Όχι ότι δεν το περιμέναμε, αλλά όταν διαβάζεις τις λεπτομέρειες του σκεπτικού με τις οποίες ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση για την υφ’ όρων απόλυση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, σε πιάνει απελπισία.
Είναι φανερό πια ότι το καθεστώς της οικογένειας Μητσοτάκη στην αποδρομή του, γίνεται όλο και πιο εθελόδουλο στους πάτρωνες (ΗΠΑ, Ισραήλ, ΕΕ – κατά περίσταση και όπου δεν συγκρούεται το προσωπικό τους συμφέρον με τις θεσμικές παρεμβάσεις των οργάνων της) και πιο επικίνδυνο.
Εν συντομία ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού» το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών, ακόμη και για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019.
Οι αρεοπαγίτες, ακόμη, απέρριψαν την επίκληση της ευμενέστερης νομολογιακής αντιμετώπισης που είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, κρίνοντας ότι η αρχή του ευμενέστερου νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ μιας νομοθετικής διάταξης και μιας δικαστικής ερμηνείας, που είχε καλύψει προγενέστερο νομοθετικό κενό».
Ακόμη, κρίθηκε ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά στην αιτιολογία του «δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» για τη διαπίστωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υφ’ όρων απόλυσης.
Και εν κατακλείδι, μιμούμενοι με λαγνεία τις μεθόδους και απόψεις της Ιεράς εξέτασης κατά τον Μεσαίωνα, οι Αρεοπαγίτες αναφέρουν ότι δεν πείστηκαν για την πραγματική μεταμέλεια και καλή συμπεριφορά του καταδικασμένου, εφόσον «η συνεπής τήρηση των όρων των αδειών, η ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών και η απουσία πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων, δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν την απαιτούμενη ηθική μεταστροφή του κρατουμένου(sic)!!!
Αντίθετα, τα στοιχεία αυτά «στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής», η οποία, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, πρέπει να αντανακλά μια ουσιαστική και εσωτερική αποδοχή των κανόνων της έννομης τάξης.
Εν ολίγοις ο Γιωτόπουλος παραμένει εσωτερικά ένας «παλιοχαρακτήρας», παρότι επί 24 χρόνια ήταν εξωτερικά …τύπος και υπογραμμός!
Παράβλεψαν να πουν ότι έτσι θα είναι ήσυχη επί έναν ακόμα χρόνο η οικογένεια Μητσοτάκη – Μπακογιάννη, Πρεσβείες, ότι δεν θα πέσουν μούρη με μούρη στο Da capo και τα συναφή πολιτιστικά σημεία της πρωτεύουσας με τον καταδικασθέντα, ώστε να εκνευριστούν.
Μετά από ένα έτος, ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Το βλέπουμε…
Και για να σοβαρευτούμε:
Δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου το πρόσωπο καθ’ εαυτό του Αλ. Γιωτόπουλου, ούτε οι λόγοι του εγκλεισμού του. Πολύ δε περισσότερο ποιος τον συμπαθεί και ποιος όχι.
Ο ίδιος δεν αποδέχτηκε ποτέ την κατηγορία που του αποδόθηκε, ομολογουμένως χωρίς επαρκή δικονομικά στοιχεία, ότι ήταν αρχηγός της «17 Νοέμβρη», δεν συνεργάστηκε με τις αρχές και κυρίως δεν μίλησε. Κράτησε μία στάση απόλυτης σιωπής όλα αυτά τα χρόνια, που μάλλον εκνεύρισε τις κρατικές αρχές.
Επομένως, αυτό που κυρίως μας ενδιαφέρει από την άποψη του κράτους δικαίου και των ρυθμίσεων που μας αφορούν όλους, είναι εάν η προαναφερόμενη άποψη του Αρείου Πάγου που ουσιαστικά κομίζει το καινοφανές ότι μπορεί ένας κρατούμενος να στερηθεί την εφαρμογή ενός ευμενέστερου νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης και να υπαχθεί, εκ των υστέρων, σε ένα μεταγενέστερο και δυσμενέστερο καθεστώς, θα αποτελεί από τούδε και εξής τη νέα πρωτοφανή πραγματικότητα στη χώρα μας, χρησιμοποιώντας σοφιστείες που θα ήταν αστείες εάν δεν ήταν εγκληματικές.
Και για να τελειώνουμε:
Το κράτος δικαίου δοκιμάζεται ακριβώς σε εκείνες τις υποθέσεις που προκαλούν κοινωνική αποστροφή ή και αντιτιθέμενες ριζικά απόψεις.
Η νομοθεσία και κυρίως οι πρόνοιες και εγγυήσεις της ποινικής νομοθεσίας δεν θεσπίστηκαν γι’ αυτούς που κηρύσσονται αθώοι ή τους συμπαθητικούς στην εξουσία (εκπεσόντες της αστικής τάξης, φασίστες, ακροδεξιούς, γυναικοκτόνους, εγκληματίες λευκών κολλάρων κ.λπ.) αλλά κυρίως για τους άλλους, τους αντιπαθείς καταδικασμένους για βαριά αδικήματα.
Και οι αρχές του κράτους δικαίου – έτσι μάθαμε στις νομικές σχολές – υπερηφανευόμαστε ότι ισχύον στην αστική δημοκρατία έναντι όλων.
Εκτός κι αν ζούμε σε καθεστώς συνεχών εξαιρέσεων (όπως σε άλλο επίπεδο ίσχυε επί Μνημονίων) και η ποινική δικαιοσύνη μετατρέπεται σε εξουσία επιβολής και εργαλείο εκδίκησης, ανάλογα με τον καταδικασθέντα.
Πάντως ήταν καταλυτική η παρουσία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, όπως αυτή εμφανίστηκε μέσα από τις κάμερες των ΜΜΕ.
Σιωπηλός πάντα, χωρίς καμία αντίδραση ή κάποια δήλωση, ανέκφραστος, καλοντυμένος με σπορ ρούχα, αψεγάδιαστος ως εστέτ διανοούμενος, με το σακ βουαγιάζ στο χέρι, μόνος του, εξήλθε της οικίας του και μπήκε στο ταξί που είχε καλέσει ο ίδιος για να ξαναμπεί στη φυλακή. Σαν ανακουφισμένος μου φάνηκε. Σα να μην τον αφορούσε τίποτε πιά παρά μόνον «η επίλυση των εξισώσεων των Navier-Stokes χωρίς κατακόρυφο ιξώδες», το θέμα δηλαδή του διδακτορικού του, το οποίο (τι ειρωνεία) θα αποτελεί εφεξής αντικείμενο αναφοράς από Επιστήμονες παρόμοιου αντικειμένου. Έγινε μέρος της Ιστορίας της Επιστήμης των Μαθηματικών.
Το λες και εκδίκηση εκ μέρους του.
Από την άλλη, το κράτος εμφανίστηκε λίγο, δειλό, επαχθές.

