8.7 C
Athens
Κυριακή, 1 Μαρτίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι «200», η δεξιά αμηχανία και τέσσερις Μάρτιοι, του Διονύση Ελευθεράτου

Αμηχανία και εκνευρισμός. Αυτά τα στοιχεία κυριάρχησαν στις αντιδράσεις αναλυτών της Δεξιάς και του «ακραίου κέντρου», αφ’ ότου εισέβαλαν ορμητικά στη «δημόσια σφαίρα» οι συγκλονιστικές φωτογραφίες που αποτυπώνουν τις – γεμάτες από περηφάνια και γενναιότητα – τελευταίες στιγμές αρκετών εκ των 200 της Καισαριανής. Εξηγήσιμη και φυσιολογική ήταν μια τέτοια, σπασμωδική «υποδοχή». Τι να γίνει, όμως; Ενίοτε η Ιστορία δηλώνει παρούσα, ξαφνικά, «απρόσκλητη». Ενίοτε η δύναμή της συμπυκνώνεται σε μερικές εικόνες. Οι οποίες, με τη σειρά τους, καλούν τους πάντες να μάθουν, να εμβαθύνουν, να κρίνουν.

Χαρακτηριστικά αυτής της «υποδοχής» ήταν δυο άρθρα, που δημοσιεύθηκαν σε ισάριθμες εφημερίδες, την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026. Στην «Καθημερινή», ο «γνωστός και μη εξαιρετέος»  καθηγητής – συγγραφέας Στάθης Καλύβας άρχισε  το κείμενό του με τις εξής λέξεις:  «Δίστασα πολύ να γράψω για το θέμα των φωτογραφιών της Καισαριανής…». Κι αφού ξεπέρασε τον – πλήρως κατανοητό- δισταγμό του, κάλεσε τους αναγνώστες να αναρωτηθούν: «Ηρωισμός και αυτοθυσία για ποιον ακριβώς σκοπό; Για την πατρίδα, θα πουν κάποιοι. Για το κόμμα θα πουν άλλοι. Και για τα δυο ταυτόχρονα, θα υπονοήσουν οι υπόλοιποι, υπονοώντας την εξίσωση έθνους και κόμματος».

Ας κοντοσταθούμε εδώ για να θαυμάσουμε την ευκολία, με την οποία το χονδροειδές και το παιδαριώδες φορούν τη μάσκα της «ανάλυσης». Δηλαδή υπονοούν «εξίσωση έθνους και κόμματος» όσοι επισημαίνουν το προδήλως ορθό, ότι οι κομμουνιστές στην Κατοχή μάχονταν για την απελευθέρωση από τους Ναζί, βέβαιοι όντες ότι αυτός τους ο αγώνας δεν είχε την παραμικρή αντίθεση (κάθε άλλο, οργανική σχέση είχε) με τα οράματά τους για τον κοινωνικό μετασχηματισμό; Σοβαρά, τώρα; Ξέρει ο Στ. Καλύβας κανέναν που να διατυμπανίζει τέτοια εξίσωση;

Μήπως αυτή η αντίληψη – εξίσωση μπορεί να χρεωθεί στο ΚΚΕ εκείνης της εποχής; Δηλαδή ένα κόμμα που πρωτοστάτησε στη δημιουργία και την τόση εξάπλωση του ΕΑΜ, το πέτυχε αυτό θεωρώντας πως η έννοια του έθνους εξαντλείται στα… μέλη και τα στελέχη του; Όποια κριτική κι αν ασκήσει κάποιος στην ηγεσία του ΚΚΕ (ως προς οποιαδήποτε περίοδο, για οποιοδήποτε θέμα, από οποιανδήποτε πολιτική οπτική γωνία) δύσκολα θα αρθρώσει τέτοια τερατολογία, χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο της γελοιοποίησης.

Κάποιοι άλλοι πρέσβευαν – και επέβαλαν – την ιδέα ότι έπρεπε να βρεθούν «εκτός εθνικού κορμού» ακόμη και όσοι διεκδικούσαν καλύτερα μεροκάματα, ή και όσοι διέδιδαν την Έκκληση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης (την «Έκκληση της Στοκχόλμης») κατά των πυρηνικών όπλων – για να θυμηθούμε και το «έγκλημα» του Νίκου Νικηφορίδη, που τουφεκίστηκε στις 5 Μαρτίου 1951. Αυτοί οι «άλλοι» ονομάστηκαν «εθνικόφρονες», ακριβώς επειδή ταύτιζαν την έννοια του έθνους με τη δική τους, εφ’ όλης της ύλης, πολιτική. Συμπεριλαμβανόμενων των επιλογών των διεθνών «προστατών» τους.

Ο μονομερής… ζόφος του «διεθνισμού»

Στη συνέχεια ο Στ. Καλύβας παραθέτει άλλον… φοβερό και τρομερό λόγο, για τον οποίον η κοινή γνώμη πρέπει να προστατευθεί από την «πολιτική χειραγώγηση» που ελλοχεύει μέσα στην «συγκινησιακή φόρτιση» (γι’ αυτήν γράφει ότι «από μόνη της δεν είναι αρνητική» – ας τον ευχαριστήσουμε για την παραχώρηση…): «Οι κομμουνιστές δεν έκαναν (και το λένε ανοιχτά) απλά αντίσταση, έκαναν επανάσταση και μάλιστα με διεθνιστικό πρόσημο».

Ναι, τώρα φθάσαμε στο νευραλγικό σημείο: Αφού η δράση των κομμουνιστών είχε «διεθνιστικό πρόσημο», ας σταθούμε σε αυτόν τον… ζόφο, παραγράφοντας τα της αντίστασης. Μισό λεπτό, όμως: Δεν υπήρχε άραγε «διεθνιστικό πρόσημο» στα έργα όσων είχαν τεθεί στην υπηρεσία του Άξονα;

Δεν ήταν «διεθνιστές» οι Ταγματασφαλίτες, των οποίων ο όρκος περιελάμβανε τη ρητή, απόλυτη πίστη στον ίδιο τον Χίτλερ; Δεν ήταν «διεθνιστές» όλοι όσοι πολεμούσαν στο πλευρό των δυνάμεων κατοχής, αφήνοντας συχνά άφωνους και αξιωματικούς των Ναζί, λόγω της θηριωδίας που επιστράτευαν ακόμη και εναντίον γυναικόπαιδων για χάρη του Τρίτου Ράιχ; (Πχ ο Σιμάνα, στρατηγός των Ες Ες, είχε εκφράσει την έκπληξή του για το ζήλο του αιμοσταγούς Νίκου Κουρκουλάκου, επικεφαλής του ενός εκ των δυο αρχηγείων των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο).

Δεν ήταν «διεθνιστές» οι Ταγματασφαλίτες που, υπό την επίβλεψη των Ες Ες, διεκπεραίωσαν τη νύχτα της 30ης Νοεμβρίου το πογκρόμ εναντίον των αναπήρων πολέμου (του 1940), οδηγώντας στην εκτέλεση 283 εξ αυτών;

Δεν ήταν… συγκινητικός «διεθνιστής» ο διοικητής της Χωροφυλακής Ακαρνανίας, Γεώργιος Τζωρτζάκης,  που στις 6 Αυγούστου 1944 ανέφερε «αι απώλειαι των Γερμανών, ομού μετά των ανδρών μας ως και των εθνικιστών, ανέρχονται εις 80 νεκρούς και τραυματίας», σχετικά με την προηγηθείσα μάχη της Αμφιλοχίας, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και την Βέρμαχτ;

Δεν ήταν «διεθνιστική»  η προσφορά των «εθνικιστών» οι οποίοι, κατά την έκθεση Τζωρτζάκη για την ίδια ένοπλη αναμέτρηση, έδωσαν «καιρόν εις τα ολίγιστα τμήματα των Γερμανών και Χωροφυλάκων να οργανωθούν εις άμυνα»; (Ειρήσθω εν παρόδω: Εδώ αναφέρονται ως «εθνικισταί» οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ,  που από τον Φεβρουάριο του 1944 συνεργάζονταν συστηματικά με τη Βέρμαχτ κατά του ΕΛΑΣ, στην εξόρμηση με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ξεφτέρι», όπως έχει γράψει και ο Γερμανός ιστορικός Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, στο βιβλίο του «Αιματοβαμένο Εντελβάις»).

Αναρίθμητα είναι τα δείγματα τέτοιου φιλοναζιστικού «διεθνισμού». Μήπως όμως δεν διέθετε  έντονη  – ίσως και καθοριστική – «διεθνιστική» πτυχή η επικράτηση και των δυνάμεων του «εθνικού κορμού» στον εμφύλιο πόλεμο;

Οι εκπρόσωποι αυτών των δυνάμεων δεν ευγνωμονούσαν τον Τσόρτσιλ και τον Σκόμπι για την έκβαση της αναμέτρησης στην Αθήνα; Δεν ευγνωμονούσαν τις ΗΠΑ για την ολόπλευρη υποστήριξη, αλλά και για τη ρίψη των βομβών ναπάλμ, το 1949;

Μήπως ο μεταπολεμικός καπιταλιστικός  «διεθνισμός» δεν χάραξε προτεραιότητες και «ανάγκες», ένεκα των οποίων η κατεστραμμένη (από την κατοχή και τον εμφύλιο) Ελλάδα έστελνε φαντάρους να σκοτωθούν στην Κορέα, όπως έστελνε και εγκληματίες, τύπου Μαξ Μέρτεν, στην ατιμωρησία, στη ζεστή αγκαλιά της «μητρός τους» Γερμανίας. Από πού κι ως πού, λοιπόν, τα «διεθνιστικά πρόσημα» ήταν εγκλήματα καθοσιώσεως ως προς τους κομμουνιστές και… ευλογία ως προς τους άλλους;

 Κουτοπόνηρα «ζύγια» και σοφίσματα 

Συνέχισε ο Στ. Καλύβας: «Δεν ήταν όλοι όσοι έκαναν αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς κομμουνιστές. Οι περισσότεροι Έλληνες που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς (και από τους Ιταλούς και τους Βουλγάρους, ας μην ξεχνάμε πως η κατοχή ήταν τριπλή) ήταν απλοί πολίτες, δίχως πολιτική δράση, που πιάστηκαν στην αδυσώπητη μέγγενη των αντιποίνων, όπως πχ οι κάτοικοι του χωριού Κοντομαρί στην Κρήτη το 1941».

Παρενθετικά: Είναι άραγε τυχαίο ότι ο συντάκτης του άρθρου επέλεξε για παράδειγμα ένα  μαρτυρικό χωριό, όπου η ναζιστική θηριωδία (2 Ιουνίου 1941) δεν βασίστηκε στη συνδρομή γηγενών  συνεργατών των Ναζί; Σε πλείστες άλλες κατοπινές περιπτώσεις, στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τη Μακεδονία, η συνδρομή αυτή – στα ολοκαυτώματα και τους αφανισμούς ολόκληρων χωριών – ήταν μεγάλη. Ας θεωρήσουμε τυχαία την επιλογή παραδείγματος και ας πάμε παρακάτω.

Εδώ ο Στ. Καλύβας διατυπώνει μια γενική αλήθεια και κατόπιν επιστρατεύει ένα σόφισμα για να παρακάμψει κάτι, πολύ ενοχλητικό για τον ίδιο. Εξηγούμαστε: Προφανώς και δεν συμμετείχαν στην αντίσταση μόνον οι κομμουνιστές (λες και το ισχυρίστηκε ποτέ αυτό κανείς), άλλωστε το ίδιο το ΕΑΜ περιελάμβανε και ανθρώπους πέραν αυτών. Εξ ίσου ακλόνητη αλήθεια, όμως, είναι πως οι δυνάμεις του ΚΚΕ και της Αριστεράς αποτέλεσαν κάτι παραπάνω από ραχοκοκαλιά της συνολικής αντίστασης. Αμφιβάλλει κανείς πως αν προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε τη δυναμική και το εύρος της αντίστασης εξαιρώντας το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, θα καταλήγαμε σε χλομές έως αποκαρδιωτικές διαπιστώσεις;

Για να παρακαμφθεί αυτή η πραγματικότητα, καταφθάνουν τα σοφίσματα. Προτείνει, λοιπόν, ο Στ. Καλύβας να «βάλουμε στο ζύγι» από τη μια μεριά τους εκτελεσμένους από τις κατοχικές δυνάμεις κομμουνιστές, ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες και από την άλλη όσους χάθηκαν στα «τυφλά» κτηνώδη αντίποινα. Πολύ βολικό, όντως… Αλλά και εξόφθαλμα κουτοπόνηρο.

Εάν ενδιαφερόταν ειλικρινά για κάποια ουσιώδη συμπεράσματα που θα προέκυπταν (και) μέσω τέτοιων μετρήσεων, τότε ο συντάκτης του άρθρου θα έπρεπε, αφενός να συνυπολογίσει – έστω και σε αδρές γραμμές- τον αριθμό των αριστερών που σκοτώθηκαν σε μάχες εναντίον των δυνάμεων κατοχής και αφετέρου να απαντήσει στο εξής απλό ερώτημα: Σε ό,τι αφορά τις εκτελέσεις που έκαναν οι κατοχικές δυνάμεις με γνώμονα τη δράση, την ιδεολογία ή και τα δυο όσων «έπρεπε» να θανατωθούν, υπήρξαν ανάλογες επιλογές μελλοθανάτων από άλλους πολιτικούς και αντιστασιακούς χώρους; Αν ναι, πόσες και για πόσους; Αφού ο ίδιος μπήκε σε διαδικασία ανίχνευσης «περισσότερων» και «λιγότερων», γιατί δεν έκανε τουλάχιστον τους υπολογισμούς τους οποίους θα υπαγόρευε η στοιχειώδης μεθοδολογική τιμιότητα; Προφανώς διότι το θέμα «κάνει τζιζ»…

Η διαταγή, η αλήθεια και οι παραχαράξεις

Όσα έγραψε ο Στ. Καλύβας προδίδουν εμπάθεια και εκνευρισμό, αλλά τουλάχιστον ο συγκεκριμένος αρθρογράφος  είχε την προνοητικότητα να μην επικαλεστεί «αγνωστικισμό» για τους 200 της Καισαριανής. Δεν ίσχυσε το ίδιο για τον Γιώργο Χαρβαλιά, που έγραψε στη «Δημοκρατία» το εξής:  «Οι 200 εκτελέστηκαν στο πλαίσιο κτηνώδους αντεκδίκησης – τιμωρίας για την εκτέλεση του υποστράτηγου Φραντς Κρεχ από αντάρτες του Μοριά. Οι Γερμανοί πήραν τα θύματα από μια δεξαμενή ανθρώπινου κρέατος χωρίς να τους νοιάζει καθόλου αν ήταν άσπροι, μαύροι, κομμουνιστές ή αστοί».

Σοβαρά, τώρα; Διάλεξαν οι ναζί στην τύχη τους μελλοθανάτους; Θα τρίζουν τα κόκαλα του συντάκτη της ανακοίνωσης, η οποία δημοσιεύθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες – σε κάποιες την 30η Απριλίου, σε άλλες την ματωμένη πρωτομαγιά του 1944:

«Την 27. 4. 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ’ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και 3 συνοδούς του αξιωματικούς. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.

»Ως αντίποινα θα εκτελεσθή: Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1/5/1944. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην, έξωθι των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί (σ.σ. εννοούνται τα Τάγματα Ασφαλείας) εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.

Ο στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος».

Έπειτα από 82 χρόνια, ένας αρθρογράφος της «Δημοκρατίας» ισχυρίζεται πως οι Γερμανοί επέλεξαν τους 200 στην τύχη – μπορεί με κλήρωση, ή αρπάζοντας όσους είχαν πιο εχθρικά βλέμματα… Άρα λοιπόν, κατά τον Γ. Χαρβαλιά, για κάποιον μυστηριώδη λόγο οι Γερμανοί… το μετάνιωσαν και δεν τήρησαν την απόφασή τους να εκτελέσουν κομμουνιστές, επιλεκτικά. Αλλά κατά μια σατανική σύμπτωση (ποιος ξέρει, μπορεί η τύχη να μισούσε πολύ τους «κόκκινους») περίπου οι 160 από τους 200 ήταν «Ακροναυπλιώτες» και  «Αναφιώτες», δηλαδή πρώην φυλακισμένοι στην Ακροναυπλία και πρώην εξόριστοι στην Ανάφη. «Τιμωρηθέντες» έτσι για τις «μιαρές», «κόκκινες» πολιτικές πεποιθήσεις τους, βάσει του βενιζελικού Ιδιώνυμου (1929), το οποίο χρησιμοποίησε και η δικτατορία Μεταξά, από το 1936.

Τρεις αρχειομαρξιστές, τέσσερις τροτσκιστές και οι υπόλοιποι ενταγμένοι στο ΚΚΕ, αυτή ήταν η ιδεολογική και πολιτική «ταυτότητα» των 160 εκ των 200 που εκτελέστηκαν την πρωτομαγιά του 1944. Περίπου 25 ακόμη είχαν συλληφθεί επί κατοχής, για δράση ΕΑΜική και ΕΛΑΣίτικη. Αυτά έχουν δείξει οι ιστορικές μελέτες που έγιναν ως τώρα – μακάρι να προχωρήσει η «ταυτοποίηση» και των υπολοίπων εκτελεσμένων. Αλλά με τους εννέα στους δέκα (τουλάχιστον) να διαθέτουν την ιδιότητα που όριζε και η διαταγή του 1944, είναι άτοπο να επιχειρεί κανείς ν’ αμφισβητήσει την πραγματικότητα, μόνο και μόνο επειδή αυτή δεν του αρέσει.

Ας θυμηθούμε και τον κατοπινό Μπάλκο… 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις ερευνητών που ασχολήθηκαν με το ζήτημα, οι κατοχικές αρχές δεν θέλησαν να «ξεμείνει» εντελώς – και απότομα- το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου από «Ακροναυπλιώτες», διότι εκείνοι διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή λειτουργία του. Έτσι, σώθηκαν τότε ορισμένοι «Ακροναυπλιώτες» (κάποιοι προσωρινά, πχ άλλοι τέσσερις  θα εκτελεστούν στο Χαϊδάρι, τον Δεκέμβριο του 1943) και προέκυψε η ανάγκη να συμπληρωθεί με άλλους κρατούμενους η λίστα των διακοσίων.

Ένας από αυτούς, ήταν ο  ανθυπομοίραρχος της Χωροφυλακής Μιχάλης Γαντές, μέλος της οργάνωσης «Όμηρος». Όπως σημείωσε η εφημερίδα «Δημοκρατία» την ίδια ημέρα που δημοσίευε και το άρθρο του Γ. Χαρβαλιά, ο Μ. Γαντές πλήρωσε με τη ζωή του το γεγονός ότι έμαθε και διαβίβασε στους Βρετανούς τα γερμανικά οχυρωματικά σχέδια για τον Κορινθιακό Κόλπο. «Υπάρχουν και αυτοί οι ήρωες», έγραψε η εφημερίδα στο πρωτοσέλιδό της, δίπλα από την φωτογραφία του Γαντέ.

Πολύ καλά έκανε η εφημερίδα και τον μνημόνευσε, αλλά αν το έπραξε με την πρόθεση να «καθαρίσει και το όνομα» που απέκτησε εν συνόλω η Χωροφυλακή επί κατοχής, μπορεί το πράγμα να γίνει μπούμερανγκ. Διότι, ποιος ξέρει, ίσως δοθεί αφορμή σε ερευνητές να ασχοληθούν περισσότερο με το κεφάλαιο «Χωροφυλακή και κατοχή». Αν και η ελληνική Δεξιά αυτά τα ζητήματα μάλλον τα έχει «λύσει»…  Αρκεί να θυμηθούμε αυτό που είπε στη Βουλή, στις 29 Μαρτίου 1979, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Αναστάσιος Μπάλκος: «Τα Σώματα Ασφαλείας έχουν παράδοση να μένουν στη θέση τους και να κάνουν αστυνόμευση, είτε ο κατέχων είναι ο Γερμανός είτε ο κατέχων είναι η χούντα».

Αλήθεια, όμως, τί άλλο θα πουν και θα γράψουν, αν φθάνουν μέχρι του σημείου να ισχυρίζονται ότι οι Γερμανοί διάλεξαν… στην τύχη τους διακόσιους; Μήπως κατά τύχη βρέθηκαν και οι 58 «Ακροναυπλιώτες» ανάμεσα στους 106, τους οποίους εκτέλεσαν οι Ιταλοί τον Ιούνιο του 1943, σε  αντίποινα για την ανατίναξη της στρατιωτικής αμαξοστοιχίας στο Κούρνοβο; Μήπως να αγνοήσουμε όσα ανέφεραν σε ανάλογες περιπτώσεις – εκτελέσεις οι ίδιες τις διαταγές των κατοχικών δυνάμεων, όπως έκανε ο Γ. Χαρβαλιάς για τους 200 της Καισαριανής;

Μήπως να υποκριθούμε ότι δεν ξέρουμε πως στις κατεχόμενες χώρες η εξολόθρευση κομμουνιστών ήταν ένας αυτοτελής, πάγιος στόχος, τον οποίον υπαγόρευε συν τοις άλλοις το ναζιστικό όραμα της εξάλειψης του «εβραιομπολσεβικισμού»;

Μήπως να κάνουμε ότι δεν γνωρίζουμε πως, επιπλέον, για τις κατοχικές δυνάμεις ήταν επιβεβλημένη η ειδική στόχευση στους κομμουνιστές και τους αριστερούς, λόγω του σημαντικού ρόλου που διαδραμάτιζαν στην αντίσταση; Και δεν είναι προφανές ότι στις χώρες όπου η αντίσταση ήταν πιο ισχυρή, το μένος των κατακτητών αναλογικά ήταν μεγαλύτερο; Και εναντίον του γενικού πληθυσμού, αλλά και εναντίον των πλέον επικίνδυνων – επιχειρησιακά και οργανωτικά.

Η σκόπιμη υποτίμηση της κορυφαίας αντιστασιακής επιτυχίας

Για διαφορετικούς λόγους, μνημονεύσαμε ως τώρα δυο Μαρτίους (του 1951 και του 1979). Ας θυμηθούμε και τρίτον. Τον Μάρτιο του 1943, μια εκπληκτικά μαζική και δυναμική λαϊκή κινητοποίηση κατάφερε αυτό που νωρίτερα φάνταζε ανέφικτο, αδιανόητο: Να ματαιώσει την πολιτική επιστράτευση. Κορύφωση της κινητοποίησης , που περιλάμβανε συγκεντρώσεις, απεργίες και αποχές των μαθητών από τα σχολεία, ήταν το μεγάλο συλλαλητήριο της 5ης Μαρτίου 1943. Περίπου 200.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στην Αθήνα και πολλοί ακόμη σε άλλες πόλεις, αξιώνοντας:  «Κανένας Έλληνας εργάτης στα χιτλερικά εργοστάσια». Οι κατοχικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ. Σκότωσαν 17 ανθρώπους και τραυμάτισαν δεκαπλάσιους.

Την επόμενη ημέρα, ο κατοχικός «πρωθυπουργός» Κων. Λογοθετόπουλος έκανε μακροσκελείς δηλώσεις. Αυτές άρχιζαν με τα λόγια: «Η κομμουνιστική οργάνωσις ΕΑΜ, παρασύρασα δυστυχώς και πολλούς δημοσίους υπαλλήλους και φοιτητάς, μη εισακούσαντας τας θερμάς μου συστάσεις, προκάλεσεν αναρχικάς συγκεντρώσεις…». Αλλά πού κατέληξε ο δοσίλογος «πρωθυπουργός»; Στην κοινοποίηση της απόφασης να μην υλοποιηθεί η πολιτική επιστράτευση. Μολονότι,  βάσει πληροφοριών της 4ης Μαρτίου, το σχετικό διάταγμα είχε υπογραφεί και θα δημοσιευόταν, εάν δεν το έπνιγαν οι λαοθάλασσες.

Τι θα είχε συμβεί αν προχωρούσε η πολιτική επιστράτευση; Ένας απροσδιόριστος, αλλά σίγουρα δραματικά μεγάλος αριθμός Ελλήνων, ηλικίας 16 – 45 ετών (το ανέφερε η σχετική διαταγή του στρατηγού Βίλχεμ Σπάιντελ, στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδας, στις 30 Ιανουαρίου 1943), θα είχε μεταφερθεί στη Γερμανία για να εργαστεί στα εργοστάσια υπό συνθήκες άθλιες, οι οποίες – όπως έδειξε και η φρικτή εμπειρία- πολύ συχνά ήταν και θανατηφόρες, για τους εισαγόμενους «σκλάβους».

Με τις πολιτικές επιστρατεύσεις από κατεχόμενες χώρες, η ναζιστική Γερμανία είχε τριπλό κέρδος. Πρώτον: Εξασφάλιζε τη λειτουργία της πολεμικής βιομηχανίας της. Δεύτερον: Καλύπτοντας έτσι τις ανάγκες παραγωγής όπλων, έστελνε στα πολεμικά μέτωπα περισσότερους νέους Γερμανούς. Τρίτον: μείωνε τους νεανικούς πληθυσμούς στις κατεχόμενες χώρες, συρρικνώνοντας έτσι και δυνάμει αντιστασιακό δυναμικό.

Γιατί μνημονεύουμε εδώ εκείνη την πολύ μεγάλη επιτυχία, την ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης το 1943; Διότι η … λειψή μνημόνευσή της, έως και σήμερα, δείχνει κάτι που παραπέμπει σε ορισμένα απ’ όσα σημειώσαμε ως τώρα.

Όπως κι αν το δει κανείς, η νίκη του Μαρτίου 1943 ήταν η κορυφαία της αντιναζιστικής – αντιφασιστικής αντίστασης. Γιατί λοιπόν δεν έχει αναγνωριστεί αυτό; Γιατί έχει επιλεγεί ως επίσημο σύμβολο της αντίστασης η ανατίναξη της Γέφυρας στο Γοργοπόταμο, μια ενέργεια η οποία, όσο κι αν ήταν σημαντική, δεν μπορεί να «πλησιάσει» το μέγεθος των ευεργετημάτων που απέρρευσαν από την ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης;

Την απάντηση τη γνωρίζουν περισσότεροι απ’ όσους την παραδέχονται ανοιχτά: Διότι στον Γοργοπόταμο έδρασαν όλοι (ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, οι Βρετανοί), εν αντιθέσει προς την ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης, που υπήρξε έπος της ΕΑΜικής αντίστασης – αμιγώς. Διότι, για το «κυρίαρχο αφήγημα» σημασία δεν έχει τι ακριβώς επιτεύχθηκε κάθε φορά, αλλά ποιών η δράση το πέτυχε και ποιών όχι. Διότι η εντεταλμένη «Ιστορία» του «εθνικού καθήκοντος» απαιτεί βολικές ιεραρχήσεις. Και βολικές παραχαράξεις. Και βολικές αποσιωπήσεις, όπως πχ εκείνη για την – ιστορικά εξακριβωμένη – συμφωνία ανάμεσα στον ΕΔΕΣ και τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, στη «δύση» του 1943.

Μια θεωρία και κάποιοι υμνητές του Αδόλφου από το 1933

Στην απόπειρα να αναθεωρηθεί και, επί της ουσίας, να κατακρεουργηθεί η Ιστορία κατέχει κεντρική θέση η εξής αντίληψη:  Εντάξει, μπορεί οι κομμουνιστές, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ να διακρίθηκαν στην αντίσταση κατά των κατακτητών, αλλά πολλές δραστηριότητές τους στη διάρκεια της κατοχής έκαναν ένα τμήμα της κοινωνίας να θεωρεί μικρότερο κακό – και εν τέλει προτιμότερο – τη ναζιστική και φασιστική μπότα. Το «επιχείρημα» αυτό επιμερίζεται σε κάμποσα ειδικότερα, αλλά η εξέτασή τους δεν είναι του παρόντος σημειώματος. Εδώ αρκούμαστε σε μία «κεντρική» παρατήρηση, της οποίας η ενδεδειγμένη εισαγωγή θα μπορούσε να είναι πέντε λέξεις: Βρε δεν αφήνετε τα… σάπια;

Τα συμπτώματα συμπάθειας για τους ναζί είχαν εμφανιστεί σε συγκεκριμένες «περιοχές» (κι όχι κατ’ ανάγκη περιθωριακές) του ελληνικού πολιτικού συστήματος, χρόνια ολόκληρα προτού ξεσπάσει ο  Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και κατακτηθεί η Ελλάδα. Αναρίθμητα είναι τα σχετικά κρούσματα, αλλά ας αφήσουμε το ημερολόγιο να επιλέξει παραδείγματα, βάσει του «τέτοιες ημέρες, κάποτε…».

Γυρίζουμε λοιπόν στις αρχές του τελευταίου Μαρτίου, εξ όσων «τιμάμε» σήμερα. Αρχές Μαρτίου 1933. Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, η Γερμανία όδευε σε εκλογές – στις 5 Μαρτίου – μέσα σε κλίμα ανείπωτης ναζιστικής βίας και τρομοκρατίας. Με αθρόες συλλήψεις κομμουνιστών (και βουλευτών), συνδικαλιστών και – λίγο αργότερα- σοσιαλδημοκρατών. Με επιδρομές σε σπίτια και στέκια πολιτικών αντιπάλων. Με απαγορεύσεις εκδόσεων, κατασχέσεις βιβλίων κ.α. Τότε, δεξιές ελληνικές εφημερίδες ούτε καν προσπαθούσαν να κρύψουν την άγρια χαρά τους για τα τεκταινόμενα στη Γερμανία. Υιοθετούσαν πλήρως τους ισχυρισμούς των Ναζί περί «κομμουνιστικής συνωμοσίας» και «τρομοκρατίας», υμνώντας ειδικά τους Χίτλερ και Γκέρινγκ (βλ. εδώ) για την αποφασιστικότητά τους υπέρ «του αστικού καθεστώτος».

Ναι, το 1933. Πόσο μεγάλο υποκριτικό θράσος, λοιπόν, διαθέτουν ορισμένοι, όταν διατείνονται ότι η φιλοναζιστές της κατοχής «πλάστηκαν» από την… κακή συμπεριφορά του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και όχι από ένα προϋπάρχον σύστημα καθεστωτικών ιδεών, βασισμένων στον υστερικό αντικομμουνισμό; Ας θεωρηθεί ρητορικό το ερώτημα…

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ