6.1 C
Athens
Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πρακτική διατύπωση του τρόπου παραγωγής της υπεραξίας, του  Γιάννη Στ. Φούντα

Εισαγωγή

Οι έννοιες μισθός και κέρδος θεωρούνται απλές και αυτονόητες, κρύβουν, όμως, μυστικά. Η εργασία μιας εργάσιμης ημέρας, ή ενός μήνα, του εργαζόμενου φαίνεται να είναι όλη πληρωμένη, αν και συνάμα φαίνεται κακοπληρωμένη κι αυτό ανάγεται  αόριστα στην αναγκαστική υποταγή και στην εκμετάλλευση. Πίσω, όμως, από αυτό που φαίνεται, κρύβεται μια διαφορετική εικόνα κι η εκμετάλλευση συνίσταται στο ότι ακριβώς δεν είναι πληρωμένη όλη η δουλειά του μέσα στο κανονικό ωράριο εργασίας, αλλά μόνο ένα μέρος της.

Όσο για το κέρδος, αυτό φαίνεται να βγαίνει στην αγορά, στην πώλησή των εμπορευμάτων, στην ανταλλαγή τους με χρήμα, και η πιο διαδεδομένη αντίληψη για το πώς βγαίνει το κέρδος είναι αυτή της απλής κερδοσκοπίας: “αγοράζω φτηνά, πουλάω ακριβά”. Ωστόσο, από πολύ παλιά είναι γνωστό ότι αυτό ισχύει μόνο περιστασιακά κι ο λόγος είναι απλός: Αν ίσχυε, θα το έκαναν όλοι, και τότε, στην αλυσίδα  των αγορών και πωλήσεων, τα κέρδη του ενός θα συμψηφίζονταν με τις ζημιές του άλλου, επομένως σύνολο κέρδους μηδέν. Ο Ramsay, τον οποίο παραθέτει ενδεικτικά ο Μαρξ (To Κεφάλαιο, Βιβλίο 1), λέει ότι,

“Κάτω από τους συνηθισμένους όρους της αγοράς το κέρδος δε βγαίνει από την ανταλλαγή. Αν δεν υπήρχε από προηγούμενα, δεν μπορούσε να υπάρχει ούτε ύστερα απ’ αυτή τη συναλλαγή” . (“An Essay οη the Distribution of Wealth”. Edinburgh 1836, σελ.184).

Άρα, υπάρχει από πριν. Αλλά, τότε, πώς βγαίνει;

Κατά ένα τρόπο, ναι, βγαίνει αγοράζοντας φτηνά και πουλώντας ακριβά, αλλά μόνο ένα εμπόρευμα: την εργατική δύναμη, ή την εργασιακή ικανότητα του εργαζόμενου. Είναι το μόνο εμπόρευμα που όταν αναλώνεται μέσα σε μια παραγωγική διαδικασία έχει την ιδιότητα να γεννάει αξία μεγαλύτερη από την αξία της αγοράς του, δηλ. τον μισθό. Λόγω αυτής της ιδιότητάς της η εργατική δύναμη ξεχωρίζει από όλα τα υπόλοιπα εμπορεύματα, τα οποία δεν μπορούν να δημιουργήσουν αξία μεγαλύτερη από τη δική τους.

Στο Πρώτο Βιβλίο του Κεφαλαίου (Μέρος τρίτο, “Η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας”, κεφάλαιο πέμπτο, “Προτσές εργασίας και προτσές αξιοποίησης”, μέρος δεύτερο “2. Προτσές αξιοποίησης”), ο Μαρξ δείχνει με ένα αριθμητικό παράδειγμα πώς μπορεί να αξιοποιηθεί βιομηχανικά ένα χρηματικό ποσό και να παραγάγει υπεραξία, κατ’ αρχήν απόλυτη, σε κατοπινά κεφάλαια θα ασχοληθεί και με τη σχετική.

Η απλή και πρακτική του απόδειξη στηρίζεται στην εργασιακή θεωρία της αξίας ‒”η αξία είναι ξόδεμα εργασίας”‒ και στο χρήμα, τη “χρυσή έκφραση της αξίας” ‒που κι αυτό έχει αξία ως εμπόρευμα σαν παράγωγο ξοδέματος εργασίας‒ έννοιες που έχουν αναπτυχθεί στα προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου (το γεγονός ότι ενμέρει έχει εγκαταλειφθεί ο κανόνας του χρυσού δεν αλλάζει το επιχείρημα).

Η διαδικασία εργασίας και αξιοποίησης του κεφαλαίου

Ο αρχικός συλλογισμός αναπτύσσεται στο Κεφάλαιο, τ.1, σε 12 σελίδες, σε βήματα,  και περιλαμβάνει αρκετή πρόζα που τον ζωντανεύει. Εδώ, θα τον παραθέσουμε σαν κατάστρωση απλής αριθμητικής, “με χαρτί και με μολύβι”:

  1. Βασικά δεδομένα

 

  1. Το εμπόρευμα είναι συμπύκνωση εργασίας, τόσο σαν πρώτη ύλη όσο και σαν πρόσθετη επεξεργασία.
  2. Η διάρκεια κάθε εργασίας, απλής ή σύνθετης, ανάγεται σε ημέρες αφηρημένης, απλής, ομοιόμορφης εργασίας, επομένως πρακτικά για την κοινωνία και για να γίνεται ο λογαριασμός, όλες οι εργασίες έχουν κοινό μέτρο τη μία ημέρα απλής εργασίας. Αυτό δεν υποβαθμίζει τη σύνθετη εργασία· αυτή απλώς ανάγεται σε περισσότερες μέρες απλής εργασίας.
  3. Το κλειδί: Όλες οι εργασίες ανάγονται σε μια χρηματική βάση. Η “χρυσή έκφραση” μιας μέρας απλήςεργασίας είναι 60 €. Τόσο αξίζει ο χρυσός που παράγεται σε μια μέρα απλής εργασίας.
  4. Το μεροκάματο του εργάτη είναι 30 €, γιατί αυτό είναι το κόστος της αγοράς των ειδών της συντήρησης του, ή αλλιώς “αυτή η ποσότητα εργασίας απαιτείται για να παραχθεί η μέση ποσότητα των καθημερινών μέσων συντήρησης του εργάτη.” (Το Κεφάλαιο, Βιβλίο 1, σελ. 203)

 

  1. Παραγωγή

Είναι μια συνηθισμένη σύνθετη διαδικασία, που όμως στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αποσκοπεί ειδικά στην παραγωγή κέρδους μέσω της παραγωγής εμπορευμάτων που καλύπτουν ανθρώπινες ανάγκες. Η διαδικασία αποτελεί μια ενότητα, όμως για να την αναλύσουμε τη χωρίζουμε σε δυο φάσεις: Η μια είναι η διαδικασία της εργασίας, κοινή σε όλες τις εποχές, ο άνθρωπος εργάζεται και παράγει για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Η δεύτερη, είναι η παραγωγή του κέρδους.

  1. Διαδικασία εργασίας

Ένας εργάτης με ένα αδράχτι μετατρέπει σε νήμα 5 κιλά μπαμπάκι σε νήμα σε 4 ώρες. Τα 5 κιλά μπαμπακιού στοιχίζουν (αγορά) 50 €. Στη διάρκεια του κλώσιμου αναλώνεται (φθορά) ¼ αδράχτι, αξίας 10 €. Συν το μεροκάματο του εργάτη 30 €, σύνολο αξίας, μπαμπάκι συν φθορά αδραχτιού,  συν εργασία, 50+10+30=90 €.

Αναγωγή σε ημέρες απλής εργασίας, 90 €/60 € (αξία χρυσού μιας μέρας, “κοινωνική αξία” μιας ημέρας απλής εργασίας) = 1,5 ημέρα κοινής εργασίας.

Αναγωγή σε κιλά νήματος: 1 κιλό νήματος =18 €. Με ένα δοσμένο τρόπο παραγωγής μιας εποχής, αυτή είναι γενικά η τιμή που παράγουν όλοι νήμα, είναι η “κοινωνική αξία” ενός κιλού νήματος, πολύ απλά τόσο πουλιέται στην αγορά. Μέχρις εδώ η αξία εισόδου, 90 €, ισοφαρίζει την αξία εξόδου 90 € και τα 5 κιλά νήματος έχουν κοστολογηθεί στο ισοδύναμο της 1,5 ημέρας εργασίας  = 90 €.

  1. Διαδικασία αξιοποίησης του χρήματος που καταβλήθηκε.

Ο εργάτης δούλεψε 4 ώρες, “έβγαλε την αξία των μέσων συντήρησής του”, τα 30 €, όμως έχει μισθωθεί για μια μέρα δουλειάς, απομένουν λοιπόν 4 διαθέσιμες ώρες εργασίας του. Η διαδικασία εργασίας επαναλαμβάνεται με άλλα 5 κιλά μπαμπακιού. Τούτη τη φορά, ο εργάτης δε θα πληρωθεί, μιας κι έχει  ήδη πληρωθεί, η εργασία του όμως θα χρεωθεί στην αξία του προϊόντος, γιατί είπαμε “αξία = ξόδεμα εργασίας”, κι αφού το δεύτερο σκέλος περιλαμβάνει άλλα 5 κιλά νήματος, αυτά θα χρεωθούν όπως τα προηγούμενα, σαν 1,5 ημέρα εργασίας, ή 90 €, θα στοιχίσουν όμως 60 €.

Από εδώ φαίνεται ότι ο κεφαλαιοκράτης πουλώντας τα 10 κιλά νήμα “νόμιμα” στην “κοινωνική” τους αξία για 180 €, αντί για τα 150 € που του κόστισαν, θα κερδίσει 30 €, κι ότι τα 30 € κέρδος είναι η απλήρωτη εργασία 4 ωρών του εργάτη, ή η υπερεργασία του ως προς την αναγκαία εργασία για τη συντήρηση του. Στην ουσία, ο κεφαλαιοκράτης πουλάει νόμιμα στην κοινωνία το δεύτερο μέρος της εργασίας τού εργάτη, που δεν του κόστισε τίποτα και που η κοινωνία αναγνωρίζει ότι πρέπει να το πληρώσει, γιατί η αγορά (η κοινωνία) πληρώνει την εργασία, άσχετα από το ποιος την καρπώνεται.

“Έτσι τα 27 σελίνια μετατράπηκαν σε 30 σελίνια. Γέννησαν μια υπεραξία από 3 σελίνια. Το τέχνασμα πέτυχε επιτέλους. Το χρήμα μετατράπηκε σε κεφάλαιο.” (Κ.Μ., Βιβλίο 1, σελ. 207).

Το κλειδί στην εξήγηση του “θαύματος” βρίσκεται στην εξής παρατήρηση:

“Το γεγονός ότι χρειάζεται μισής μέρας εργασία για να κρατήσει τον εργάτη 24 ώρες στη ζωή, δεν εμποδίζει καθόλου τον εργάτη να δουλέψει μια ολόκληρη μέρα. … Αυτό όμως που έκρινε την υπόθεση είναι η ειδική αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος, η ιδιότητα να είναι πηγή αξίας και μάλιστα περισσότερης αξίας απ’ ό, τι έχει το ίδιο. Αυτή είναι η ειδική υπηρεσία που ο κεφαλαιοκράτης περιμένει από την εργατική δύναμη (Κεφάλαιο, Βιβλίο 1, σελ. 206,)” (δική μας υπογράμμιση).

Από την παραπάνω διαδικασία εργασίας και αξιοποίησης κεφαλαίου προκύπτουν δυο μάχες: η μια είναι για τη μοιρασιά της υπεραξίας κι η άλλη για τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας.

 

Η μάχη για το υπερπροϊόν

 

Ο εργάτης μπορεί να μην έχει αναλύσει λεπτομερώς τον παραπάνω μηχανισμό, βλέπει όμως ότι ενώ παίρνει τα εντελώς απαραίτητα για τη διαβίωση του κι είναι σε μια συνεχή κατάσταση “μεροδούλι-μεροφάι”, ο εργοστασιάρχης ζει πλουσιοπάροχα κι όλο και πλουτίζει. Το συμπέρασμα είναι απλό: “αν δε δούλευα εγώ, δε θα πλούτιζες εσύ”. Έτσι ζητάει περισσότερα, μια αύξηση, ένα μερίδιο από τα κέρδη. Ο εργοστασιάρχης απαντάει, “πήρες τον μισθό σου, τελειώσαμε, αν δε σ’ αρέσει τράβα αλλού”.

Εδώ, κάπου, παρεμβαίνει η πολιτική οικονομία. Αφήνουμε τον Μαρξ που ανέλυσε διεξοδικά το ζήτημα και πάμε στους πιο παλιούς. Ο Άνταμ Σμιθ (1776) αποφαίνεται ότι,

 

«η αξία την όποια οι εργάτες προσθέτουν στις πρώτες ύλες χωρίζεται εδώ» (από τότε που άρχισε η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, σημειώνει ο Μαρξ), «σε δυο μέρη, από τα όποια το ένα πληρώνει το μισθό της εργασίας τους, και το άλλο το κέρδος του επιχειρηματία για όλο το ποσό του κεφαλαίου που προκατέβαλε για πρώτες ύλες και για μισθούς εργασίας» (απόσπασμα  που αναφέρει ο Μαρξ στις Θεωρίες για την υπεραξία, τ. 1).

 

Κι ο Ντάβιντ Ρικάρντο (λίγο αργότερα), επιχειρηματίας και τραπεζίτης ο ίδιος, από τους θεμελιωτές της οικονομικής επιστήμης, λέει ότι οι μισθοί και τα κέρδη κινούνται αντίθετα το ένα προς το άλλο, πράγμα που, αν και δεν είναι απόλυτα σωστό γιατί δεν αποκλείεται να κινηθούν παράλληλα, σημαίνει ότι μισθοί και κέρδη είναι συμπληρωματικά μεγέθη μιας ενιαίας μάζας αξίας. Αυτό, επομένως, που είπε ο εργοστασιάρχης δεν ισχύει κι είναι λογικό να απαιτεί ο εργάτης μεγαλύτερο μερίδιο από το υπερπροϊόν, που είναι προϊόν της εργασίας του. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτή τη διαπίστωση ο εργάτης έχει κάθε δικαίωμα να ζητάει αύξηση μισθού.

 

Η μάχη για τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας

Η δεύτερη μάχη γίνεται για τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Αν η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας παρασταθεί σαν ένα ευθύγραμμο τμήμα αγ,

α_ _ _ _ β_ _ _ _γ,

τότε σε κάποιο σημείο β τελειώνει ο χρόνος που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση του εργάτη κι αρχίζει ο χρόνος της υπερεργασίας του προς όφελος του κεφαλαιοκράτη. Έχουμε, λοιπόν, δυο συστατικά μέρη της εργάσιμης ημέρας: το μέρος που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή της αξίας της εργατικής δύναμης (α) και το μέρος που αντιστοιχεί στην υπερεργασία (β). Τα δυο αυτά μεγέθη είναι συμπληρωματικά και απαρτίζουν την εργάσιμη ημέρα. Όσο επομένως αυξάνεται το τμήμα βγ, δηλ. ο χρόνος υπερεργασίας, τόσο αυξάνεται η υπεραξία. Από δω και η δεύτερη μάχη: Ο εργάτης θέλει να συντομεύσει την εργάσιμη ημέρα, ο κεφαλαιοκράτης θέλει να την παρατείνει.

Στο σχήμα μας η συνολική εργάσιμη ημέρα είναι 8 ώρες. Υποθέσαμε αυθαίρετα ότι ο χρόνος εργασίας που αντιστοιχεί στη συντήρηση του εργάτη είναι 4 ώρες κι ότι ο χρόνος υπερεργασίας προς όφελος του κεφαλαιοκράτη είναι 4 ώρες. Αυτή η σχέση μας δίνει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης,  = 1, όπου το μεταβλητό κεφάλαιο είναι ο μισθός, γιατί μεταβάλλει την αξία του ως κεφάλαιο κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, αγοράστηκε λιγότερο, απέδωσε περισσότερο, πρόσθεσε αξία.

Αν, τώρα, λάβουμε υπόψη ότι το σημερινό κατώτατο ημερομίσθιο στην Ελλάδα είναι 35,20  (κατώτατος μισθός 880 €), τότε το κέρδος ανά απλή ημέρα εργασίας είναι 35,20 €.

 

Η σχετική υπεραξία

Αυτό που περιγράφτηκε μέχρις εδώ είναι η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας.  Υπάρχει και η σχετική υπεραξία.

“Την υπεραξία πού παράγεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω απόλυτη υπεραξία. Αντίθετα την υπεραξία που προκύπτει από τη συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη αλλαγή στη σχέση των μεγεθών των δυο συστατικών μερών της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω σχετική υπεραξία.” (Το Κεφάλαιο, Βιβλίο 1, σελ. 330).

Όταν ο Μαρξ λέει αναγκαίο χρόνο εργασίας εννοεί τον αναγκαίο χρόνο για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του εργάτη, στην περίπτωση μας οι 4 ώρες. Υπάρχει και ο αναγκαίος χρόνος παραγωγής του εμπορεύματος, στην περίπτωση μας 10 κιλά νήματος ισοδυναμούν με 3 ημέρες εργασίας, άρα 1 κιλό ισοδυναμεί με 2,4 ώρες 8ωρης εργάσιμης ημέρας.

  1. Αύξηση των ρυθμών-εντατικοποίηση

Ο δεύτερος τρόπος για να αυξηθεί η υπεραξία, τηρώντας τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας (αγ), είναι να συντμηθεί το πρώτο μέρος (αβ) ώστε να αυξηθεί το δεύτερο (βγ).

Ας υποθέσουμε ότι ο κεφαλαιοκράτης χρησιμοποιεί καλύτερες μηχανές και τρόπο παραγωγής και αυξάνει τις μονάδες του προϊόντος κι ότι αντί για 10 κιλά νήματος, τώρα βγαίνουν 20. Ο αναγκαίος χρόνος δουλειάς για τη συντήρηση του εργάτη δεν αλλάζει, παραμένει 4 ώρες =30 €, επομένως και ο χρόνος υπερεργασίας είναι πάλι 4 ώρες και επομένως η υπεραξία είναι πάλι 30 €.

Μέσα σ’ αυτές τις 20 μονάδες προϊόντος περιέχεται και πάλι υπεραξία 30 €, άρα σε κάθε κομμάτι έχουμε 1,5 € υπεραξία, ενώ πριν είχαμε 3 €. Το πλεονέκτημα, όμως, είναι ότι τώρα ο κεφαλαιοκράτης έχει παραγάγει μεγαλύτερο αριθμό μονάδων προϊόντος και ενώ έχει αλλάξει η ατομική αξία του δικού του εμπορεύματός, δεν έχει ακόμα αλλάξει η αποδεκτή κοινωνική αξία του,  γενικά η αγορά πουλάει ακόμα με 18 € το κιλό, μια και όλοι οι άλλοι συνεχίζουν να παράγουν με τον παλιό τρόπο. Άρα, μπορεί να πουλήσει τα 30 κομμάτια στην τρέχουσα τιμή της αγοράς και αφού διπλασίασε την παραγωγή να τραβήξει  κέρδος 60 € αντί για 30 €  από την αγορά. Είναι, λοιπόν, σαν να έβγαλε υπεραξία 60 € αντί για 30 €. Στην αρχή θα το πετύχει, έχει, όμως, δυο εμπόδια: πρώτο, ότι πρέπει να προωθήσει μεγαλύτερο αριθμό προϊόντων στην αγορά, άρα χρειάζεται να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του ή να βρει μια νέα αγορά και, δεύτερο, για να το κάνει θα πρέπει αργά ή γρήγορα να ρίξει την τιμή. Τέλος, και το κυριότερο, οι άλλοι δε θα μείνουν αδρανείς, σύντομα θα υιοθετήσουν τη νέα μέθοδο παραγωγής, επομένως η τιμή θα πέσει και τα πρόσθετα κέρδη θα μειωθούν, έως ότου να εξαφανιστούν.

“Ο κεφαλαιοκράτης που εφαρμόζει το βελτιωμένο τρόπο παραγωγής, ιδιοποιείται επομένως με τη μορφή υπερεργασίας ένα μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης ημέρας, απ’ ό,τι οι υπόλοιποι κεφαλαιοκράτες του ίδιου κλάδου. Κάνει ατομικά αυτό που κάνει γενικά το κεφάλαιο κατά την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας. Από την άλλη, μεριά όμως η πρόσθετη εκείνη υπεραξία εξαφανίζεται από τη στιγμή που γενικεύεται ο νέος τρόπος παραγωγής και μαζί της εξαφανίζεται, η διαφορά ανάμεσα στην  ατομική αξία των εμπορευμάτων πού παράγονται φτηνότερα και στην κοινωνική τους αξία.” (Το Κεφάλαιο. Βιβλίο 1, σελ. 334).

Παρ’ όλα αυτά, αν το δούμε από την πλευρά των αξιών, έχουμε 30 € για τον εργάτη συν 60 € για τον εργοστασιάρχη, σύνολο 90 € σε μια εργάσιμη ημέρα, και η αναλογία του εργάτη γίνεται 30/90=1/3, ενώ πριν ήταν ½ της ημέρας, φαίνεται επομένως σαν ο εργάτης να έβγαλε το μεροκάματό του σε μικρότερο, σε συμπιεσμένο χρόνο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγικότητας.

  1. Κυνηγώντας την υπεραξία

Ας υποθέσουμε τώρα, ότι ο κεφαλαιοκράτης γίνεται άπληστος ‒δε είναι δα παράλογο‒ κι αρχίζει να κυνηγάει όλο και περισσότερη υπεραξία. Χωρίς να λογαριάσουμε τη δαπάνη εξοπλισμού που απαιτεί η αύξηση της παραγωγικότητας, ερευνούμε μόνο το αποτέλεσμα που έχει στην παραγωγή υπεραξίας η συμπίεση της αναγκαίου χρόνου εργασίας του εργάτη. Υποθέτουμε ότι ο χρόνος αυτός συμπιέζεται διαδοχικά από το ½ στο 1/3, μετά στο ¼, 1/5 κ.ο.κ.

 

Διαιρέτης της εργάσιμης ημέρας Αναγκαίος χρόνος του εργάτη Χρόνος υπερεργασίας Προστιθέμενη υπερεργασία ως μέρος της εργάσιμης ημέρας
2 0,50 0,50 0,50
3 0,33 0,67 0,17
4 0,25 0,75 0,08
5 0,20 0,80 0,05
6 0,17 0,83 0,03
7 0,14 0,86 0,03
8 0,13 0,88 0,02
9 0,11 0,89 0,01
10 0,10 0,90 0,01

 

Εδώ παρατηρούμε το εξής παράδοξο: του αναγκαίου χρόνου του εργάτη τείνοντος στο μηδέν, ο χρόνος υπερεργασίας τείνει στο 1, λογικό, ο κεφαλαιοκράτης καρπώνεται όλο και μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης ημέρας, πλην όμως, η διαφορά μεταξύ της κάθε φορά προστιθέμενης υπερεργασίας βαίνει μειούμενη και από ένα σημείο και μετά παραμένει μηδαμινή, είναι σαν η επένδυση να μην μπορεί να αποδώσει, σαν να έφτασε στο σημείο κορεσμού, σαν να ορθώνεται ένα φράγμα που δεν ξεπερνιέται.  Ο κεφαλαιοκράτης, βέβαια, ωφελείται ενμέρει γιατί μειώνει το προσωπικό, μειώνοντας το, όμως, χάνει σε υπερεργασία, άρα χάνει σε υπεραξία.

  1. Φτήνεμα των μέσων συντήρησης

Τι απομένει λοιπόν;

Ας βγάλουμε από τη μέση το χρήμα που μας μπερδεύει κι ας δούμε την εμπράγματη ανταλλαγή. Ο εργάτης δίνει συνολικά 8 ώρες εργασίας. Από αυτές οι 4 ώρες είναι η αναγκαία εργασία του για να εξασφαλίσει το ισοδύναμο των μέσων συντήρησης του. Η ισοδυναμία αυτή εκφράζεται ως 4 ώρες ≡ Μ, όπου Μ η μάζα των προϊόντων που αγοράζει ο εργάτης. Τι θα γίνει αν αυτά τα μέσα συντήρησης του φτηνύνουν κατά 25%;  Θα έχουμε την ισοδυναμία 3 ώρες ≡ Μ, που σημαίνει ότι ο εργάτης εξασφαλίζει τα ίδια ακριβώς προς το ζην με 3 ώρες εργασίας. Έτσι, συντομεύθηκε ο χρόνος που ο εργάτης βγάζει το δικό του μερίδιο και περισσεύουν 5 ώρες υπερεργασίας για όφελος του κεφαλαιοκράτη, άρα έχουμε αύξηση της υπεραξίας. Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει η βιομηχανία των μέσων συντήρησης να παράγει φθηνότερα. Με δεδομένο, όμως, ότι η βιομηχανία των μέσων συντήρησης αγοράζει πρώτες ύλες και μηχανήματα από τη βιομηχανία των μέσων παραγωγής, αυτό σημαίνει ότι τελικά το φτήνεμα των μέσων συντήρησης αγκαλιάζει ευρύτατους τομείς της παραγωγής. Αυτή είναι η προϋπόθεση για την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας. Ο εργάτης δεν παύει να ικανοποιεί τις ανάγκες του, ίσως και να ικανοποιεί περισσότερες, μια κι οι τιμές των μέσων συντήρησης του έπεσαν, αλλά ταυτόχρονα αυξάνεται το ποσοστό της υπεραξίας και επομένως η μάζα της, επομένως μεγαλώνει το περιθώριο για πλούτο, για επέκταση του κεφαλαίου, για επενδύσεις, για ενίσχυση και εξέλιξη της βιομηχανικής υποδομής. Απλό και λειτουργικό.

  1. Όλα έχουν ένα όριο

Το παράδειγμά μας, βέβαια, για το κυνήγι της υπεραξίας, επεκτάθηκε σε μεγάλο βαθμό, είναι υπερβολικό να υποθέσουμε ότι ο εργάτης μπορεί να ζήσει με την αναλογία του 1/10 της εργάσιμης ημέρας, το κάναμε όμως για να δείξουμε τα όρια. Στην πραγματικότητα έχουμε δυο φράγματα, που αντιστοιχούν σε δυο μεγέθη που κινούνται συμπληρωματικά, και που στην ουσία ανάγονται στο πρωτεύον, στο όριο της ανταλλακτικής αξίας της ζωντανής εργατικής δύναμης. Αν αυτή μειωθεί στο ελάχιστο δυνατό, τότε η υπεραξία αυξάνεται στο μέγιστο δυνατό, όμως μόνο ως παραγωγή, γιατί για να αποκτήσει χρηματική υπόσταση πρέπει να πραγματοποιηθεί και σαν πώληση, με αδυνατισμένο όμως τόσο πολύ τον εργάτη σαν καταναλωτή αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο και μαζί του αδυνατίζει κι ο καπιταλιστής ως καταναλωτής των εμπορευμάτων των άλλων καπιταλιστών και ως απλός καταναλωτής υπεραξίας.  Άρα, αυτά τα μεγέθη πρέπει να κινούνται μέσα σε μια λειτουργική αναλογία, αλλιώς ο εργάτης καταρρέει σαν ανθρώπινη ύπαρξη, πράγμα αδιάφορο μεν για τον καπιταλιστή, καταρρέει όμως και σαν  καταναλωτής, και με τη σειρά του καταρρέει όλο το σύστημα, μπαίνει σε κρίση, που εκφράζεται από τη μια μεριά σαν υπερπαραγωγή και από την άλλη σαν υποκατανάλωση. Εδώ, όμως, το κεφάλαιο, δεν μπορεί να συγκρατηθεί, ούτε να σχεδιάσει οργανωμένα την παραγωγή σύμφωνα με τις ανάγκες του πληθυσμού, κάτι τέτοιο είναι πάνω από τις δυνάμεις του, το κέρδος είναι το μόνο κριτήριο του, η πηγή της ζωής του.

Το κεφάλαιο τείνει γενικά να μην παίρνει υπόψη του:1ο την αναγκαία εργασία που είναι το όριο της ανταλλακτικής αξίας της ζωντανής εργατικής δύναμης, 2ο την υπεραξία που αντιπροσωπεύει το όριο της υπερεργασίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων…” (Μαρξ, Grundrisse),

 

Για να κλείσουμε το θέμα της διάκρισης μεταξύ των δυο ειδών υπεραξίας που φαίνεται κάπως μπερδεμένο, αφού η υπεραξία έχει την ίδια πηγή, την πραγματική ή την τεχνητή επέκταση του μέρους της απλήρωτης εργασίας μέσα στην εργάσιμη ημέρα, παραθέτουμε την παρατήρηση του Μαρξ που ξεκαθαρίζει το ζήτημα:

Αν ξεκινήσουμε από την προϋπόθεση ότι η εργατική δύναμη πληρώνεται στην αξία της, τότε βρισκόμαστε μπρός σε δυό πράγματα: όταν είναι δοσμένα ή παραγωγική δύναμη της εργασίας και ο κανονικός βαθμός εντατικότατες της, το ποσοστό της υπεραξίας μπορεί ν’ αυξηθεί μόνο με την απόλυτη παράταση της εργάσιμης ημέρας ή, από την άλλη, όταν είναι δοσμένα τα όρια της εργάσιμης ημέρας, το ποσοστό της υπεραξίας μπορεί ν’ αυξηθεί  μόνο με τη σχετική αλλαγή στα μεγέθη των συστατικών της, της αναγκαίας εργασίας και της υπερεργασίας, πράγμα που με τη σειρά του προϋποθέτει αλλαγή της παραγωγικότητας ή της εντατικότητας της εργασίας, αν δεν πρόκειται ο μισθός να πέσει κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης.” (Το Κεφάλαιο, τ.1, σελ. 527).

 

Όπως θα δούμε παρακάτω, στην Ελλάδα, σήμερα, ο καπιταλισμός σκοντάφτει στην τελευταία φράση, είναι ανίκανος να αντλήσει σε ικανοποιητικό βαθμό σχετική υπεραξία και επιβάλλει μέσω του κράτους μισθό κατώτερο της αξίας της εργατικής δύναμης.

 

Η αναπαραγωγή του μισθού και η μεγέθυνση του πλούτου και της ανισότητας

 

Αν πάρουμε 100 εργάτες και 100 αδράχτια, τότε, με όρους ανισότητας, έχουμε σε μια μέρα 100 μέρη του πληθυσμού που παίρνουν συνολικά 3.000 € και ένα μέρος, τον κεφαλαιοκράτη, που παίρνει κι αυτό συνολικά 3.000 €. Οι 100 εργάτες θα πάρουν τα 3.000 € και θα πάνε στον μπακάλη, θα τα ξοδέψουν και θα επιστρέψουν την επομένη για να επαναληφθεί ο προηγούμενος κύκλος. Στο μεταξύ ο κύκλος έχει την εξής θαυματουργή ιδιότητα: μαζί με τα 3.000 € κέρδος, η πώληση των προϊόντων αναπλήρωσε και το έξοδο των 3.000 € σε μεροκάματα, που πλέον μπορούν να καταβληθούν την επομένη χωρίς να χρειάζεται πια να ξαναβάλει ο κεφαλαιοκράτης το χέρι στην τσέπη του. Ο εργάτης δούλεψε και για τους δυο, έβγαλε το μεροκάματό του και μαζί την υπεραξία. Γι αυτό κι  ο κύκλος παρομοιάζεται με τη βιβλική ιστορία της υδρίας της χήρας Σαρεπτά, που όσο κι αν άδειαζε, ξαναγέμιζε λάδι χάρη στο θαύμα του Προφήτη Ηλία. Εν προκειμένω, ο θαυματοποιός είναι ο εργάτης.

Για να μην κατηγορηθούμε ως απλοϊκοί, να σημειώσουμε ότι αυτός ο κύκλος δεν είναι απλός και απρόσκοπτος. Ο κεφαλαιοκράτης πρέπει να στήσει το εργοστάσιο και να περιμένει για αρκετούς κύκλους μέχρι να αποσβεστούν τα αρχικά έξοδα, στη διάρκεια των οποίων θα συντηρεί τον εαυτό του όχι από την παραγόμενη υπεραξία αλλά από το δικό του αρχικό απόθεμα, όμως άπαξ και κάνει απόσβεση, από κει και μετά όλα κυλούν αποδοτικά και ευχάριστα, αν και βέβαια έχει να αντιμετωπίσει τους ανταγωνιστές του, τις αναποδιές και τις κρίσεις. Και η υπεραξία δεν πάει αποκλειστικά στη συντήρηση του κεφαλαιοκράτη. Κανονικά, ένα σημαντικό μέρος της υπεραξίας πηγαίνει στη συσσώρευση κεφαλαίου (επένδυση), στην αύξηση της παραγωγικής δύναμης που οδηγεί στην αύξηση των κερδών.

Ανακεφαλαιώνοντας, βλέπουμε πως ενώ πληρούνται όλοι οι όροι νόμιμης αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και ειδικά του εμπορεύματος “εργατική δύναμη”, που πληρώθηκε μεν στην αξία της, αλλά όχι στην αξία που δημιούργησε, παράγεται φαινομενικά εκ του μηδενός ένα σημαντικό πλεόνασμα, το κέρδος του κεφαλαιοκράτη.

Αν, τώρα, πολλαπλασιάσουμε τον προηγούμενο κύκλο επί 300 ημέρες, ο κεφαλαιοκράτης έχει βγάλει 900.000 €, αρκετά για να ζει άνετα, να αρχίσει να κολυμπάει μέσα στον πλούτο, αλλά και να επεκτείνει την παραγωγή του, κι αν μετά τα πολλαπλασιάσουμε επί κάμποσα χρόνια, δημιουργείται μια οικονομική δύναμη που μπορεί να επεκτείνει τις επιχειρήσεις της, να αγοράσει επιχειρήσεις χρεοκοπημένων ή ευάλωτων ανταγωνιστών, να δανείσει κράτη για να καλύψουν τα ελλείμματά τους, κι αφού τα βάλει στο χέρι με τα δάνειά του που ποτέ δε θα μπορέσουν να εξοφλήσουν, να τα υποχρεώσει να του παραχωρήσουν την αποκλειστικότητα στην εκμετάλλευση γης, δασών, ορυχείων, λιμανιών, φυτειών με φτηνό αντίτιμο, να βάλει στο χέρι ακόμα και τον Πάπα (ο μεγιστάνας όλων των εποχών Γιάκομπ Φούγγερ), να αγοράσει τράπεζες, να προσλάβει ένα τσούρμο από πρόθυμους που θα τον εξυπηρετούν και θα τον προστατεύουν, από δικηγόρους μέχρι μπράβους, να αγοράσει εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς που θα ευλογούν τις εταιρείες του και θα λοιδορούν ή θα εξοντώνουν τους αντιπάλους του, να συγκεντρώσει πολιτική ισχύ, να εξαγοράζει πολιτικούς και να υπαγορεύει νόμους, να ανεβάζει και να κατεβάζει υπουργούς και πρωθυπουργούς, να διορίζει συγγενείς και φίλους σε καίριες κρατικές θέσεις και οργανισμούς, να κάνει δωρεές που συμφέρουν φορολογικά και τον μετατρέπουν από στυγνό εκμεταλλευτή σε σεβαστό μέλος της κοινωνίας, να χρηματοδοτεί ερευνητικά ινστιτούτα για να είναι αυτός που ελέγχει και χρησιμοποιεί πρώτος την τεχνολογία, να επιβάλλει χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές για τα μεγάλα εισοδήματα και για τον πλούτο, να φυγαδεύει τα χρήματά του σε φορολογικούς παράδεισους, να συμμετέχει σε λέσχες βιομηχάνων, κι αν φτάσει πολύ ψηλά, σε λέσχες δανειστών στο Παρίσι, στη Φρανκφούρτη, στο Σίτυ του Λονδίνου και στο Μανχάταν, απ’ όπου θα εγκρίνει ή όχι τον δανεισμό των χρημάτων του στη χώρα του και σε άλλες χώρες, να πιέσει να γίνουν πραξικοπήματα, ακόμα και πόλεμος, αν κάποιοι ξεροκέφαλοι σοσιαλιστές του στερούν την εκμετάλλευση των φυτειών, των δασών, του χαλκού, του πετρελαίου, του ουράνιου, του λίθιου, γενικά να κάνει όλα όσα καυτηρίασε στον καιρό του ο διορατικός Άνταμ Σμιθ σαν επικίνδυνες για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης παρεκκλίσεις, κι όλα όσα σήμερα καταγγέλλουν οι μελετητές και επικριτές του ανεξέλεγκτου, αποχαλινωμένου πλούτου.

Απορίες

  1. Όλα αυτά είναι περίπλοκα. Ξέρουμε ότι το κέρδος είναι η διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και κόστους, κι αυτό είναι το κέρδος του κεφαλαιοκράτη για τον κόπο του. Είναι απλό.
  2. Απάντηση: Ναι, ωστόσο υπάρχει μια διαφορά ως προς το ποιού είναι ο κόπος:

Το πόσο κοστίζει στον κεφαλαιοκράτη το εμπόρευμα, και το πόσο κοστίζει η παραγωγή του ιδίου του εμπορεύματος, είναι βέβαια δυό εντελώς διαφορετικά μεγέθη. Το μέρος της αξίας του εμπορεύματος, που αποτελείται από υπεραξία, δεν κοστίζει τίποτα στον κεφαλαιοκράτη, ακριβώς γιατί κοστίζει στον εργάτη απλήρωτη εργασία. (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3).

Είναι απλό.

  1. Πώς γίνεται η απλή μέρα εργασίας του κλώστη να στοιχίζει 30 € κι η απλή μέρα παραγωγής χρυσού να στοιχίζει 60 €;

Απάντηση: Κι ο απλός εργάτης του χρυσού πληρώνεται 30 €. Αλλά έχει κι ο χρυσός, όπως και το νήμα, τα δικά του έξοδα παραγωγής συν το κέρδος του, πέρα από το μεροκάματο του εργάτη. Η “κοινωνία αναγνωρίζει” και πληρώνει το σύνολο της εργασίας ‒την πρώτη ύλη συν τη φθορά παγίων (νεκρή, παρωχημένη εργασία), συν τη ζωντανή εργασία μισής μέρας, συν την απλήρωτη ζωντανή υπερεργασία της υπόλοιπης μισής μέρας (υπεραξία).

  1. Γιατί να μη γίνει το παραπάνω κοστολόγιο λογαριάζοντας τα 30 € του εργάτη στα 10 κιλά, αντί στα πρώτα 5;

Απάντηση: Άσχετο με το πόσο πληρώνεται ο εργάτης για την εκχώρηση της χρήσης της εργατικής του δύναμης, 20, 30 ή 40 €, η ημέρα εργασίας χρεώνεται στην “κοινωνική αξία” της, που είναι 60 €. Είτε 5 είτε 10 κιλά νήματος να βγάλει, η εργασία του θα χρεωθεί 60 €.

  1. Κι αν ο εργάτης δεν ισοφαρίσει το μεροκάματο του στη διάρκεια της ημέρας;

Απάντηση: Χάσαμε. Τον αναγκάζουμε να γίνει πιο παραγωγικός ή βρίσκουμε έναν άλλο, πιο παραγωγικό. Αλλά γενικά δεν έχουμε πρόβλημα. Τόσο “εμείς”, όσο κι η κυβέρνησή “μας”, φροντίζουμε να κρατάμε τους μισθούς στο ελάχιστο δυνατό και υποφερτό.

  1. Αλλά έτσι οι εργάτες υποκαταναλώνουν. Συμφέρει;

Απάντηση: Υπάρχει μια αντίφαση σ’ αυτό, αλλά δε γίνεται αλλιώς. Θα θέλαμε βέβαια ο διπλανός να πληρώνει τους δικούς του καλύτερα, έτσι ώστε να αγοράζουν από μας περισσότερα. Όμως, έτσι, αργά ή γρήγορα, θα θέλανε κι οι δικοί μας περισσότερα. Ο κύριος σκοπός μας δεν είναι η κατανάλωσή τους, αλλά το κέρδος μέσω της κατανάλωσής τους, αλλιώς δε στεκόμαστε σαν επιχείρηση.

  1. Ποιοι θεωρούνται παραγωγικοί εργάτες;

Απάντηση: Μπερδεμένη υπόθεση. Όλες οι εργασίες είναι κατά κάποιο τρόπο παραγωγικές, εδώ όμως μας ενδιαφέρει αν είναι ειδικά παραγωγικές υπεραξίας και μάλιστα άμεσα μέσα στο προτσές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο ζούμε. Ορισμοί:

Επειδή ο άμεσος σκοπός και το πραγματικό προϊόν της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι η υπεραξία, παραγωγική εργασία είναι μόνο αυτή που παράγει άμεσα υπεραξία και παραγωγικός εργάτης είναι μόνο αυτός που ασκώντας την εργασιακή του ικανότητα παράγει άμεσα υπεραξία. Επομένως, μόνο η εργασία αυτού του είδους είναι παραγωγική καθώς αναλώνεται απ’ ευθείας μέσα στο προτσές παραγωγής προς τον σκοπό της αξιοποίησης του κεφαλαίου“.

Παραγωγικός είναι ο εργάτης που κάνει παραγωγική εργασία, και παραγωγική είναι η εργασία που παράγει άμεσα υπεραξία, δηλ. αξιοποιεί το κεφάλαιο.” (Μαρξ, Τα αποτελέσματα του άμεσου προτσές παραγωγής).

Το παραγόμενο εμπόρευμα δεν είναι απαραίτητο να είναι υλικό, χειροπιαστό, μπορεί να είναι υπηρεσίες, το κριτήριο σε αυτή την περίπτωση είναι οι υπηρεσίες να είναι άμεσα παραγωγικές υπεραξίας. Έτσι, ο έμμισθος λογιστής της επιχείρησης δεν είναι παραγωγικός εργάτης, αν όμως είναι έμμισθος σε μια λογιστική φίρμα που παρέχει λογιστικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις, τότε είναι παραγωγικός για το κεφάλαιο της φίρμας του. Το ίδιο κι ο δάσκαλος που δουλεύει σε φροντιστήριο ή ο ηθοποιός που δουλεύει για έναν θιασάρχη. Ο προγραμματιστής που δουλεύει σε μια επιχείρηση και φτιάχνει κώδικα για να καλύψει τις διαχειριστικές ανάγκες της δεν προσθέτει αξία, ενώ αν δουλεύει σε μια εταιρία που κατασκευάζει εμπορικό κώδικα και τον πουλάει σε επιχειρήσεις ή στο κοινό, τότε προσθέτει αξία.

  1. Οι εμποροϋπάλληλοι παράγουν υπεραξία;

Απάντηση: Όχι. Βοηθούν όμως τον έμπορο να εισπράξει το μέρος της υπεραξίας  που του εκχώρησε ο βιομήχανος.

  1. Γιατί ο βιομήχανος εκχωρεί μέρος της υπεραξίας του στον έμπορο;

Γιατί δεν μπορεί και δε συμφέρει να τα κάνει όλα.

  1. Δηλαδή ο έμπορος δε βάζει πρόσθετη υπεραξία στο εμπόρευμα;

Απάντηση: Κανονικά όχι, δεν προσθέτει υπεραξία, εκτός κι αν κερδοσκοπήσει. Η υπεραξία είναι μία, βγήκε στην παραγωγή και τη μοιράζονται όλοι στην αλυσίδα, από τον βιομήχανο μέχρι τον έμπορο, μέχρι τον ιδιοκτήτη του ακίνητου που στεγάζει την επιχείρηση και μέχρι τον τραπεζίτη που δάνεισε τον βιομήχανο.

  1. Οι μεταφορές προσθέτουν αξία;

Απάντηση: Ναι. “Τα εμπορεύματα δεν έχουν ποδάρια για να πάνε στην αγορά”. Αυτό το κάνουν οι μεταφορές, άρα προσθέτουν αξία στο εμπόρευμα, άρα παράγουν και υπεραξία.

  1. Η μηχανή βγάζει υπεραξία;

Απάντηση: Όχι. Απλώς προσθέτει την αξία τής φθορά της (απόσβεση) στην αξία του εμπορεύματος. Είναι όμως το κατ’ εξοχήν μέσο άντλησης σχετικής υπεραξίας από τον εργάτη.

  1. Πόσο μεγάλο μπορεί να είναι το κέρδος;

Απάντηση: Στο παραπάνω παράδειγμα 100% στο μεροκάματο, τα υπόλοιπα δε λογαριάζονται, μπήκαν-βγήκαν σαν έξοδο. Στην πραγματική ζωή και 200% και 300%, πρακτικά δεν υπάρχει όριο. Ο Μαρξ παραθέτει το εξής ωραίο:

«Το κεφάλαιο ‒γράφει το “Quarterly Revίewer”‒ αποφεύγει τις φασαρίες και τους καυγάδες και είναι από τη φύση του φοβιτσιάρικο. Αυτό είναι πολύ αληθινό, δεν είναι όμως ολόκληρη η αλήθεια. Το κεφάλαιο το τρομάζει η έλλειψη κέρδους ή το πολύ μικρό κέρδος, όπως το κενό τρομάζει τη φύση. Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με δέκα τα εκατό κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού· με 20% γίνεται ζωηρό· με 50% γίνεται θετικά παράτολμο· με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους· με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνεύει να το διαπράξει, ακόμα και με κίνδυνο να πάει στην κρεμάλα. Αν η φασαρία και ο καυγάς αποφέρουν κέρδος, το κεφάλαιο, θα ενθαρρύνει και τα δυό. Απόδειξη: το λαθρεμπόριο  και το δουλεμπόριο»  (Ρ. J. Dunning: Trade Unions and Strikes. London 1860).

  1. Όλα αυτά ανήκουν στην παλαιολιθική εποχή. Τώρα το κέρδος βγαίνει κυρίως από τα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Απάντηση: Έτσι φαίνεται να είναι, αλλά δεν είναι. Αν καταρρεύσουν όλα τα παραπάνω, τότε δεν υφίστανται οι έννοιες εμπόρευμα, κινητή και ακίνητη αξία, ούτε καν χρήμα, επομένως ούτε και τα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

  1. Τι θα γίνει αν τα ρομπότ αντικαταστήσουν πλήρως τον εργάτη;

Απάντηση: Το τι θα επακολουθήσει είναι άγνωστο. Πάντως, αφού δε θα υπάρχει εργάτης και εργασία με το σημερινό καθεστώς παραγωγής μέσω του κεφαλαίου, δε θα υπάρχει μισθός, άρα ούτε υπεραξία, κατ’ επέκταση δε θα υπάρχει κεφάλαιο με την έννοια που ξέρουμε, γιατί δεν υπάρχει ο αντίθετος πόλος που το δημιουργεί, η μισθωτή εργασία.

 

Στο περιθώριο

Τι γίνεται στην Ελλάδα;

  1. Η ωμή επέκταση της εργάσιμης ημέρας

Αν τώρα η εργάσιμη μέρα παραταθεί σύμφωνα με τον νόμο Κεραμέως σε 13 ώρες, τότε, σύμφωνα με το παράδειγμά μας, ο λόγος του κέρδους γίνεται 9/4= 2,25 του ημερομίσθιου (4 ώρες προς όφελος του εργάτη, 9 ώρες προς όφελος του εργοδότη) ή  79,20 €! Βέβαια, σύμφωνα με τον νόμο, μόνο η πρώτη ώρα από αυτές τις πρόσθετες 5 πληρώνεται σαν απλή (εδώ υπεισέρχεται ο νόμος που κατήργησε το 8ωρο και το έκανε 9ωρο), ενώ οι επόμενες πληρώνονται σαν υπερωρίες με προσαύξηση 40%, άρα στοιχίζουν στον εργοδότη 140%. Όμως, ο προνοητικός μας νομοθέτης έχει προβλέψει να απαλλάσσονται οι υπερωρίες από τις εργοδοτικές εισφορές, που ανέρχονται στο 22% του μισθού. Έτσι το τελικό κόστος αυτών των ωρών για τον εργοδότη είναι 100% +40%-22%=118%. Συμπέρασμα: με κάμποσες υπερωρίες (όσο αντέξει το γαϊδούρι) και μ’ ένα 18% επιπλέον γλιτώσαμε μια πρόσληψη που θα μας κόστιζε έναν πλήρη μισθό συν 22% για 25 ημέρες, για 12 μήνες συν τα δώρα, συν αποζημίωση αν τον απολύσουμε, συν βάλε άλλο ένα γραφείο (εκεί που δε χωράνε αυτοί που ήδη έχουμε), κοντολογίς ξεφορτωθήκαμε τον μπελά.

Άσε που τελικά, μπορεί να μη χρειαστεί να πληρώσουμε τις υπερωρίες. Ο νομοθέτης μας φρόντισε οι παραπάνω ώρες να μπορούν να μη λογίζονται σαν υπερωρίες  αλλά σαν πρόσθετη εργασία λόγω κάποιας έκτακτης επιχειρησιακής ανάγκης, και να μπορούν να συμψηφιστούν με έναν κατοπινό χρόνο ρεπό, αν και όποτε τον πάρει ο εργαζόμενος, γιατί τελικά με τα μπερδέματα μπορεί να χαθούν τα ίχνη τους στο λογιστήριο και να πάνε υπέρ πατρίδος. Συνέβη και συμβαίνει. Έτσι  λογαριάζονται σαν ώρες απλής εργασίας, χωρίς επιβαρύνσεις. Εδώ, ο εργαζόμενος κανονικά πρέπει να συμφωνήσει εγγράφως αλλά κι αυτό έχει λυθεί: το γραφείο προσωπικού ή ο λογιστής μοιράζει προκαταβολικά τις ονομαστικές δηλώσεις συμφωνίας αορίστου χρόνου κι οι εργαζόμενοι εξαναγκάζονται να τις υπογράψουν, γιατί όποιος δεν υπογράψει τη δήλωση θα γίνει το “μαύρο πρόβατο”, θα τα χαλάσει με το αφεντικό και πιθανό να χάσει σύντομα τη δουλειά του, γιατί, και  πάλι με τον νόμο (Κεραμέως, Βρούτση, Χατζιδάκη, χάσαμε τον λογαριασμό) δεν απαιτείται πλέον αιτιολόγηση της απόλυσης! (Γενικά, εργασιακά, πολιτικά και “θεσμικά”, ζούμε στην εποχή της “νόμιμης” αυθαιρεσίας, του ωμού “έτσι γουστάρουμε!”).

Συμπληρωματικά με τη δια νόμου μείωση της αμοιβής της υπερωρίας και την παράταση της εργάσιμης ημέρας με διάφορα τεχνάσματα, έχουμε τη δια νόμου καθήλωση του ημερομίσθιου, την έμμεση μείωση του συνολικού μισθού της εργατικής τάξης μέσω της μείωσης των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, την επίσης έμμεση μείωση του συνολικού μισθού της εργατικής τάξης μέσω της μείωσης των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών που προσφέρεται σαν αύξηση μισθού στους εργαζόμενους ‒ενώ στην πραγματικότητα είναι κι αυτή μείωση, όπως και η μείωση των εργοδοτικών εισφορών, γιατί αδυνατίζει τα ασφαλιστικά ταμεία τους, υποσκάπτει το επίπεδο των παροχών υγείας και επιστρέφει σαν άμεση μείωση μισθού ή σύνταξης μέσω της αύξησης της συμμετοχής του ασφαλισμένου στις ιατροφαρμακευτικές δαπάνες‒ την κατάργηση της Κυριακής ως ημέρας υποχρεωτικής ανάπαυσης, το Σάββατο έχει ήδη καταργηθεί κ.λπ. Υπάρχει, φυσικά, και η γενικευμένη “εθελούσια” παράταση της εργάσιμης ημέρας, όπου η μη αμειβόμενη παραμονή του εργαζόμενου στη δουλειά μέχρις αργά τη νύχτα θεωρείται ένδειξη εταιρικής αφοσίωσης, υποθήκη παραμονής στη θέση του και θεμέλιο καριέρας (μέχρι βέβαια να έρθει η μέρα της συγχώνευσης της επιχείρησης με μιαν άλλη ή η μέρα του κλεισίματός της, των απολύσεων ή των “εθελούσιων εξόδων”, ή η μέρα που θα θεωρηθεί υπερήλικας με μεγάλο μισθό, δηλ. υπερβολικό έξοδο, αντικαταστάσιμος από ένα νέο και πιο φτηνό υπάλληλο, κατά προτίμηση “εκμισθωμένο” ή “συμβασιούχο”, οπότε θα συνειδητοποιήσει ότι ήταν ένας απλός αναλώσιμος), όπως, επίσης, η πολύ διαδεδομένη καταχρηστική και μη αμειβόμενη υπερωρία, έως και η κλοπή των δεδουλευμένων, εδώ, όμως, ασχολούμαστε με τα “νόμιμα”.

Όλοι αυτοί οι νόμοι υπακούν στη λογική του κυρίαρχου δόγματος “μείωση του εργατικού κόστους”, ενώ είναι φανερό ότι αυτό που σήμερα επηρεάζει σημαντικά και αρνητικά το κόστος είναι το μεγάλο κόστος της ενέργειας, των εισαγόμενων πρώτων υλών και των μεταφορών.

 

  1. Η αδυναμία παραγωγής σχετικής υπεραξίας

Αυτό που παρατηρούμε να γίνεται στην Ελλάδα, είναι το αντίθετο από το φτήνεμα των μέσων συντήρησης. Συνεχώς αυξάνεται η αξία τους. Και μόνο απ’ αυτό, επομένως, είναι αδύνατο να συμπιεστεί ο αναγκαίος χρόνος του εργάτη και να βγει ικανή ποσότητα σχετικής υπεραξίας, έτσι που ένα μέρος της να επενδυθεί, να γίνει η συσσώρευση κεφαλαίου, η επέκταση της επιχείρησης, ο εκσυγχρονισμός της, πράγματα που αποτελούν όρο για την αυξημένη παραγωγικότητα. Απομένει η εντατικοποίηση. Αλλά κι αυτή απαιτεί ενίσχυση και εκσυγχρονισμό του τεχνολογικού υπόβαθρου. Όταν αυτοί οι δυο παράγοντες υπολειτουργούν ή απουσιάζουν, έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως, με δεδομένη τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, είναι δύσκολη η άντληση σχετικής υπεραξίας. Γι αυτό τον λόγο, η απόσπαση σχετικής υπεραξίας στη χώρα μας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, είναι περιορισμένη και το κεφάλαιο επιδιώκει κυρίως την αύξηση της απόλυτης μορφής της μέσω της απλής επέκτασης της εργάσιμης ημέρας, κι αυτό το επιβεβαιώνουν οι σχετικοί νόμοι που ψηφίζονται ο ένας μετά τον άλλο.

Η υπερεργασία δεν είναι κακό πράγμα. Οι κοινωνίες την εφάρμοζαν και πριν από τον καπιταλισμό. Δημιουργεί πλεόνασμα για το μέλλον και για μια ώρα ανάγκης. Το θέμα είναι ποιος την καρπώνεται σαν υπεραξία. Επίσης, η συσσώρευση κεφαλαίου και η επέκταση της βιομηχανικής υποδομής και της παραγωγής είναι αδύνατη χωρίς την υπερεργασία-υπεραξία. Εδώ, όμως, πολύ λίγο συμβαίνει αυτό. Η επένδυση σε εξοπλισμό είναι η ελάχιστη απαραίτητη, ο εξοπλισμός αργεί να ανανεωθεί και εξαντλείται μέχρι πλήρους αχρηστίας ‒όλα αυτά γιατί ο εξοπλισμός είναι σχεδόν όλος εξωτερικής προέλευσης, άρα ακριβός, συν το ότι η δαπάνη του δεν ενισχύει την εγχώρια παραγωγή, γι αυτό και η πηγή των επενδύσεων είναι κατ’ εξοχήν οι ξένες επιδοτήσεις, γι’ αυτό και η Ελλάδα είναι χώρα ταυτόχρονα χαμηλών μισθών και χαμηλής παραγωγικότητας.

Αντίστροφα, σχεδόν σαν κανόνας: Θέλετε να βρείτε μια χώρα υψηλής παραγωγής σχετικής υπεραξίας (παραγωγικότητας); Αναζητείστε τη χώρα με την υψηλότερη αγοραστική δύναμη μισθού.

Σύμφωνα με τη Eurostat, στον πίνακα της αγοραστικής δύναμης των χωρών της ΕΕ, η Ελλάδα κατατάσσεται προτελευταία, μόνο πριν τη Βουλγαρία. Ο πίνακας δείχνει ότι οι χώρες που είναι πάνω από τον μέσο δείκτη είναι κυρίως οι βιομηχανικές χώρες, οι χώρες που αντλούν σχετική υπεραξία από τους εργάτες τους. Κάτω από τον μέσο δείκτη βρίσκονται οι χώρες που δεν έχουν φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Κάποιες απ’ αυτές βιομηχανοποιούνται με γρήγορους ρυθμούς και θα ανεβούν στην κατάταξη. Με την οικονομική πολιτική όμως που ακολουθείται είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα θα καταλήξει τελευταία, πράγμα που από μόνο του δε λέει τίποτα, εκείνο που είναι σημαντικό είναι ότι δε θα βιομηχανοποιηθεί ποτέ σε ικανό βαθμό.

Και κάτι ακόμα: χαμηλή αγοραστική δύναμη σημαίνει περιορισμό της κατανάλωσης, περιορισμός της κατανάλωσης σημαίνει ότι τα εμπορεύματα πουλιούνται με βραδύτερο ρυθμό, μένουν στο ράφι περισσότερο χρόνο, αυτό συνεπάγεται λιγότερες περιστροφές του κεφαλαίου (παραγωγή-διάθεση εμπορευμάτων κ.ο.κ.) σε μια χρονική περίοδο, που με τη σειρά τους συνεπάγονται ελάττωση της σωρευτικής μάζας της υπεραξίας,  συν το ότι “ένας μεγαλύτερος χρόνος κυκλοφορίας δρα σαν αιτία αύξησης των τιμών, με δυό λόγια σαν μια από τις αιτίες για την εξίσωση των κερδών “, όπως σημειώνει ο Μαρξ (Κεφάλαιο, τ.2, δε θα επεκταθούμε στην εξήγηση που δίνει γιατί θα απομακρυνθούμε από το αντικείμενό μας, αρκεί η διαπίστωση ότι η επιβράδυνση της πώλησης ενός εμπορεύματος συνεπάγεται την αύξηση της τιμής του).  Έτσι, η οικονομία της Ελλάδας είναι παγιδευμένη, χρόνια τώρα, στον φαύλο κύκλο του τρίπτυχου “συμπίεση μισθών, αργή περιστροφή κεφαλαίου, ακρίβεια”, συν ανεργία, δηλ. στον στασιμοπληθωρισμό.

Πρόκειται για ένα αδιέξοδο σχήμα που δεν οδήγησε και δε θα οδηγήσει σε ανάπτυξη της βιομηχανικής και γενικά της οικονομικής βάσης και σε αντίστοιχη σε ομογενοποίηση του εργατικού πληθυσμού, ούτε και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας, παρά μονάχα σε πλουτισμό και ισχυροποίηση μιας ήδη πλούσιας και ισχυρής ολιγαρχίας. Αυτός είναι, ίσως, ο κύριος παράγοντας που καθηλώνει τη χώρα μας, και που στην επιφάνεια εμφανίζεται σαν διαρκής δημοσιονομικός εφιάλτης και σαν κρίση του πολιτικού συστήματος. Σε ένα άλλο σημείο, ο Μαρξ παρατηρεί  ότι οι εθνικοί υψηλοί μισθοί των εργατών είναι γνώρισμα της υψηλής παραγωγικότητας, επομένως, αν αυτά τα δεδομένα δεν αλλάξουν ριζικά, ας αποχαιρετίσουμε οριστικά, adieu (στην ευχή του Θεού), όχι μόνο τους υψηλούς μισθούς για την εργατική τάξη της Ελλάδας, αλλά κι αυτό το ταπεινό που λέει ο Torrens “μια ποσότητα αγαθών απαραίτητων για τη ζωή και των μέσων απόλαυσης, ανάλογα με τη φύση του κλίματος και τα έθιμα της χώρας, που απαιτούνται για να συντηρηθεί ο εργάτης και να μπορέσει να δημιουργήσει μια οικογένεια, έτσι ώστε ο αριθμός των εργατών που ζητούνται στην αγορά να μην μειώνεται…” (Torrens, An Essay of the External Corn Trade, Λονδίνο, 1815, σελ. 62. (σημείωση του Μαρξ στο Βιβλίο Ι του Κεφαλαίου, σελ. 184).

Στην εργασία της “Ταξική πάλη για τη στρατηγική της απόλυτης υπεραξίας στην Ελλάδα“,  η Özgün Sarimehmet Duman, αφού θυμίζει τη βασική παρατήρηση του Simon Clarke σχετικά με τη φύση του κράτους, που λέει ότι το (καπιταλιστικό) κράτος ως οντότητα δεν είναι ούτε αυτόνομο ούτε ουδέτερο, αλλά είναι υποταγμένο στην “αναπαραγωγή του κεφαλαίου, πράγμα που το καθορίζει ως μια πλευρά αυτής της αναπαραγωγής ” (Simon Clarke, “Κράτος, Ταξική πάλη και αναπαραγωγή του κεφαλαίου”, 1991), και αφού σημειώνει την παρατήρηση του Gough ότι οι στρατηγικές παραγωγής απόλυτης υπεραξίας συνίστανται σε αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, δηλ. αλλαγές στην αγορά εργασίας, παρατηρεί καταληκτικά τα εξής σχετικά με τη μετάβαση της Ελλάδας στον νεοφιλελευθερισμό:

“Πριν από την κρίση, η Ελλάδα ήταν μια χώρα χαμηλής ανταγωνιστικότητας, με αξιοσημείωτα, όμως, καλούς όρους εργασίας. Μέσα σ’ αυτές τις οικονομικές συνθήκες, βρέθηκε μετά το 2008 αντιμέτωπη με την οικονομική κρίση. Στο πλαίσιο της κρίσης, στην κορυφή της ατζέντας μπήκαν στρατηγικές παραγωγής απόλυτης υπεραξίας που αποσκοπούσαν στην εισαγωγή δομικών αλλαγών στην ελληνική αγορά εργασίας. Η Τρόικα εμφάνισε τη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση σαν αναγκαίο όρο για να επιτευχθεί η ανάκαμψη. Αυτό έδωσε στο κράτος τη μοναδική ευκαιρία να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας που για πολύ καιρό αναβάλλονταν, παρουσιάζοντας τες σαν επιβεβλημένα οικονομικά μέτρα. Μέσω των μέτρων λιτότητας που παρουσιάστηκαν σαν διεθνής υποχρέωση, κάτω από την οικονομική και πολιτική πίεση της τρόικας η ταξική πάλη περιορίστηκε. Το διεθνές σκηνικό διαχείρισης της κρίσης στην Ελλάδα διευκόλυνε την εφαρμογή της πολιτικής αύξησης της απόλυτης υπεραξίας σαν αρχικής πολιτικής μετά την κρίση, υποβαθμίζοντας την σε απλά τεχνικά μέτρα”. (Σημ. εννοεί τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που μέχρι τότε προσέκρουαν στην αντίσταση των συνδικάτων, όπως εκτενώς περιγράφει στην εργασία της).

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ