδή μεταφέροντας τον «αγώνα για την ύπαρξη» από την κοινωνία στη φύση – «είναι πολύ εύκολη έπειτα η μεταφορά πίσω της διδασκαλίας απ’ την ιστορία της φύσης στην ιστορία της κοινωνίας» για να δικαιολογηθούν ανισότητες. Αυτή η διαδικασία, που ο Μαρξ αποκαλούσε «πειστική μέθοδο για τη φουσκωμένη επιστημονικοφανή μεγαλοποιημένη αμάθεια», μετατρέπει ιστορικά καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις σε αιώνιους «φυσικούς» νόμους.

Ιστορικά, ο κοινωνικός δαρβινισμός εργαλειοποιήθηκε/αξιοποιήθηκε ως ψευδο-επιστημονικό υπόβαθρο για τα πιο μισάνθρωπα ιδεολογήματα, όπως ο ναζισμός και ο φασισμός, προσφέροντας μια διευκολυνόμενη «βιολογική» δικαιολογία για εθνοκάθαρση και κοινωνική καταπίεση. Η ενσωμάτωσή του στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο και ακροδεξιό λόγο επιβεβαιώνει τη συνεχή ιδεολογική του λειτουργία στη νομιμοποίηση της ανισότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία ενσωματώνει αντιλήψεις κοινωνικού δαρβινισμού μέσω της επανειλημμένης υμνολογίας της δύναμης, του ανταγωνισμού και της ιεραρχίας ως «φυσικής» τάξης. «Η ζωή είναι ένας ανταγωνισμός… είναι πάντα όλοι εναντίον όλων. Και αν δεν διαγωνιστείς με όλη σου την καρδιά και ψυχή, δεν θα επιβιώσεις» δήλωσε χαρακτηριστικά. Αυτή η αντίληψη του κοινωνικού πεδίου ως χώρου βιολογικού αγώνα, όπου οι «δυνατοί» επιβιώνουν ενώ οι «αδύναμοι» αποτυγχάνουν με δική τους ευθύνη, νομιμοποιεί τα δομικά αδιέξοδα της καπιταλιστικής ανισότητας.

Παράλληλα, η ταξινόμηση ανθρώπων και κρατών σε στερεότυπες ιεραρχίες, όπως με τη συχνή χρήση εξευτελιστικών χαρακτηρισμών («ληστοκράτες» ή «χώρες βόθροι» για χώρες του Νότου), και η προώθηση πολιτικών που απομόνωναν τους ευάλωτους κατά την πανδημία, ενισχύουν έναν απολίτιστο ιμπεριαλισμό που παρουσιάζει την οικονομική και πολιτική κυριαρχία ως αποτέλεσμα φυσικής επιλογής.

Η ρητορική αυτή, αναπαράγοντας την «ιδεολογική ταχυδακτυλουργία» που περιέγραψε ο Ένγκελς, αποτελεί σύγχρονη εκδήλωση της βασικής λειτουργίας του κοινωνικού δαρβινισμού: τη μετάφραση κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων εξουσίας σε «αναπόφευκτους» και «οικείους» φυσικούς νόμους. Με αυτόν τον τρόπο απορρίπτεται ουσιαστικά η διαλεκτική σχέση μεταξύ φύσης και κοινωνίας και υποβιβάζεται η ηθική προτεραιότητα της κοινωνικής αλληλεγγύης.

 

Ο νεοφιλελευθερισμός και η ψυχολογία της «Ατομικής Ευθύνης»

Ο νεοφιλελευθερισμός, ως κύριο ή κυρίαρχο ρεύμα σύγχρονης οικονομικο-πολιτικής ιδεολογίας, ενισχύει και θεσμοποιεί παρόμοιες ψυχολογικές και κοινωνικές διαδικασίες. Μέσω της θεώρησης της αγοράς ως υπέρτερου και αυτορρυθμιζόμενου μηχανισμού κατανομής πόρων, προωθείται δογματικά η ατομική υπευθυνότητα σε βάρος συλλογικών δομών κοινωνικής αλληλεγγύης και στήριξης.

Η αριστερή κοινωνική ψυχολογία αναλύει τον νεοφιλελευθερισμό ως μηχανισμό κοινωνικής πειθάρχησης, όπου οι ατομικές ή ομαδικές αποτυχίες αποδίδονται μονομερώς στην «ανικανότητα», τη «νωθρότητα» ή την «έλλειψη φιλοδοξίας» του υποκειμένου, αποσιωπώντας συστημικές ανισότητες και δομικούς περιορισμούς.

Παράλληλα, η ιδεολογία αυτή καλλιεργεί ψυχολογικές στρατηγικές αυτοεπίβλεψης και εσωτερικευμένου στιγματισμού, ενισχύοντας την αποξένωση και τον κατακερματισμένο ανταγωνισμό τόσο εντός όσο και μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Από την οπτική της αναλυτικής του Φουκώ, ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί ως επίκαιρος μηχανισμός βιο-εξουσίας: η συγκεντρωμένη οικονομική και θεσμική δύναμη της αστικής τάξης οριοθετεί και ελέγχει την αξία της ζωής και της εργασίας, επιβάλλοντας κανόνες επιβίωσης και επιβολές σε όσους αποτυγχάνουν να συμμορφωθούν με το ιδεολόγημα της απόλυτης ατομικής υπευθυνότητας.

Η συγγένεια και αλληλεπίδραση με τον κοινωνικό δαρβινισμό είναι εμφανής. Και οι δύο ιδεολογίες προωθούν την υπόθεση ότι η κοινωνική και οικονομική ανισότητα αποτελεί «φυσιολογική», θεσμικά αναπόφευκτη και ηθικά νομιμοποιημένη κατάσταση. Αυτό το πλαίσιο επιτρέπει στην αστική τάξη να ασκεί έλεγχο τόσο στη βιολογική όσο και στην κοινωνική αναπαραγωγή της ζωής, καθορίζοντας την ευημερία και τη δυναμική κοινωνικής κινητικότητας.

 

Ο νεοναζισμός και η ιδεολογική εκμετάλλευση της ψυχολογίας των μαζών

Η ψυχολογία της εξουσίας και της ιδεολογικής υποταγής καθίσταται ακόμη πιο εμφανής στη μελέτη του (νεο)ναζισμού. Ο νεοναζισμός, ως ιστορικά εγκαθιδρυμένο και σύγχρονα αναβιώμενο πολιτικό φαινόμενο, συνδύασε έντονα στοιχεία κοινωνικού δαρβινισμού και βιολογικού-πολιτισμικού ρατσισμού, με στόχο την εδραίωση μιας αποκλειστικής, «φυλετικά ή πολιτισμικά ανώτερης» κοινωνικής τάξης. Η αριστερή κοινωνική ψυχολογία τον αναλύει ως ιδεολογική μηχανή που εκμεταλλεύτηκε συλλογικές ψυχολογικές ανάγκες για ασφάλεια, συνεκτική ταυτότητα και κοινωνική ένταξη, μετατρέποντάς τες σε μηχανισμό υποστήριξης κρατικών βίας και συστηματικού αποκλεισμού.

Ο νεοναζισμός αξιοποιεί συστηματικά την ψυχολογική στρατηγική της δημιουργίας δίπολων και υπερ-απλούστευσης της κοινωνικής πραγματικότητας σε ένα δυαδικό σχήμα «εμείς» έναντι «αυτών», δημιουργώντας μια δομημένη και εξιδανικευμένη εχθρότητα προς ομάδες που οριοθετούνται ως εγγενώς κατώτερες ή υπαρξιακά απειλητικές. Με τους όρους της φουκωικής ανάλυσης, αποτελεί ακραία μορφή βιο-εξουσίας, όπου η κρατική και κοινωνική εξουσία ασκείται όχι μόνο μέσω καταναγκασμού, αλλά και μέσω του απόλυτου ελέγχου πάνω στη ζωή και τον θάνατο, αποφασίζοντας ποιοι ζουν και ποιοι πεθαίνουν, ποιοι συμπεριλαμβάνονται και ποιοι «απορρίπτονται» βιο-κοινωνικά.

Η αριστερή ανάλυση οφείλει να υπογραμμίσει ότι η υιοθέτηση τέτοιων ιδεών δεν αποτελεί απλώς έκφανση προσωπικής κακίας ή παθολογικής ψυχολογίας, αλλά βαθιά κοινωνικά και ιστορικά κατασκευασμένη διαδικασία, η οποία ευνοείται και τροφοδοτείται από υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, κρίσεις και αβεβαιότητες.

 

Η σύνδεση των ιδεολογιών ως μηχανισμοί νομιμοποίησης της ανισότητας

Η θεμελιώδης σύνδεση μεταξύ του κοινωνικού δαρβινισμού, του νεοφιλελευθερισμού και του (νεο)ναζισμού αποκαλύπτεται στην κοινή τους λειτουργία ως συμπληρωματικών μηχανισμών νομιμοποίησης της κοινωνικής ανισότητας και της δομικής καταπίεσης. Η αριστερή κοινωνική ψυχολογία καταδεικνύει πως και οι τρεις αυτές ιδεολογίες βασίζονται στην ψυχολογική κανονικοποίηση και εσωτερίκευση της κοινωνικής αδικίας: ο κοινωνικός δαρβινισμός προσφέρει την εικονική «φυσικο-επιστημονική» δικαιολόγηση, ο νεοφιλελευθερισμός υλοποιεί τη σύγχρονη θεσμική και καθημερινή εφαρμογή, ενώ ο νεοναζισμός αποτελεί τη ριζοσπαστική, συχνά βίαιη και γενοκτονική, υλοποίησή τους.

Σε όλες τις περιπτώσεις, η ψυχοκοινωνική λειτουργία περιλαμβάνει την εσωτερίκευση των επιβαλλόμενων κοινωνικών ιεραρχιών, την μείωση της εν-συναίσθησης και της συλλογικής ευθύνης απέναντι στους καταπιεζόμενους και αδυνάμους, και την ενίσχυση μιας αδιαμφισβήτητης της συλλογικής ταυτότητας εις βάρους της κριτικής σκέψης και της διαλεκτικής κατανόησης.

Στο πρίσμα της φουκωικής θεωρίας, αυτές οι ιδεολογίες δεν περιορίζονται σε επίπεδο αφηρημένης επιρροής· ενσαρκώνουν συγκεκριμένες πρακτικές βιο-εξουσίας.

Μέσα σε αυτές, οι δεξιές και αστικές ελίτ ασκούν ελεγχόμενη κυριαρχία πάνω στη ζωή, στα σώματα και στις δυνατότητες επιβίωσης των πληθυσμών, χρησιμοποιώντας την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική τους ισχύ για τη συνεχή αναπαραγωγή του κοινωνικού τους προνομίου και της δικής τους ηγεμονίας.

 

Η ψυχολογία της εξουσίας και η εγκληματική συμπεριφορά της δεξιάς και των αστών

Η ψυχολογία της εξουσίας και η παραβατική/εγκληματική συμπεριφορά της δεξιάς και της αστικής τάξης αποτελεί πεδίο μελέτης όπου η θεωρητική ανάλυση, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της φουκωϊκής θεωρίας της βιο-εξουσίας, επαληθεύεται εναργώς από την εμπειρική πραγματικότητα. Η ψυχολογική διάσταση της σχέσης μεταξύ εξουσίας και εγκληματικής συμπεριφοράς γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην ανάλυση των σκανδάλων σεξουαλικής κακοποίησης και παιδεραστίας που αποκαλύπτονται σε πρόσωπα της παγκόσμιας αστικής τάξης, σκάνδαλα που συχνά συνοδεύονται και από ρητορική υποκρισίας σε θέματα ηθικής ή κοινωνικών αξιών.

Το δίκτυο του Τζέφρι Επστάιν στις Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργεί ως κατεξοχήν παράδειγμα, όχι μόνο για τις βάρβαρες πράξεις του, αλλά για το πλέγμα κοινωνικοπολιτικών σχέσεων που τον περιέβαλε, υπογραμμίζοντας ότι η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής ισχύος δημιουργεί περιβάλλοντα συστηματικής ατιμωρησίας. Η κοινωνική ψυχολογία υποστηρίζει ότι η αποδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας και η νομιμοποίηση της ανισότητας διευκολύνουν την ανάπτυξη ενός ψυχολογικού πλαισίου υπεροχής. Το κλείσιμο της πρώτης διερεύνησης του FBI το 1996 και η συμφωνία για ελαφριές συνέπειες του 2008, η οποία περιλάμβανε έντονα προνόμια υπό όρους απασχόλησης, αποτελούν θεσμική επιβεβαίωση αυτής της υπεροχής.

Τα άτομα της αστικής τάξης και των πολιτικών ελίτ, όπως αποδεικνύουν οι επικοινωνίες που αποκαλύφθηκαν σε δέσμη εγγράφων από την Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής, όπως ανέφερε η δημοσιογράφος Μέγκαν Βάσκες στην εφημερίδα Washington Post στις 14 Νοεμβρίου 2025, ενσωματώνουν την αντίληψη ότι οι κοινωνικοί κανόνες δεν τους δεσμεύουν ισοβαρώς. Η εκτεταμένη αλληλογραφία και συνεργασία με τον Έπσταϊν από προσωπικότητες όπως ο στρατηγικός σχεδιαστής Στίβεν Κ. Μπάνον, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Λάρι Σάμερς, ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Έχουντ Μπαράκ, ο δισεκατομμυριούχος Τομ Πρίτζκερ, η νομικός Κάθριν Ρουέμλερ και η πολιτικός Στέισι Πλάσκετ, μετά την ετυμηγορία του ως καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα το 2008, δεν απεικονίζει απλή κοινωνική αφέλεια. Αντίθετα, αποτελεί ένδειξη της εσωτερίκευσης μιας βαθιάς αντίληψης ανοσίας. Αυτή η εσωτερίκευση της ατιμωρησίας οδηγεί σε κρυφές παραβατικές/εγκληματικές συμπεριφορές, τις οποίες οι κοινωνικές και νομικές δομές συχνά διευκολύνουν.

Η συγκάλυψη διευκολύνθηκε περαιτέρω από τη συστηματική θεσμική αντίσταση στην πλήρη αποκάλυψη, όπως αποδεικνύει η ύπαρξη πάνω από δύο εκατομμυρίων ακυκλοφόρητων εγγράφων, όπως ανέφερε η Κέλλυ Κασούλις Τσο στην εφημερίδα Washington Post στις 6 Ιανουαρίου 2026, και η ανάγκη για εκατοντάδες δικηγόρους και αναλυτές προκειμένου να την επεξεργαστούν, μια διαδικασία, που όμως, κατακρίθηκε από τον ίδιο τον νομοθέτη Ρο Χάνα ως «παρεμπόδιση της δικαιοσύνης».

Η αστική τάξη και οι πολιτικές ελίτ δεν περιορίζονται στον έλεγχο πόρων, αλλά επεμβαίνουν στην ίδια τη ζωή και το σώμα. Η βιο-εξουσία εκδηλώνεται στον πραγματικό και συμβολικό έλεγχο της ζωής των νεαρών θυμάτων, αλλά και στη διαχείριση της πολιτικής και δημόσιας ζωής των ισχυρών. Οι σχέσεις με τον Επστάιν λειτουργούσαν ως κανάλι πρόσβασης και επιρροής, όπως φαίνεται στις συμβουλές του προς τον Μπάνον για την αντιμετώπιση Ευρωπαίων ηγετών ή στη συζήτησή του με την Ρουέμλερ για τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα.

Ο έλεγχος της αφήγησης/μετάδοσης της είδησης αποτελεί κρίσιμη πτυχή αυτής της βιο-εξουσίας. Η συμπεριφορά υποστηρικτών του Τραμπ σε κοινωνικά δίκτυα, οι οποίοι έκαναν θορυβώδη σχόλια όταν τα αρχικά έγγραφα εστίαζαν στον πρώην πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, αλλά έπεσαν σε βαθιά σιωπή όταν οι επόμενες κυκλοφορίες περιλάμβαναν εκατοντάδες αναφορές στον Ντόναλντ Τραμπ, όπως καταγράφηκε από τον Άλαν Φόιερ στην εφημερίδα New York Times στις 23 Δεκεμβρίου 2025, αποτελεί σύγχρονο παράδειγμα της στρατηγικής δημιουργίας και κατεύθυνσης της κοινωνικής προσοχής.

Παράλληλα, οι πρακτικές του δημοσιογράφου Μάικλ Γουλφ, ο οποίος σε αλληλογραφία με τον Επστάιν συζητούσε πώς να «αποδείξει την ενοχή» ή να «προστατέψει» τον Τραμπ για μεγιστοποίηση πολιτικού κέρδους, αποκαλύπτουν πώς η πρόσβαση στην αλήθεια και η δημόσια αφήγηση γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης και χειραγώγησης από τα δίκτυα εξουσίας.

Επιπλέον, η θεωρητική ανάλυση της βιο-εξουσίας δείχνει ότι η κοινωνική και ψυχολογική προστασία που παρέχει η ελίτ δημιουργεί ένα σύστημα «συλλογικής λήθης». Η πρόταση του Επστάιν να στείλει ιδιωτικό αεροσκάφος για τον Μπάνον, οι φιλικές ανταλλαγές με τον Τομ Μπάρακ, ή η συμπαράσταση του Ντίπακ Τσόπρα όταν ενημερώθηκε ότι ένα θύμα είχε αποσύρει την αγωγή που είχε καταθέσει, είναι συμπτώματα μιας κανονικοποίησης που υπερβαίνει το άτομο. Οι παραβάσεις αντιμετωπίζονται ως αποδεκτές στο πλαίσιο της διατήρησης του δικτύου και των συμφερόντων του. Η ψυχολογική ενίσχυση της αίσθησης υπεροχής τροφοδοτείται από την απουσία άμεσων συνεπειών, ενώ οι κοινωνικο-θεσμικές δομές, όπως αποδεικνύει η μακροχρόνια αποτυχία της δικαιοσύνης να διερευνήσει αποτελεσματικά τον Επστάιν παρά τις πρώιμες καταγγελίες, εξασφαλίζουν την προστασία.

Αυτή η δομική αδράνεια δεν είναι παθητική, αλλά ενεργή. Δηλαδή η δυσκολία και ο όγκος της διαδικασίας αποκάλυψης, με εκατοντάδες ειδικούς να απασχολούνται με εντατικούς ρυθμούς, λειτουργεί ως μετα-συγκάλυψη, μετατρέποντας τη «διαφάνεια» σε ένα απροσπέλαστο, γραφειοκρατικό λαβύρινθο, έναν διαρκή κίνδυνο για το αν θα είναι μια δίκαιη διαδικασία που προκύπτει από το άρθρο του Τζέισον Γουίλικ στην εφημερίδα Washington Post στις 28 Δεκεμβρίου 2025.

Οι υποθέσεις για συνδέσεις του Τζέφρι Επστάιν με υπηρεσίες πληροφοριών, όπως παρατίθενται σε δημοσιογραφικές αναλύσεις (π.χ. infowar.gr), ειδικά αυτές που τον απεικονίζουν ως πράκτορα της Μοσάντ, εμβαθύνουν την ανάλυση της βιο-εξουσίας αποκαλύπτοντας ένα κρίσιμο επιπλέον στρώμα λειτουργίας. Σε αυτό το πιθανό σενάριο, το δίκτυο εκμετάλλευσης δεν εξυπηρετούσε αποκλειστικά την ατομική διαστροφή ή την ταξική ατιμωρησία, αλλά ενδεχομένως και κρατικούς γεωπολιτικούς σκοπούς, μετατρέποντας τον έρωτα και την εκδούλευση σε εργαλείο εκβιασμού και ελέγχου. Αυτή η προοπτική μετασχηματίζει ριζικά την υπόθεση από ένα παράδειγμα παθητικής προστασίας μιας διεφθαρμένης ελίτ, σε ενδεχόμενο ενεργούς χρησιμοποίησης του συστήματος από κρατικούς μηχανισμούς ισχύος.

Οι «βίοι» των θυμάτων γίνονται νομίσματα συναλλαγών, ενισχύοντας την παρατηρούμενη «συλλογική αμνηστία» και θεσμική παρεμπόδιση, καθώς η κάλυψη εξυπηρετεί διπλά συμφέροντα ιδιωτικής ελίτ και εθνικής ασφαλείας. Η αίσθηση απόλυτης ασυλίας ενισχύεται ριζικά, αποκαλύπτοντας πώς ταξική, πολιτική και εθνική κυριαρχία συγκλίνουν μέσω του ελέγχου του ανθρώπινου σώματος και της ψυχικής του αυτονομίας.

(Συνεπώς, αν ο αποβιώσας Τζέφρι Eπστάιν ήταν, όπως υποστηρίζεται, πράκτορας της Μοσάντ, μήπως σήμερα ο πρωθυπουργός Νετανιάχου (γνωστός και ως Μπίμπι) κρατάει τον Τραμπ «από τα κάκαλα»… κυριολεκτικά και μεταφορικά;).

Συνολικά, η ανάλυση αυτή υπογραμμίζει ότι η σχέση μεταξύ εξουσίας, κοινωνικής ανισότητας και εγκληματικής συμπεριφοράς δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ατομικών διαστροφών. Η περίπτωση Epstein αποκαλύπτει ένα προϊόν αλληλεπίδρασης. Δηλαδή, ύπαρξης δομών εξουσίας που προστατεύουν τα μέλη τους, ύπαρξης ιδεολογιών (όπως ο νεοφιλελευθερισμός, ο νέο-ναζισμός και ο κοινωνικός δαρβινισμός) που νομιμοποιούν την υπεροχή και την ατομική ατιμωρησία, και ψυχολογικών μηχανισμών που ενισχύουν την αίσθηση δικαιώματος.

Η βιο-εξουσία της δεξιάς και της αστικής τάξης εκτείνεται από τον φυσικό έλεγχο των σωμάτων των θυμάτων έως τον συμβολικό έλεγχο της δημόσιας συζήτησης και των θεσμικών διαδικασιών, εξασφαλίζοντας την αναπαραγωγή της κυριαρχίας και της ατιμωρησίας τους μέσα σε ένα πλαίσιο συλλογικής συνειρμικής σιωπής.

 

Αντί επιλόγου

Η τελευταία (για την ώρα) πολιτική στιγμή του Τραμπ (δηλαδή την έκτακτη συνέντευξη Τύπου στις 20/01/2026) αναγνωρίζεται ως κορυφαία εκδήλωση των ιδεολογημάτων του κοινωνικού δαρβινισμού, της βιο-εξουσίας, του νεοναζισμού και του νέο-απολυταρχικού μιλιταρισμού. Το δισδιάστατο ρητορικό εγχείρημα – η ταυτόχρονη υποτίμηση υπερεθνικών θεσμών (ΝΑΤΟ, ΟΗΕ) ως αναποτελεσματικών και η αναβάθμιση της ατομικής ηγεσίας ως αποκλειστικού παράγοντα σταθερότητας – κατασκευάζει ένα αφήγημα ριζοσπαστικής ιεραρχίας, όπου η διεθνής τάξη μετασχηματίζεται σε πεδίο ατομικού αγώνα («365 νίκες/επιτεύγματα σε 365 ημέρες» συγκεκριμένα!). Η υποβάθμιση του ΝΑΤΟ ως ιστορικά παρωχημένου θεσμού και η πρόταση για τη διαμόρφωση ενός νέου, εκλεκτικού «Συμβουλίου Ειρήνης» αποτελούν τη συστηματική αποδόμηση πολυμερούς πλαισίου, ανοίγοντας το δρόμο για την επικράτηση του δικαιώματος του ισχυρού.

Σε αυτό το ιδεολογικό «παραλήρημα» εντάσσεται αδιάσπαστα και η προσέγγιση του για τη Γροιλανδία. Δηλαδή, η αξίωση για την «απόκτησή» της και η απαξίωση της δανικής κυριαρχίας αποκαλύπτουν μια γεωπολιτική αντίληψη βασισμένη στον ωμό υλισμό και την εκμετάλλευση, όχι στη διεθνή νομιμοποίηση. Η Γροιλανδία μετατρέπεται έτσι από κυρίαρχο έδαφος συμμάχου σε γεωστρατηγικό αντικείμενο, αποτέλεσμα μιας νεο-ιμπεριαλιστικής λογικής όπου η σχετική ισχύς νομιμοποιεί τη μονομερή αναθεώρηση συνόρων. Επομένως, και οι δύο θέσεις απορρέουν από το ίδιο δόγμα: την άρνηση της συλλογικής διεθνούς τάξης και την επιβολή μιας αυταρχικής ιεραρχίας, όπου οι συμμαχίες είναι εργαλεία και τα εδάφη δυνητικά κτήματα της κυρίαρχης δύναμης.

Η πρόταση για ένα «Συμβούλιο Ειρήνης» ως υποτιθέμενη αντικατάσταση του ΟΗΕ αποτελεί τη μεθοδική προσπάθεια αποδόμησης πολυμερών δομών και την υπόσχεση μιας νέας, αυταρχικής τάξης, καταλύοντας τους θεμελιώδεις πυλώνες του διεθνούς δικαίου (αν και εφόσον αυτό υπάρχει και αν και εφόσον εφαρμόζεται).

Αυτή η δογματική τοποθέτηση πραγματοποιείται μέσω πρακτικών που συνδυάζουν απολυταρχικό μιλιταρισμό με αποκλειστικό εθνικισμό. Από επεκτατικές απειλές και οικονομικούς δασμούς ως εργαλείο γεωπολιτικής υποταγής, έως τη συστηματική αποξένωση και στιγματισμό ως «εγκληματίες» ολόκληρων εθνοτικών ομάδων, οι πράξεις αυτές ενισχύουν το αφήγημα της φυσικής κυριαρχίας. Παράλληλα, επιχειρείται μια συστημική αναθεώρηση της χωρικής ταυτότητας (π.χ., «Κόλπος της Αμερικής»), που επιδιώκει την πολιτισμική και συμβολική επικάλυψη του δημόσιου χώρου.

Αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο λειτουργεί και ως μηχανισμός βιο-εξουσίας. Η σκόπιμη αναστολή της δικαστικής διαδικασίας για την αποκάλυψη αρχείων υψηλής σημασίας για το «σκάνδαλο-Επστάιν» (στο οποίο και ο ίδιος εμπλέκεται) και η επιλεκτική εφαρμογή της κρατικής βίας, η οποία δικαιολογείται ακόμη και όταν στρέφεται κατά των υποστηρικτών του συστήματος, αποτελούν εκδηλώσεις της απόλυτης εξουσίας πάνω στη ζωή και το σώμα (των πιο αδύναμων πολιτών). Η ρητορική χρησιμοποιείται συνειδητά ως εργαλείο αποσάθρωσης. Δηλαδή, η συνεχής υποβάθμιση πολιτικών αντιπάλων, η αναγωγή πολύπλοκων κοινωνικών ζητημάτων σε απλοϊκές εντυπώσεις και η δημιουργία σκόπιμου χάους για τη διασφάλιση της δημοσιογραφικής κάλυψης αντιμετωπίζονται ως στρατηγικά στοιχεία διακυβέρνησης. Οι ευμετάβλητες και συμφεροντο-κεντρικές προσεγγίσεις στις διεθνείς σχέσεις, όπου οι συμμαχίες υπόκεινται σε συνεχή δοκιμασία αφοσίωσης και οι παρεμβάσεις σε κυρίαρχα κράτη παρουσιάζονται ως φυσιολογικές, αποκαλύπτουν μια πραγματιστική αντίληψη της διεθνούς κοινότητας ως ζώνης ωμής επιρροής.

Συμπερασματικά, όλα όσα γράφτηκαν επιβεβαιώνουν ότι το φαινόμενο του Τραμπισμού (ως πολιτική πρακτική και όχι απαραίτητα ως πρόσωπο) δεν αποτελεί απλή απόκλιση, αλλά τη συστημική εκδήλωση ενός ιδεολογικού συνεχούς. Η ιδεολογική, αυτή, πρακτική νομιμοποιεί τη δομική ανισότητα ως βιολογική αναγκαιότητα, καθιερώνει την ατιμωρησία των ελίτ ως συνέπεια φυσικής υπεροχής, και θεωρεί κάθε ηθικό, νομικό ή θεσμικό όριο ως εμπόδιο στην επιβίωση των ισχυρών. Η επιβεβαίωση αυτής της δομικής συνέχειας ενισχύει καθοριστικά την επιτακτική ανάγκη για μια κριτική, συλλογική διερεύνηση που θα αποδομήσει τα θεμέλια αυτής της επικίνδυνης νομιμοποίησης της εκμετάλλευσης και της αυταρχικής αποδόμησης.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ