Η στρατιωτικοποίηση δεν ήταν και δεν είναι λύση
Πηγή: Rproject
Η επίθεση των «οµάδων περιφρούρησης» της ΑΡΑΣ στους αναρχικούς, κατά την επέτειο της εξέγερσης του Νοέµβρη, δηµιούργησε µια σειρά οξυµένα πολιτικά προβλήµατα. Δικαιολογηµένα, η σχετική συζήτηση συνεχίζεται µέσα σε όλα σχεδόν τα «µετωπικά» σχήµατα δράσης της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Η γυµνή και απρόκλητη ενδοκινηµατική βία -ως µέσο επιβολής πάνω σε άλλες απόψεις και ρεύµατα µέσα στο κίνηµα- όπως και η ανάπτυξη µηχανισµών διαθέσιµων για κλιµακούµενη ενδοκινηµατική βία -ως µέσο για τη µεγέθυνση µιας οργάνωσης και την αναπαραγωγή της- είναι ιδέες και πρακτικές ξένες µε το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο της µαρξιστικής Αριστεράς. Όµως εµφανίζονται κατά καιρούς µέσα σε κάποια τµήµατα ως συνέχεια, τάχα, της ανάγκης περιφρούρησης του κινήµατος απέναντι στα χτυπήµατα του κράτους και των ταξικών αντιπάλων µας.
Οι διαδηλώσεις µας -και αυτό αφορά τµήµατα πλατύτερα της ΑΡΑΣ- παίρνουν συχνά «χρώµατα» στρατιωτικοποίησης και «µατσίλας» που είναι άσχετα µε τα πραγµατικά καθήκοντα περιφρούρησης. Οι πρώτες γραµµές που συγκροτούνται κυρίως από σωµατώδεις άνδρες συντρόφους, τα παλούκια που παριστάνουν τις κόκκινες σηµαίες, τα κράνη και τα ενισχυµένα τζάκετ µοτοσυκλέτας κ.ο.κ. έχουν γίνει δηµοφιλής και συνήθης πρακτική, ως σηµάδια µιας δήθεν πρόθεσης ή ετοιµότητας για κλιµάκωση της αντιπαράθεσης.
Όµως η κλιµάκωση της αντιπαράθεσης του κινήµατος µε τους πραγµατικούς αντιπάλους του, ουδέποτε συνδέονταν -και πολύ περισσότερο ταυτίζονταν- µε το επίπεδο ανάπτυξης στο εσωτερικό του κάποιων «ειδικών αποσπασµάτων», που προετοιµάζονται, λέει, για να αντιµετωπίσουν αποτελεσµατικά τους σιδηρόφρακτους κατασταλτικούς µηχανισµούς του κράτους.
Στην εξέγερση του Νοέµβρη του 1973 το µόνο διαθέσιµο «όπλο» των διαδηλωτών και των καταληψιών, ήταν τα νεράτζια από τον κήπο του Πολυτεχνείου και τα πεζοδρόµια της Πατησίων, αλλά αυτό δεν εµπόδισε καθόλου µια αποφασιστική κλιµάκωση ιστορικών διαστάσεων. Στη µακρά Μεταπολίτευση που ακολούθησε, οι εργαζόµενοι και η νεολαία έτρεψαν συχνά σε άτακτη φυγή τις ορδές της καραµανλικής Αστυνοµίας, µε γυµνά χέρια. Οι δυνατότητες του κινήµατος κάθε φορά εκκινούν από τους µεγάλους αριθµούς των κινητοποιούµενων µαζών, από την κοινωνική διεισδυτικότητα των στόχων του, από την καθαρότητα του πολιτικού σχεδίου µέσα στο οποίο εντάσσεται η δράση. Συνήθως σε αυτά τα πεδία εδράζονται και οι αδυναµίες µας, που συχνά κρίνουν την έκβαση των αγώνων. Όποιος υποκαθιστά αυτά τα καθοριστικά ζητήµατα µε την «τεχνική προετοιµασία» των συγκρούσεων και την ανάπτυξη «ειδικών αποσπασµάτων», παίρνει επικίνδυνο δρόµο. Η «υπέρβαση» της ΑΡΑΣ, που επέλεξε να στρέψει τις επιτροπές περιφρούρησης κατά των αναρχικών, πρέπει να γίνει αντιληπτή ως µια γενικότερη προειδοποίηση.
Η ιστορία της διεθνούς αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, στην µετά το 1968 περίοδο, συνηγορεί σε αυτήν την κατεύθυνση. Θεωρούµε χρήσιµο να θυµίσουµε κάποια θετικά, αλλά και αρνητικά, παραδείγµατα.
1969: Η εξέγερση του Stonewall
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, παρά τη διεθνή άνοδο του κινήµατος και τον «άνεµο ελευθερίας» που αυτό είχε εξαπολύσει, η ζωή παρέµενε σκληρή για την «γκέι κοινότητα» (επίτηδες διατηρούµε τον ξεπερασµένο πλέον όρο της εποχής) στις ΗΠΑ. Η ειδική νοµοθεσία «περί σοδοµισµού» επέβαλε σε ενήλικα συναινούντα άτοµα που ανέπτυσσαν οµόφυλες σεξουαλικές σχέσεις, ποινές από 5 ως και 30 χρόνια φυλακής.
Στις 28 Ιούνη του 1969, η σκληροτράχηλη αστυνοµία της Νέας Υόρκης επιτέθηκε στο γκέι µπαρ Stonewall Inn στο Μανχάταν. Θεωρούσαν ότι θα είναι άλλη µια εύκολη βραδιά καταπίεσης και εξευτελισµού των οµοφυλόφιλων. Όµως οι καιροί είχαν αλλάξει. Η «γκέι κοινότητα» αντιστάθηκε, καλώντας σε αλληλεγγύη τις δυνάµεις αντίστασης στις ρατσιστικές επιθέσεις κατά των Μαύρων, αλλά και τις δυνάµεις του αντιπολεµικού κινήµατος της εποχής του Βιετνάµ. Οι διαδηλώσεις κράτησαν πολλές µέρες και νύχτες που συγκλόνισαν το κέντρο της Νέας Υόρκης. Η αστυνοµία υποχρεώθηκε να υποχωρήσει. Σε ελάχιστους µήνες η ειδική νοµοθεσία κατά των οµοφυλόφιλων ήταν πλέον νεκρή. Η βασική οργάνωση οµοφυλόφιλων που δηµιουργήθηκε µετά το Stonewall διάλεξε το όνοµα Gay Liberation Front, δείχνοντας ότι αντλεί έµπνευση από τους απελευθερωτικούς αγώνες στο Βιετνάµ και την Αφρική. Το GLF «εξαπλώθηκε» γρήγορα στον Καναδά, στη Βρετανία, στην Αυστραλία κλπ. Το σύγχρονο κίνηµα για την απελευθέρωση των οµοφυλόφιλων είχε αρχίσει. Ήταν µια µεγάλη, µια ιστορική νίκη.
Λίγο µετά το τέλος των συγκρούσεων στο Stonewall, το Κόµµα των Μαύρων Πανθήρων (µια οργάνωση που είχε αναπτύξει τις «τεχνικές» περιφρούρησης σε επίπεδα ποιοτικά ανώτερα απ’ ό,τι θα µπορούσε σήµερα να ονειρευτεί η κάθε ΑΡΑΣ) κατέθεσε δια του Χιούι Νιούτον το σεβασµό των Μαύρων Πανθήρων προς τη µαχητική ικανότητα της «γκέι κοινότητας», που µε γυµνά χέρια και στηριγµένη στην κοινωνική αλληλεγγύη κατόρθωσε να ανοίξει νέους δρόµους και για τους Μαύρους, τους Λατίνους και τους αντιπολεµικούς αγωνιστές.
1973: Η επίθεση της Λίγκας στη Νέα Τάξη
Η Κοµµουνιστική Λίγκα (LC) ήταν η πιο µαζική και δραστήρια οργάνωση που «βγήκε» από τον Μάη του ’68 στη Γαλλία. Την άνοιξη του 1973, µετά από ένα µαζικό και αποτελεσµατικό κύκλο αγώνων στα Λύκεια ενάντια στην αντιµεταρρύθµιση Ντεµπρέ, η Λίγκα αισθανόταν ότι είναι στο απόγειο της επιρροής της. Η ανάλυσή της (στις συνθήκες: Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία…) στηριζόταν στην εκτίµηση για την «επικαιρότητα της επανάστασης στην Ευρώπη», επικαιρότητα που γινόταν κατανοητή όχι µε ιστορικούς αλλά µε τακτικούς όρους.
Η Λίγκα είχε κάνει τις «Επιτροπές Περιφρούρησης» πραγµατική επιστήµη, έχοντας περάσει τις δοκιµασίες των οδοφραγµάτων του 1968, αλλά και όλης της θυελλώδους περιόδου που ακολούθησε. Μια ειδικά πτυχή αυτής της δράσης ήταν η παρατεταµένη σύγκρουση µε τους φασίστες της επικίνδυνης οργάνωσης Νέα Τάξη (Ordre Nouveau).
Τον Ιούνη του 1973, η Νέα Τάξη ανακοίνωσε ότι θα οργάνωνε ένα συνέδριο κατά της «παράνοµης µετανάστευσης» στην εµβληµατική για την Αριστερά αίθουσα της Mutualite στο κέντρο του Παρισιού. Ο ακροδεξιός υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης της Δεξιάς, Ρεϋµόν Μαρσελέν, έθεσε το φασιστικό συνέδριο σε κυβερνητική προστασία, ανακοινώνοντας µια εντυπωσιακή «κόκκινη γραµµή» της Αστυνοµίας που έκλεινε ένα µεγάλο µέρος του Παρισιού. Η Λίγκα δήλωσε ότι το φασιστικό συνέδριο δεν θα πραγµατοποιηθεί.
Στις 21 Ιούνη του ’73, µια µεγάλη διαδήλωση αγωνιστών της LC επιτέθηκε στην «κόκκινη γραµµή» της Αστυνοµίας. Η αντεπίθεση των CRS (των γαλλικών ΜΑΤ) αντιµετωπίστηκε µε µια βροχή µολότοφ και η Αστυνοµία υποχρεώθηκε να αναδιπλωθεί µπροστά στις πόρτες της Mutualite, υπερασπίζοντας «εκ του συστάδην» τους φασίστες. Όµως την ίδια στιγµή, ένα επίλεκτο απόσπασµα των Επιτροπών Περιφρούρησης της Λίγκας, επιτέθηκε στο στρατηγείο της Ο.Ν. στην παρακείµενη οδό Λοµπάρντ, το έκανε θερινό και αποχώρησε χωρίς απώλειες, έχοντας «απαλλοτριώσει» το Μητρώο Μελών της φασιστικής οργάνωσης. Από στρατιωτική άποψη, επρόκειτο για ένα κοµψοτέχνηµα. Παρά την κρατική προστασία, οι φασίστες της O.N. είχαν γελοιοποιηθεί.
Όµως η πολιτική παγίδα είχε στηθεί. Το ίδιο βράδυ ο Μαρσελέν έθεσε την LC «εκτός νόµου». Τα CRS εισέβαλαν στα κεντρικά γραφεία της Λίγκας, συνέλαβαν τον υπεύθυνο Πιέρ Ρουσέ, και κατέσχεσαν τα πάντα δηλώνοντας ότι αναζητούν αποδείξεις για την «ένοπλη δράση» της LC. Λίγες ηµέρες µετά, το υπουργικό συµβούλιο της Δεξιάς αποφάσιζε ότι όλα τα ηγετικά στελέχη της Λίγκας ήταν πλέον σε κατάλογο «καταζητούµενων».
Σε ελάχιστες ηµέρες µετά από ένα «στρατιωτικό θρίαµβο», η LC βρισκόταν υποχρεωµένη να περάσει στην παρανοµία.
Από αυτήν την παγίδα η Λίγκα βγήκε αξιοποιώντας τις πολιτικές εφεδρείες που διέθετε. Ξεδίπλωσε µια αµυντική, ενιαιοµετωπική καµπάνια που περιέλαβε το ΚΚ Γαλλίας και το Σοσιαλιστικό Κόµµα. Ο Ζακ Ντυκλό υπήρξε οµιλητής σε µαζικές συγκεντρώσεις αλληλεγγύης στη Λίγκα (µε µοναδικό όρο να µην τον διαδεχτούν στο βήµα «καταζητούµενα» ηγετικά στελέχη), ενώ ο Αλαίν Κριβίν συνελήφθη µιλώντας σε συνέντευξη Τύπου µαζί µε τον Φρανσουά Μιτεράν και τον Εντµόντ Μαιρ (επικεφαλής του συνδικάτου CFDT). Σε λίγο καιρό, αλλάζοντας το όνοµά της, από Κοµµουνιστική σε Κοµµουνιστική-Επαναστατική Λίγκα (LCR), η Λίγκα βγήκε από την παρανοµία.
Όµως οι αναγκαίοι µετασχηµατισµοί στο εσωτερικό της οργάνωσης ήταν πιο επώδυνοι. Στο συνέδριο του 1974, η αναφορά στην «επικαιρότητα της επανάστασης» ορίστηκε ως αναφορά «µακρού χρόνου» και όχι άµεσης τακτικής. Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ και ο Ολιβιέ Σαµπατό έστρεψαν τις θεωρητικές επεξεργασίες προς την επανασύνδεση µε την παράδοση του Ενιαίου Μετώπου. Μέσα σε αυτήν τη στροφή, η Λίγκα αποφάσισε να διαλύσει τις Επιτροπές Περιφρούρησης. Αυτή η απόφαση συνδυάστηκε µε ένα τραγικό γεγονός: ένας από τους υπεύθυνους των Επιτροπών Περιφούρησης στις δράσεις του Ιούνη του ’73, ο Μισέλ Ρεκανατί, ένας διαλεκτός και αγαπητός σύντροφος, αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Είναι το γεγονός που αποτυπώνει η συγκλονιστική ταινία «Πεθαίνοντας στα τριάντα», του συναγωνιστή του Ρεκανατί, Ροµαίν Γκουπίλ (1982).
Ο προβληµατισµός πάνω σε ανάλογες εµπειρίες (όπως πχ των ιταλικών οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς στη δεκαετία του 1970) αξίζει τον κόπο. Όχι κυρίως γιατί αφορούν µεγαλύτερους αριθµούς εµπλεκοµένων, αλλά γιατί αφορούν πραγµατικές πολιτικές µάχες µε τους πραγµατικούς αντιπάλους µας, κι όχι καρικατούρες σαν αυτές που ζήσαµε στο φετινό Πολυτεχνείο.
Το πολιτικό πάνω από το «στρατιωτικό»
Το νήµα που ενώνει αυτές τις εµπειρίες είναι ότι το πολιτικό στοιχείο (οι στόχοι, οι µέθοδοι, οι προοπτικές του µαζικού αγώνα) είναι πάντα υπέρτερο του «στρατιωτικού» (του συσχετισµού δύναµης, των µεθόδων, των όπλων, των εφεδρειών κ.ο.κ. των συγκρουόµενων «αποσπασµάτων» µεταξύ του κινήµατος και του κράτους). Και αυτό ισχύει για τις συγκρούσεις µεταξύ του κινήµατος και των πραγµατικών ταξικών εχθρών και του κράτους. Γιατί όσοι επεκτείνουν τη «διαλεκτική» της πολεµικής σύγκρουσης ενάντια σε «εσωτερικούς εχθρούς», ενάντια σε διαφορετικές απόψεις και ρεύµατα στο εσωτερικό του κινήµατος, κάνουν άλλης ποιότητας και πολύ βαθύτερο λάθος.
Επίτηδες διατυπώσαµε τα συµπεράσµατά µας από αυτήν την εµπειρία µε την άκαµπτη µορφή του γενικού «κανόνα».
Όπως είναι γνωστό, στους κανόνες υπάρχουν εξαιρέσεις. Θα θέλαµε να σηµειώσουµε τρεις.
Πρώτον, όλα τα παραπάνω συµπεράσµατα ισχύουν στο σηµερινό επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης και του αντίστοιχου πολιτικού αγώνα. Τελείως αλλιώς τίθενται τα ζητήµατα σε συνθήκες απότοµης όξυνσης της ταξικής πάλης, σε συνθήκες αγώνα ζωής ή θανάτου τάξης ενάντια σε τάξη, σε συνθήκες όπου στον πολιτικό αγώνα µπαίνουν κριτήρια εµφυλίου πολέµου.
Δεύτερον, ακόµα και στα σηµερινά γενικά επίπεδα ταξικής πάλης υπάρχουν «στιγµές» όπου είναι εκ των προτέρων δεδοµένο ότι το κίνηµα θα αντιµετωπίσει µια άγρια κατασταλτική επίθεση και κατά συνέπεια είναι φρόνιµο και επιβεβληµένο να παρθούν κατάλληλα «αµυντικά» µέτρα. Το Πολυτεχνείο του 1980, µε τη γνωστή τραγική κατάληξη των δύο νεκρών (Κουµής και Κανελλοπούλου) είναι ένα γνωστό παράδειγµα. Σε αυτήν τη διαδήλωση η άγρια βία των ΜΑΤ είχε προαναγγελθεί και φυσιολογικά το «µπροστινό» τµήµα του µπλοκ των διαδηλωτών είχε πάρει ενισχυµένα µέτρα συγκρότησης. Όµως καµιά από τις πέντε οργανώσεις που είχαν καλέσει τότε τη διαδήλωση (Β Πανελλαδική, ΚΚΕ Μ-Λ, ΟΣΕ, Μαχητής, ΟΚΔΕ) δεν είχε συγκροτήσει «αυτόνοµα» αποσπάσµατα ειδικευµένα στις συγκρούσεις, ούτε πριν ούτε µετά την 17 Νοέµβρη του 1980.
Τρίτον, είναι ειδική κατηγορία οι «συναντήσεις» του κινήµατος µε τις φασιστικές συµµορίες. Εδώ τα µέτρα αυτοπροστασίας είναι γενικά πολύ πιο θεµιτά και «νόµιµα», παρόλο που οι µεγάλες αντιφασιστικές νίκες όλων των τελευταίων ετών έχουν γραφτεί κυρίως µε τις µεθόδους του µαζικού πολιτικού αγώνα και όχι τις αναµετρήσεις µελών µας µε τα αλήτικα φασιστοστελέχη, µε τις µεθόδους που κυρίως ασκούν οι φασιστικές οργανώσεις.
Είναι φανερό ότι όλα αυτά αφορούν τη «µάχη» του κινήµατος µε τους πραγµατικά ταξικούς εχθρούς και το κράτος. Αν οτιδήποτε από αυτά (πχ η επίκληση της ανάγκης περιφρούρησης) χρησιµοποιείται -ή έχει χρησιµοποιηθεί…- ως επιχείρηµα για να εγκατασταθεί η επιβολή µιας άποψης ή µιας οργάνωσης σε βάρος ανταγωνιστών της µέσα στο κίνηµα, τότε η παράβαση είναι ποιοτικά βαρύτερη και η σαφής πολιτική αποµόνωση είναι επιβεβληµένη.
*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

