14.4 C
Athens
Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποδοκιμάζουν οι Αμερικάνοι την επίθεση στη Βενεζουέλα, του Διονύση Ελευθεράτου

Φαίνεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αδυνατεί να πείσει την πλειονότητα των συμπατριωτών του για την ορθότητα της στρατιωτικής επέμβασης στη Βενεζουέλα και της απαγωγής του Μαδούρο. Με τα πεπραγμένα αυτά συμφωνεί η πλειονότητα μόνο της εκλογικής – κοινωνικής βάσης του  Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, την οποία όμως καθόλου δεν ενθουσιάζει το ενδεχόμενο μιας «παρατεταμένης εμπλοκής» των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.

Αυτά δείχνει δημοσκόπηση, την οποία διενήργησε στις ΗΠΑ την περασμένη Κυριακή και Δευτέρα (4 και 5 Ιανουαρίου) το Ινστιτούτο Ipsos, για λογαριασμό του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters. Πρόκειται δηλαδή για την πρώτη σφυγμομέτρηση που έγινε στις ΗΠΑ έπειτα από την απαγωγή του Μαδούρο. Αξίζει να δούμε εκ του σύνεγγυς τα ευρήματά της και να προσπαθήσουμε να τα αξιολογήσουμε.

Με τα πεπραγμένα της κυβέρνησης Τραμπ εναντίον της Βενεζουέλας συμφωνεί το 33% των ερωτηθέντων. Διαφωνεί το 34% και το υπόλοιπο 33% δηλώνει απροθυμία να εκφέρει άποψη. Ας σημειωθεί, εδώ, η ακριβής διατύπωση του συγκεκριμένου ερωτήματος  προς όσους συμμετείχαν στη δημοσκόπηση: Εάν ενέκριναν ή όχι τη στρατιωτική δράση των ΗΠΑ για την ανατροπή του Μαδούρο. Σημείο αναφοράς ήταν η χώρα, οι ΗΠΑ, όχι ο πρόεδρος Τραμπ, του οποίου το όνομα  μπορεί να προκαλέσει πόλωση. Έχει κι αυτό τη σημασία του.

Λέγεται συχνά – και σωστά- ότι οι ΗΠΑ είναι σε πολλά ζητήματα μια χώρα διχασμένη, αλλά εν προκειμένω αυτό το φαινόμενο εκφράζεται με μια «τριχοτόμηση» (33% «ναι», 34% «όχι» και 33% που δεν παίρνει θέση). Και, χωρίς αμφιβολία, το 33% που συγκεντρώνει η υποστήριξη στην «πειρατική» γραμμή είναι εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό. Και όχι μόνο για ένα λόγο. Ας προτάξουμε δύο.

Πρώτος λόγος (ο διαχρονικός – ιστορικός): Στις ΗΠΑ, ως γνωστόν, διαθέτει μεγάλη απήχηση η αντίληψη που συνοψίζεται στη ρήση, η πατρότητα της οποίας αποδίδεται στον αξιωματικό του αμερικανικού Ναυτικού, Στίβεν Ντεκατούρ (1779 – 1820): «Σωστό ή λάθος, είναι η πατρίδα μου»… Είναι βαθύτατα ριζωμένη στην αμερικανική κοινωνία η «πατριωτική» ιδέα πως δεν πρέπει ποτέ να κρίνεται αρνητικά μια κυβερνητική – προεδρική απόφαση που αφορά επεμβάσεις σε άλλες χώρες. Ακόμη κι αν διαφωνεί ή διατηρεί αμφιβολίες για ορισμένες τέτοιες κινήσεις, ο «καλός Αμερικανός» οφείλει να τις υποστηρίζει.  Λόγω και της ισχύος αυτού του δόγματος, είχαν καθυστερήσει πολύ να εκδηλωθούν σοβαρές εσωτερικές αντιδράσεις για τις στρατιωτικές εμπλοκές των ΗΠΑ στο Βιετνάμ (δεκαετία 1960), στο Ιράκ (2003) και αλλού.

Δεύτερος λόγος (που αφορά «τη στιγμή»): Η δημοσκόπηση που δείχνει ότι μόλις το ένα τρίτο εγκρίνει τη «γραμμή» και την πρακτική Τραμπ για την Βενεζουέλα πραγματοποιήθηκε τη στιγμή του φαινομενικού απόλυτου θριάμβου της Ουάσινγκτον. Όλα έγιναν στην εντέλεια. Η επιχείρηση πέτυχε, χωρίς να χάσει τη ζωή του ή να τραυματιστεί κανείς Αμερικανός στρατιώτης. Σκοτώθηκαν μόνο κάποιοι «κακοί». Ήταν σαν έβλεπε κανείς στην πραγματικότητα κάτι που θα φάνταζε σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, με πρωταγωνιστή τον Τσακ Νόρις.  Τα πάντα έδειχναν ιδανικά για ένα στεντόρειο «γουάου», τουλάχιστον στη συγκεκριμένη συγκυρία (τυχόν δεύτερες σκέψεις έρχονται αργότερα). Αντ’ αυτού, όμως, προκύπτει η προαναφερθείσα, αποτυπωμένη στη σφυγμομέτρηση του Ipsos,   «παγωμάρα». Κι ένα ισχνό 33%.

Κατά τα άλλα, επιβεβαιώνεται ο διχασμός. Με τη στρατιωτική δράση κατά της Βενεζουέλας συμφωνεί το 65% των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Κατά το ίδιο ακριβώς ποσοστό διαφωνούν οι υποστηρικτές των Δημοκρατικών. Στις τάξεις των μεν η διαφωνία με τις κινήσεις Τραμπ περιορίζεται στο 6%. Στους κόλπους των δε, αντιπροσωπεύουν μόνο το 11% όσοι τις εγκρίνουν. Τα ποσοστά όσων δηλώνουν άγνοια ή απροθυμία να εκφέρουν γνώμη, είναι 29% και 25% αντίστοιχα.

Όσοι έχουν κάποια άλλη πολιτική προτίμηση, δηλαδή πέραν των δυο μεγάλων κομμάτων, απορρίπτουν τη στρατιωτική δράση κατά της Βενεζουέλας σε ποσοστό 35%. Την εγκρίνουν  κατά 23%. Το υπόλοιπο 42% δεν εκφέρει άποψη.

Άλλο ερώτημα ήταν κατά πόσο προκαλεί ανησυχία το ενδεχόμενο μιας μονιμότερης, παρατεταμένης εμπλοκής των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα. Εμπλοκής όχι κατ’ ανάγκη στρατιωτικής- ο όρος δεν περιλαμβανόταν στο ερώτημα. Η απουσία του σίγουρα διευκόλυνε την μείωση των ανησυχιών, αλλά τελικά δεν τις… περιόρισε και πολύ. Το 72% δήλωσε ανήσυχο με ένα τέτοιο ενδεχόμενο και μόνο το 25% εμφανίστηκε να είναι «ΟΚ».

Στο φάσμα όσων ανησυχούν εντάσσεται και η πλειονότητα (αρκετά καθαρή, μάλιστα) των ερωτηθέντων υποστηρικτών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος: Το 54% έναντι του 45% που δεν ανησυχεί. Στους υποστηρικτές των Δημοκρατικών το αντίστοιχο «σκορ» είναι 90% – 9% και στους «τρίτους» 74% – 19%.

Εστιάζοντας στους ψηφοφόρους του Τραμπ

Παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον οι απαντήσεις των υποστηρικτών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Από τη μία πλευρά, ανησυχούν μήπως «πονοκεφαλιάσει» πολύ η χώρα εξ αιτίας κάποιας παρατεταμένης εμπλοκής στη Βενεζουέλα. Από την άλλη, σε ποσοστό 60% θα επιθυμούσαν να δουν στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ να σταθμεύουν στη χώρα αυτή (το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 30% στη γενική εικόνα). Δεν θα  ήθελαν κάτι τέτοιο, σε ποσοστό 22%.

Επίσης, το 59%  των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος απαντά ότι θα πρέπει η ΗΠΑ να έχουν καθολική πρόσβαση στα κοιτάσματα πετρελαίου της Βενεζουέλας. Καθαρά πράγματα, δηλαδή… Διότι καλά είναι τα φληναφήματα περί «δημοκρατίας» και δήθεν καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών, αλλά εκτός από αυτές τις περικοκλάδες (που είναι για να τις αναμασούν οι απανταχού φίλοι υποκριτές και ίσως να τις πιστεύουν οι απανταχού αδαείς και ανόητοι), κάποια στιγμή χρειάζεται και το ξεκάθαρο «to the point».

Κλήθηκαν επίσης οι υποστηρικτές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να απαντήσουν σε κάτι που ουσιαστικά αφορά την ευρύτερη, σύγχρονη, «τραμπική» εκδοχή του Δόγματος Μονρόε. Συγκεκριμένα: «Θα έπρεπε οι ΗΠΑ να διαμορφώσουν μια πολιτική κυριαρχίας στο Δυτικό Ημισφαίριο;». «Ναι» απαντά το 43%,  «όχι» το 19%. Το υπόλοιπο 38% δεν παίρνει θέση. Η απόσταση ανάμεσα στο «ναι» και το «όχι» είναι μεγάλη, αλλά και το 38% που δηλώνει αμφιβολία ή αδυναμία να αποφασίσει είναι μάλλον σημαντικό ποσοστό.

Σε όλα τα ερωτήματα της δημοσκόπησης, τις απαντήσεις των «ταγμένων» στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα χαρακτηρίζουν ποσοστά της τάξης του 35% – 38% που αποφεύγουν να δηλώσουν συμφωνία σε κινήσεις επιθετικής κυριαρχίας – κατά κανόνα αποφεύγοντας να πάρουν θέση και σε μικρότερο βαθμό εκφράζοντας διαφωνία. Κι αν προσέξουμε τη συμπεριφορά αυτού του φάσματος και τις όποιες ανακολουθίες τη διακρίνουν (πχ το 54% να απεύχεται «μακρόχρονη εμπλοκή» στη Βενεζουέλα, αλλά το 60% να θέλει στρατεύματα των ΗΠΑ στη χώρα αυτή), θα δούμε ίσως κάποια τρέχοντα «μπερδέματα» στην ίδια την εξέλιξη της υπόθεσης «MAGA».

Ο Τραμπ υποσχέθηκε να ξανακάνει τη χώρα «σπουδαία» με παράλληλη απεμπλοκή από «πυρακτωμένα» μέτωπα. Τώρα όμως βλέπουν οι πάντες ότι η επιδιωκόμενη «σπουδαιότητα», το αναζητούμενο οικονομικό «μεγαλείο», απαιτεί στρατιωτικές επιχειρήσεις και απειλές για επεμβάσεις εναντίον διαφόρων χωρών, των οποίων οι κυβερνήσεις δεν είναι αρεστές στην Ουάσινγκτον. Θα χρειαστεί μάλλον κάποιος χρόνος έως ότου αποδεχθεί – αν αποδεχθεί – όλη η κοινωνική βάση του «MAGA» το μετασχηματισμό του «ειρηνικού δρόμου» των deals σε κάτι που εμπεριέχει και απειλές για στρατιωτικές επεμβάσεις στο Μεξικό ή την Κολομβία.

Η «γενική εικόνα» βεβαίως, όπως προκύπτει από τη δημοσκόπηση του Ipsos, αναδεικνύει ως βασικό στοιχείο το ισχνό 33% που εγκρίνει την επίθεση στη Βενεζουέλα. Κρίμα που οι Αμερικανοί δεν ακούνε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ούτε τις εμετικές «εξηγήσεις» του Παύλου Μαρινάκη. Κρίμα, δεν ξέρουν τι χάνουν…

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ